συμμόρφωση

Μιλῶ συχνὰ γιὰ ἀναμηρυκασμὸ καὶ ἐπανάληψη στὴν σύγχρονη ποιητική μας παραγωγή. Θὰ ἦταν ἴσως ἀκριβέστερο νὰ πῶ πὼς αὐτὸ ποὺ κατεξοχὴν χαρακτηρίζει τὴ σύγχρονη ποιηματογραφία μας εἶναι ὁ συντηρητισμός, ἡ συμμόρφωση πρὸς τὸ κυρίαρχο μοντέλο. Ὁ ἀναμηρυκασμὸς εἶναι ἁπλῶς ἡ φυσικὴ συνέπεια τοῦ συντηρητισμοῦ ποὺ χαρακτηρίζει τὴν σύγχρονη ποιηματογραφία, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὰ δηλωμένα πολιτικὰ φρονήματα τῶν ποιηματογράφων.

 

Ἡ ποίηση ἀντιμετωπίζεται ἀπὸ τοὺς ποιηματογράφους σὰν παρωχημένη χειροτεχνία: στόχος τους εἶναι ἁπλῶς τὰ ἐργόχειρά τους νὰ μοιάζουν ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερο μὲ τὰ κειμήλια τῆς ἐν λόγῳ χειροτεχνίας ποὺ φυλάσσονται στὰ διάφορα λαογραφικὰ μουσεῖα, περιγράφονται στὰ ἀντίστοιχα λαογραφικὰ ἔντυπα καὶ βραβεύονται ἀπὸ διάφορους ἐξωραϊστικοὺς συλλόγους. Ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο οἱ χειροτέχνες αὐτοὶ δὲν δοκιμάζουν νέες τεχνικὲς οὔτε ἀποπειρῶνται νὰ ἀπεικονίσουν νέα μοτίβα εἶναι ὅτι ἡ πιστὴ ἀναπαραγωγὴ τῶν παρωχημένων κειμηλίων ἐξασφαλίζει στοὺς χειροτέχνες εὐνοϊκὴ ὑποδοχὴ τῶν ἐργοχείρων τους ἐκ μέρους τῶν μουσείων καὶ τῶν ἐξωραϊστικῶν συλλόγων.

 

Οἱ πιὸ πολλοὶ μελετοῦν τοὺς καταλόγους τῶν κεντρικῶν λαογραφικῶν μουσείων μεγάλων πόλεων καὶ κωμοπόλεων, ἐπισημαίνουν τὰ βασικὰ γνωρίσματα τῶν πιὸ θαυμαστῶν χειροτεχνημάτων (αὐτῶν δηλαδὴ περὶ τῶν ὁποίων ἔχουν γραφτεῖ πολλὰ θαυμαστικὰ ἀπὸ ἄλλους ὁμοτέχνους ἢ/καὶ λαογράφους), τὰ ἀποδελτιώνουν, καὶ τὰ ἀναπαράγουν μὲ ἐπιμέλεια.

 

Μερικοὶ πιὸ φιλέρευνοι ἀνατρέχουν σὲ καταλόγους μουσείων ἀπὸ τόπους ἢ χρόνους μακρινοὺς καὶ καταφέρνουν νὰ θαμπώσουν τοὺς ὁμοίους τους, καθὼς καὶ τὰ πιὸ προχωρημένα διοικητικὰ συμβούλια ἐξωραϊστικῶν συλλόγων, μὲ χειροτεχνήματα ποὺ παρουσιάζουν ὡς καινούρια, πρωτότυπα, ἀκόμη καὶ ἀνατρεπτικά. Ἀλλὰ κι αὐτοὶ ἀκόμη φροντίζουν πάντα νὰ δείξουν καὶ νὰ ἀναδείξουν τὴ σχέση τους μὲ τὰ πρότυπα ἀναγνωρισμένα χειροτεχνήματα, διότι γνωρίζουν πὼς ἡ καινοτομία, ἔστω καὶ κάλπικη, θέτει σὲ κίνδυνο τὴν ἀποδοχή: οἰ ἐξωραϊστικοὶ σύλλογοι θέλγουν συνταξιούχους ὑπαλλήλους, ὄχι avant garde ἀνατροπεῖς.

 

Τὸ χειρότερο, ὄμως, εἶναι ὅτι αὐτὴ ἡ συχνὰ ἐπίπονη μιμητικὴ ἐνασχόληση μὲ τὴν παρωχημένη χειροτεχνία εἶναι, σὲ πολλὲς περιπτώσεις, ἐμπρόθετη καὶ ἐνσυνείδητη, δηλαδὴ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ποιηματογράφους τοῦ ἀναμηρυκασμοῦ γνωρίζουν τί κάνουν καὶ γιατί τὸ κάνουν. Καὶ ἐνῶ ἡ πλειονότητα διαθέτει μόνον ἀναμηρυκαστικὲς ἱκανότητες καὶ δὲν θὰ μποροῦσε, οὕτως ἣ ἄλλως, νὰ γράψει κάτι διαφορετικό, κάποιοι ἀπὸ τοὺς ποιηματογράφους δίνουν ἐνίοτε τὴν ἐντύπωση ὅτι θὰ μποροῦσαν νὰ γράψουν καὶ γνήσια ποιήματα, ἀλλὰ ἐπιλέγουν νὰ μὴν τὰ γράψουν καὶ νὰ συνεχίσουν τὴν παραγωγὴ ποίησης ἀναμηρυκασμοῦ ἀκριβῶς ἐπειδὴ γνωρίζουν πὼς μόνο ἡ συμμόρφωση θὰ τοὺς ἐξασφαλίσει μιὰ θέση ἀνάμεσα σὲ αὐτοὺς ποὺ (ἀλληλο-) ἀναγνωρίζονται ὡς ποιητές.

 

Ἄλλωστε, δὲν εἶναι λίγα αὐτὰ ποὺ κερδίζει ὁ φέρελπις ποιητὴς ἀκολουθώντας τὴν πεπατημένη˙ μὲ ἁπλὰ λόγια κερδίζει τὴν ἔνταξή του στὸν λογοτεχνικό θεσμό, καὶ συγκεκριμένα:

  • δημοσιεύσεις τῶν ποιημάτων του σὲ ἔγκριτα περιοδικὰ καὶ ἱστοσελίδες τοῦ λογοτεχνικοῦ χώρου
  • ἔκδοση τῶν ποιημάτων του (ἔστω καὶ μὲ κάποιο οἰκονομικὸ κόστος) ἀπὸ οἴκους μὲ διασυνδέσεις στὸ λογοτεχνικὸ μάρκετινγκ
  • ἔκθεση τῶν βιβλίων του στὶς πιὸ προφανεῖς θέσεις τῶν πάγκων τῶν βιβλιοπωλείων καὶ μάλιστα ἐπὶ πολὺ καιρὸ
  • παρουσιάσεις τῶν ποιημάτων του σὲ πολλαπλὲς ἐκδηλώσεις, καθὼς ἐπίσης καὶ σὲ ραδιοφωνικὲς καὶ πιθανὸν ἐπίσης τηλεοπτικὲς ἐκπομπὲς
  • βιβλιοπαρουσιάσεις, συνεντεύξεις καὶ “κριτικὲς” ὄχι μόνο στὰ προαναφερθέντα περιοδικά, ἔντυπα καὶ διαδικτυακά, τοῦ λογοτεχνικοῦ χώρου, ἀλλὰ καὶ σὲ ἐφημερίδες καὶ δωρεὰν ἔντυπα εὐρύτερης κυκλοφορίας
  • βραβεῖα, καὶ χρηματικὰ ἀκόμη, συλλόγων, περιοδικῶν, σωματείων, ὑπουργείων, ἀλλὰ καὶ τοῦ λεγόμενου ἀνώτατου πνευματικοῦ ἱδρύματος τῆς χώρας
  • ἐγγραφὴ τοῦ ἔργου του στὴν ἱστορία τῆς λογοτεχνίας μας, ὡς ἀναγκαία ἀπόρροια τῶν παραπάνω.

 

Ἐφόσον, λοιπόν, κανεὶς ἐπιθυμεῖ νὰ συγκαταλέγεται στοὺς ποιητὲς καὶ νὰ ἀπολαύει τῶν σχετικῶν προνομίων, ἡ προφανὴς ὁδὸς εἶναι νὰ συμμορφώνεται μὲ τὰ προϋπάρχοντα πρότυπα καὶ νὰ τὰ ἀναπαράγει. Ὁ ἀναμηρυκασμὸς εἶναι μονόδρομος.

 

Ἂν χρειάζεται κανεὶς ἀποδείξεις ὅτι ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα, ἀρκεῖ νὰ ρίξει μιὰ φρικαλέα ματιὰ στὸ περιεχόμενο τῶν ἑκατοντάδων ποιητικῶν έκδηλώσεων ποὺ διοργανώνονται κάθε χρόνο, στοὺς ἴδιους τοὺς διοργανωτὲς τῶν ἐκδηλώσεων αὐτῶν, στὰ λογοτεχνικὰ περιοδικά, στὶς λογοτεχνικὲς στῆλες ἐφημερίδων, περιοδικῶν καὶ ἱστοτόπων εὐρείας ἀναγνωσιμότητας, στοὺς καταλόγους τῶν ἐκδοτῶν καὶ στοὺς καταλόγους βραβευθέντων κάθε λογῆς. Θὰ παρατηρήσει κανεὶς ὄχι μόνο ὅτι οἱ ἴδιοι, πάνω κάτω, ποιηματογράφοι συμμετέχουν παντοῦ, ἀλλὰ καὶ ὅτι δὲν ὑπάρχουν τάσεις οὔτε ταυτότητες, οἱ ἴδιοι ἀκριβῶς ποιηματογράφοι ἐμφανίζονται καὶ στὶς σελίδες τῆς Καθημερινῆς, καὶ στὰ σαλόνια τῆς Lifo, καὶ σὲ παραδοσιακὰ λογοτεχνικὰ περιοδικά καὶ σὲ περιθωριακὰ λογοτεχνικὰ ἔντυπα καὶ ἱστοσελίδες, καὶ σὲ φεστιβὰλ ἰλλουστρασιὸν ἱδρυμάτων πολιτισμοῦ καὶ σὲ ἐκδηλώσεις σὲ δῆθεν ἐναλλακτικὰ στέκια. Ἂν μάλιστα ἔχει κανεὶς τὸ κουράγιο νὰ διαβάσει καὶ τὰ γραπτὰ τῶν περισσότερων ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ποιηματογράφους, θὰ δυσκολευθεῖ πολὺ νὰ βρεῖ διαφορές, θὰ δυσκολευθεῖ ἀφάνταστα νὰ ταυτοποιήσει στίχους τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου, ἀλλὰ δὲν θὰ δυσκολευθεῖ καθόλου νὰ ἀναγνωρίσει ποιῶν “προγόνων” οἱ στίχοι ἀπηχοῦνται καὶ οἱ τρόποι υἱοθετοῦνται (κατὰ τὴ γνώμη μου, τοῦ Σεφέρη, κυρίως, ἐκ τῶν παλαιοτέρων, μὲ ἀρκετὴ γενιὰ τοῦ ἑβδομήντα, ἑλληνικὴ καὶ ἀμερικανική, ὡς καρύκευμα).

 

Σὲ αὐτὰ τὰ συμφραζόμενα, ἡ ἀμφισβήτηση τῶν κανόνων, ἡ ἐξέλιξη τῶν ποιητικῶν τρόπων, ἡ ἀνατροπὴ τοῦ κυρίαρχου μοντέλου προϋποθέτουν ὅτι ὁ φέρελπις ποιητὴς γνωρίζει ἀπὸ τὴν ἀρχὴ (ἤ, ἔστω, μαθαίνει καθοδὸν) ὅτι θὰ πρέπει νὰ παραιτηθεῖ ἀπὸ ὅλα τὰ παραπάνω ὥστε νὰ μπορέσει νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ τὴν ποίηση ἀντὶ νὰ ἐνισχύει τὴν ποιηματογραφία. Αὑτὴ ἡ ἀντίφαση τὸν ὁρίζει: ἐγκαταλείποντας ἐθελοντικὰ κάθε ἐλπίδα συμμετοχῆς στὸν λογοτεχνικὸ θεσμό, ἴσως καταφέρει νὰ γίνει τελικὰ ποιητής. Παρίας, φυσικά, καθὼς ἀντίπαλο δέος δὲν ὑπάρχει: ὁ ἀφομοιωτικὸς πολτὸς τοῦ κυρίαρχου μοντέλου ἔχει πνίξει τὰ πάντα.

 

Ἡ μόνη ἐλπίδα ποὺ θὰ μποροῦσε ἴσως νὰ κρατήσει ζωντανὴ τὴ φιλοδοξία τοῦ ἀναγκαστικὰ παρία ποιητῆ εἶναι νὰ καταγράψει κάποτε ἡ φιλολογικὴ ἐπιστήμη (ἀλλὰ σίγουρα ὄχι ἡ ἀγορὰ καὶ σίγουρα ὄχι ἡ κριτικὴ) τὴν περίπτωσή του σὲ κάποια ὑποσημείωση τῆς ἱστορίας τῆς λογοτεχνίας. Ὁ λογοτεχνικὸς κανόνας, πάντως, ἐδῶ ποὺ ἔχουμε φτάσει, δὲν ἀφήνει περιθώρια σὲ παρείσακτους: ἀνατροπὲς δὲν προβλέπονται καὶ δὲν ἀναμένονται.

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

w

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...