βιογραφισμὸς

Διάβαζα πρὸ ἐτῶν ἕνα συμπαθητικό, ἂν καὶ μᾶλλον ἀσήμαντο, μυθιστόρημα ποὺ εἶχε γράψει φίλη φίλης τὴν ὁποία θὰ ὀνομάσω ἐδῶ Φιλουμένα. Στὶς πρῶτες πενήντα σελίδες τοῦ μυθιστορήματός της, ἔπεσα πάνω σὲ μιὰ ἱστορία ἀπὸ τὴ δική μου ζωή, τὴν ὁποία προφανῶς θὰ πρέπει κάποτε νὰ εἶχα διηγηθεῖ σὲ κάποια ἀπὸ τὶς συναθροίσεις ποὺ ὀργάνωνε ἡ κοινή μας φίλη. Στὶς ὐπόλοιπες διακόσιες σελίδες τοῦ βιβλίου ἀναγνώρισα μερικὲς ἀκόμη ἱστορίες ποὺ εἶχα ἀκούσει ἀπὸ ἄλλους ἀνθρώπους στὶς ἴδιες προφανῶς λίγες συναθροίσεις, τὶς ὁποῖες εἶχε προφανῶς ἐπίσης ἀκούσει καὶ ἀξιοποιήσει ἡ Φιλουμένα στὸ μυθιστόρημά της.

 

Ὁμολογῶ πὼς ἐνοχλήθηκα κάπως. Ἂν εἶναι δυνατόν, σκέφτηκα μὲ ἀγανάκτηση, νὰ γίνεται ἡ ζωή μου μυθιστόρημα καὶ μάλιστα χωρὶς τὴν ἄδειά μου! Φυσικά, ἡ ἀντίδραση αὐτὴ ἦταν ὑπερβολική: δὲν ἐπρόκειτο γιὰ τὴ “ζωή μου” ἀλλὰ γιὰ μιὰ ἱστορία ποὺ εἶχα ἀφηγηθεῖ καὶ ἡ ὁποία ἐντάχθηκε ὡς πρώτη ὕλη σὲ ἕνα μυθιστόρημα. Ἐπίσης, ἡ ἀντίδρασή μου ἦταν ἀδικαιολόγητη: ἀσφαλῶς καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα ἕνας συγγραφέας νὰ ἀντλεῖ  ὑλικὸ ἀπὸ τὰ βιώματά του, ἔμμεσα καὶ ἄμεσα, καὶ νὰ ἐπεξεργάζεται αὐτὸ τὸ ὑλικὸ στὴ διαδικασία τῆς γραφῆς. Παρ᾽ ὅλ᾽ αὐτά, ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς ἔκτοτε ἀποφεύγω νὰ μιλῶ ὅταν εἶναι παρούσα ἡ ἐν λόγῳ συγγραφέας˙ καὶ ἐὰν πῶ κάτι παρουσίᾳ της, φροντίζω νὰ εἶναι ἐντελῶς κοινότοπο καὶ ἀσήμαντο, καὶ σὲ καμμιὰ περίπτωση νὰ μὴν περιλαμβάνει κανενὸς εἴδους ἀφήγηση.

 

Στὴν ποίηση, βεβαίως, φαντάζεται κανεὶς ὅτι τὰ πράγματα εἶναι τελείως διαφορετικά. Τὰ ποιήματα σπανίως πλέον ἀφηγοῦνται ἱστορίες καὶ ἀκόμη σπανιότερα ἱστορίες ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ὑποθέσει κανεὶς ὅτι βασίζονται σὲ ἀληθινὰ βιώματα, εἴτε τοῦ ποιητῆ εἴτε τοῦ περιγύρου του. Ἐντούτοις, ἀκούει κανεὶς καὶ γιὰ ποιήματα σχόλια ὅπως “τὸ ποίημα αὐτὸ τὸ ἔγραψε ἡ ποιήτρια μετὰ τὸ διαζύγιό της, καὶ ἀναφέρεται στὴν τελευταία περίοδο τοῦ ἄτυχου γάμου της” ἢ “ἡ ποιητικὴ αὐτὴ συλλογὴ ἐμπνέεται ἀπὸ τὴ γέννηση τοῦ παιδιοῦ μου καὶ περιγράφει τὶς χαρὲς τῆς μητρότητας”“αὐτὸ τὸ ἐρωτικὸ ποίημα τὸ ἔγραψα γιὰ σένα, ἀγαπημένε μου”. Καὶ ὑπάρχουν σαφῶς ποιήματα σπουδαῖα τὰ ὁποῖα ὄχι ἁπλῶς στηρίζονται ξεκάθαρα σὲ βιωματικὸ ὑλικὸ ἀλλὰ καὶ δηλώνονται ἀπερίφραστα ὡς (αὐτο)βιογραφικά, ὅπως γιὰ παράδειγμα τὰ ποιήματα τῶν Birthday Letters τοῦ Hughes.

 

Τὸ ζήτημα, ὅμως, δὲν εἶναι ἡ παρουσία τοῦ βιωματικοῦ ὑλικοῦ σὲ ἕνα λογοτεχνικὸ ἔργο, καὶ ἰδιαίτερα σὲ ἕνα ποίημα, ἀλλὰ ἡ διαχείριση τοῦ ὑλικοῦ αὐτοῦ. Στὶς περισσότερες περιπτώσεις σπουδαίων ἔργων, τὸ βιωματικὸ ὑλικὸ εἶναι (καὶ πρέπει νὰ εἶναι) παρόν, μὲ τρόπο περισσότερο ἢ λιγότερο ἐκκωφαντικό˙ ἡ δὲ ἀπουσία βιωματικῆς βάσης συχνὰ ὁδηγεῖ σὲ στιχουργήματα ἀπὸ κάθε ἄποψη ἀσήμαντα, ποὺ στὴν καλύτερη περίπτωση ἁπλῶς ἀπηχοῦν ποιήματα ἄλλων. Ὅπως, ὅμως, γνωρίζουμε ἤδη ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς λεγόμενης “ἐξομολογητικῆς” ποίησης (ὅπως τὴν δίδαξε ὁ Lowell), ἡ ἐξομολόγηση τῶν μύχιων σκέψεων καὶ τὸ ξεχείλισμα συναισθημάτων δὲν ἀρκεῖ: ἡ ποίηση μπορεῖ καταρχὰς νὰ ἀντλεῖ ὑλικὸ ἀπὸ μιὰ βιωματικὴ βάση, ὅμως τὸ ὑλικὸ αὐτὸ τὸ ἐπεξεργάζεται, τὸ ἀλλοιώνει, καἰ συχνὰ τὸ διαστρέφει ὥστε νὰ μπορέσει νὰ μιλήσει γιὰ τὸ πραγματικὸ θέμα της, ποὺ ὁπωσδήποτε ξεπερνᾶ τὸ μεμονωμένο βίωμα.

 

Ἂν ἡ “Λάζαρος” τῆς Plath ἦταν ἁπλῶς ἕνα ποίημα γιὰ τὶς ἀπόπειρες αὐτοκτονίας τῆς νεαρῆς ποιήτριας, δὲν θὰ ἐνδιέφερε παρὰ τοὺς βιογράφους της – ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ δὲν θὰ ὑπῆρχαν, καθὼς κανένας δὲν θὰ ἐνδιαφερόταν γιὰ τὸν βίο μιᾶς ἀσήμαντης αὐτοβιογραφούμενης στιχοπλόκου. Ὁμοίως, ἂν οἱ “Μέρες τοῦ 1908” τοῦ Καβάφη ἦταν ἁπλῶς ἕνα ποίημα γιὰ ἕναν ὡραῖο νεαρὸ ποὺ κάποτε εἶδε καὶ σφοδρὰ ἐπιθύμησε ὁ ποιητής, δὲν θὰ ἐνδιέφερε παρὰ τοὺς βιογραφίζοντες παραναγνῶστες τοῦ Freud κατὰ τὰ πρῶτα χρόνια τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα ἢ τοὺς μελετητὲς καὶ ἀκολούθους τῆς Sedgwick στὶς μέρες μας.

 

Αὐτό, ὅμως, ποὺ ἐνδιαφέρει, ἐμένα τοὐλάχιστον, στὴν ποίηση δὲν εἶναι ἡ πιστότητά της στὸ προσωπικὸ βίωμα ποὺ ἐνδεχομένως ὑπόκειται τοῦ κάθε ποιήματος, ἀλλὰ ἡ ἀποτελεσματικότητά της ὡς λογοτεχνίας. Ἐφόσον γιὰ νὰ διαβάσει ἕνα ποίημα χρειάζεται κανεὶς νὰ ἀνιχνεύσει συγκεκριμένα περιστατικὰ τῆς ζωῆς τοῦ ποιητῆ (ἤ, ὅπως εἴδαμε, τῶν ζωῶν γνωστῶν καὶ φίλων του!) καὶ στὸ βαθμὸ ποὺ ἡ λειτουργία τοῦ ποιήματος ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν κατανόηση τῶν περιστατικῶν αὐτῶν, τὸ ποίημα ἔχει ἀποτύχει ὡς τέτοιο. Πιθανὸν νὰ εἶναι χρήσιμο ὡς ἡμερολογιακὴ ἐγγραφή, ὡς συναισθηματικὸ ξέσπασμα ἢ ἁπλῶς ὡς θρῆνος, ἀλλὰ ποίημα δὲν εἶναι. Ἡ σύνθεση ἑνὸς ποιήματος προϋποθέτει  ἔλεγχο καὶ ἐπεξεργασία τοῦ βιώματος καὶ προϋποθέτει ἐπίσης, καὶ κυρίως, ἀπόλυτο ἔλεγχο τοῦ γλωσσικοῦ ὑλικοῦ ποὺ χρησιμοποιεῖται κατὰ τὴ δόμησή του.

 

Βεβαίως, ὑπάρχουν πάντα, ὑπάρχουν ἀκόμη, καὶ οἱ ποιηματογράφοι ποὺ ἐκφράζουν ἁπλῶς τὸν ψυχικό τους κόσμο ἢ τὸ σκίρτημα τῆς ἄνοιξης, ὅπως ὑπάρχουν καὶ ἀναγνῶστες ποὺ ζητοῦν ἁπλῶς κάτι μὲ τὸ ὁποῖο νὰ μπορέσουν νὰ ταυτιστοῦν σὲ μιὰ στιγμὴ ποὺ τοὺς πνίγουν τὰ συναισθήματά τους. Νομίζω, ὅμως, ὅτι θὰ ἦταν πιὸ ὠφέλιμο καὶ γιὰ τοὺς μὲν καὶ γιὰ τοὺς δὲ νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν ποίηση καὶ νὰ ἀσχοληθοῦν μὲ ἄλλο, προσφορότερο κειμενικὸ εἶδος: τὸ φθηνὸ καψουροτράγουδο – καὶ δὲν ἀναφέρομαι στὰ καψουροτράγουδα ἐν γένει, διότι αὐτὰ ὑπερβαίνουν συχνότατα τὸ μεμονωμένο ἀποτύπωμα μιᾶς τυχαίας καψούρας, ἀλλὰ αὐτὰ ποὺ τραγουδοῦσε ἄλλοτε, ἂς ποῦμε, ἡ Στέλλα Μπεζεντάκου.

 

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

Αὐτὸς ὁ ἱστότοπος χρησιμοποιεῖ τὸ Akismet γιὰ νὰ μειώσει τὰ ἀνεπιθύμητα μηνύματα. Μάθετε τί συμβαίνει μὲ τὰ δεδομένα τῶν σχολίων σας.