ἡ ὡραία μούχλα

Πολὺ συχνὰ ὅταν παρακολουθῶ μιὰ κινηματογραφικὴ ταινία δυσκολεύομαι. Δὲν ξέρω ἂν τὸ πρόβλημα ὀφείλεται στὴν ἐλαττωματική μου ὅραση, σὲ κάποια ἀδιάγνωστη διάσπαση προσοχῆς, ἢ σὲ κάτι ἄλλο ἀκόμη πιὸ δυσοίωνο, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ μοῦ συμβαίνει εἶναι ὅτι μοῦ διαφεύγουν σκηνές. Τὶς βλέπω, πιθανόν, ἀλλὰ δὲν ἐγγράφονται, δὲν ἀντιλαμβάνομαι δηλαδὴ τί ἔχω δεῖ, μερικὲς φορὲς μάλιστα δὲν ἀντιλαμβάνομαι κἂν ὅτι ἔχω δεῖ κάτι. Ὁ ἥρωας, ἂς ποῦμε, ἀγοράζει κάτι ἀπὸ ἕνα κατάστημα καὶ ἐγὼ δὲν ἔχω δεῖ τί ἀγόρασε ἢ δὲν ἔχω ἀντιληφθεῖ ὅτι μπῆκε σὲ κάποιο κατάστημα.

Δυστυχῶς γιὰ μένα, σχεδὸν πάντα ἀποδεικνύεται στὴ συνέχεια ὅτι οἱ φαινομενικὰ μικρὲς λεπτομέρειες ποὺ δὲν ἔχω δεῖ ἢ δὲν ἔχω ἀντιληφθεῖ ὅτι εἶδα ἀποτελοῦν δομικὰ στοιχεῖα τῆς ἀφήγησης, σημαντικὲς παραμέτρους τοῦ θέματος ποὺ πραγματεύεται ἡ ταινία, ὅπως ἐπίσης καὶ χαρακτηριστικὲς ἐκφάνσεις τοῦ ὕφους τοῦ σκηνοθέτη. Χωρὶς αὐτὲς τὶς χαμένες σκηνὲς ἡ παρακολούθηση τῆς ταινίας γίνεται ὅλο καὶ δυσχερέστερη, ἐνίοτε δὲ καὶ ἀδύνατη, καθὼς ἐκπυρσοκροτοῦν ὅλα τὰ τσεχωφικὰ πιστόλια ποὺ ἔχουν κρυφὰ ἀπὸ μένα συσσωρευτεῖ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ταινίας!

Ἴσως αὐτὴ ἡ ἀναπηρία μου νὰ εὐθύνεται γιὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ὡς ἀναγνώστης ἀπολαμβάνω περισσότερο αὐτὸ ἀκριβῶς ποὺ στεροῦμαι ὡς θεατὴς ταινιῶν. Ὡς ἀναγνώστης προσέχω κάθε φαινομενικὰ ἀσήμαντο περιστατικό, ἐγγράφω κάθε ὑπόνοια συμβάντος, ἀναπλάθω κάθε εἰκόνα ποὺ ὁ συγγραφέας ἔχει κάνει τὸν κόπο νὰ περιγράψει˙ πάντα μὲ τὴ βεβαιότητα ὅτι θὰ τὰ χρειαστῶ ὅλα αὐτὰ στὴ συνέχεια, ὅτι μεγάλως θὰ μοῦ χρησιμεύσουν στὴν ἀποκρυπτογράφηση τοῦ κειμένου. Καὶ ἐνίοτε, δικαιώνομαι.

Ἀλλὰ τὴ μεγαλύτερη ἀγαλλίαση σὲ ἀνθρώπους μὲ τὴ δική μου ἀναπηρία τὴν προσφέρει ἕνα συγκεκριμένο εἶδος ποίησης (ἂς τὸ ὀνομάσουμε: καλὴ ποίηση), ὅπου φωτίζονται αὐτὰ ἀκριβῶς τὰ ἀσήμαντα περιστατικά, ἢ μᾶλλον ψήγματα περιστατικῶν ἐν προκειμένῳ, ποὺ εὔκολα μᾶς διαφεύγουν στὴν καθημερινὴ ζωή. Ἀναφέρομαι σὲ ποιήματα τὰ ὁποῖα ξεκινοῦν ἀπὸ κάτι μικρὸ καὶ ἀδιόρατο, ποὺ βλέπουμε συνήθως ἀλλὰ δὲν ἐγγράφουμε, καὶ ἑστιάζουν σὲ αὐτό, τὸ ἀποκαλύπτουν, τοῦ δίνουν τὸν πρῶτο ρόλο καὶ μᾶς ἀναγκάζουν νὰ τὸ βλέπουμε πεντακάθαρα στὸ ἐξῆς, καὶ μάλιστα νὰ τὸ βλέπουμε μὲ τρόπο διαφορετικό, ἰδιαίτερο, μὲ τὸν τρόπο δηλαδὴ ποὺ τὸ συγκεκριμένο κάθε φορὰ ποίημα ἔχει ἀνανοηματοδοτήσει τὴν πραγματικότητά μας.

Ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ χαρακτηριστικὰ ποιήματα αὐτοῦ τοῦ εἴδους εἶναι τὸ ἀριστουργηματικὸ  «Περιστατικὸ μὲ φίδι» τοῦ Νίκου Φωκᾶ, ὅπου ὄχι μόνο φωτίζεται ἕνα τέτοιο καθημερινὸ ψῆγμα περιστατικοῦ, ἀλλὰ ἐπίσης σχολιάζεται καὶ ἡ ἴδια ἡ διαδικασία ἀποκάλυψης καὶ ἀνανοηματοδότησης τῆς πραγματικότητας, ποὺ προσπαθῶ ἐδῶ νὰ περιγράψω ὡς βασικὴ λειτουργία τῆς (καλῆς) ποίησης. Στὸ ἐν λόγῳ ποίημα, ὁ ἀφηγητὴς μᾶς λέει ὅτι καθὼς πήγαινε στὴ δουλειά του «πῆρε τὸ μάτι» του ἕνα φίδι στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου, ποὺ ἔμοιαζε «σὰν ἀκαθαρσία ἀνθρώπινη», θέαμα ἀνοίκειο, ἀταίριαστο στὸ ἀστικὸ τοπίο. Οἰ περισσότεροι, κι ἂν τὸ βλέπαμε, θὰ νομίζαμε ὅτι ἦταν κάτι ἄλλο, ἀκαθαρσία ἔστω, θὰ προσπερνούσαμε καὶ θὰ συνεχίζαμε ἀκλόνητοι. Ἀλλὰ καὶ ἂν στεκόμασταν νὰ τὸ κοιτάξουμε καὶ πιστεύαμε στὰ μάτια μας καὶ ἀναγνωρίζαμε τὸ παρείσακτο φίδι στὸν κόσμο μας, πιθανότατα καὶ πάλι θὰ προσπερνούσαμε τελικὰ καὶ θὰ βιαζόμασταν νὰ ἐπιστρέψουμε στὴ δουλειά μας.

Τὸ ποίημα τοῦ Φωκᾶ δὲν μᾶς ἀποκαλύπτει ἁπλῶς τὸ φίδι, ὅμως. Ὁ ἀφηγητὴς μᾶς λέει πὼς γιὰ χάρη τοῦ φιδιοῦ ἀνέτρεψε ὅλη τὴ ζωή του, πὼς αὐτὸ τὸ φαινομενικὰ ἀσήμαντο περιστατικὸ μὲ τὸ φίδι ἄλλαξε τὰ πάντα:

῾Ωστόσο ἡ ἀλήθεια εἶναι ἄλλη˙ τὸ συμβὰν
Μ’ ἔκανε νὰ παραιτηθῶ ἀπ’ ὁπουδήποτε πήγαινα
Καὶ νὰ χάσω τὴ δουλειά μου
Γιὰ ἕνα μάθημα σοφό:
Ὅσο σπουδαῖο κι ἂν εἶναι αὐτὸ ποὺ βλέπουμε μπροστά μας
Ὑπάρχει πάντα στὰ ἄκρα κάτι
Ποὺ ἀπειλεῖ, πηδώντας στὸ ὀπτικό μας πεδίο,
Κυριολεκτικὰ νὰ κλέψει τὴν παράσταση.

Ἡ (καλὴ) ποίηση, ἀκόμη κι ἂν ἐλλοχεύει ἀνάμεσα σὲ ἀκαθαρσίες ἀνθρώπινες, φροντίζει βεβαίως νὰ ἀποκαλύψει τὸ φίδι ποὺ  ἀπειλεῖ νὰ κλέψει τὴν παράσταση, ἀλλὰ κυρίως μᾶς ἀναγκάζει νὰ ἀνατρέψουμε τὴν πραγματικότητά μας ὥστε τὸ φίδι νὰ χωρέσει σὲ αὐτήν. Κατὰ μία ἔννοια, ἡ καλὴ ποίηση εἶναι τὸ φίδι ποὺ κλέβει τὴν παράσταση. Διότι (καὶ πάλι μὲ τὰ λόγια τοῦ Φωκᾶ, ὅπως μοῦ τὰ μετέφερε ἡ κυρία Ἀγγέλα Φωκᾶ), ἡ πραγματικὴ ποίηση εἶναι σὰν τὴ μούχλα: ὅσο καὶ ἂν βάφεις τοὺς τοίχους ἐλπίζοντας ὅτι θὰ τὴν κρύψεις, ἡ μούχλα θὰ ξαναβγεῖ ἀργὰ ἢ γρήγορα στὴν ἐπιφάνεια και, ἂν μή τι ἄλλο, ἡ ὀσμή της θὰ σὲ ἐξαναγκάσει νὰ στρέψεις τὸ κεφάλι καὶ νὰ τὴν δεῖς. Καὶ τότε ἡ ἀντίληψή σου τοῦ χώρου ὅπου βρίσκεσαι θὰ ἀνατραπεῖ.

Ἡ κακὴ ποίηση, θὰ προσέθετα ἐγώ, εἶναι ἡ μπογιὰ μὲ τὴν ὁποία βάφουνε τοὺς τοίχους γύρω μας. Ἀκριβὴ ἐνίοτε, καὶ ἀκριβοπληρωμένη, παραμένει ἐπιφανειακὴ καθὼς  προσπαθεῖ νὰ καλύψει ἀντὶ νὰ ἀποκαλύπτει, νὰ ἀφομοιωθεῖ ἀντὶ νὰ ἀνατρέπει.

[πρωτοδημοσιεύτηκε στὴ bibliothèque]

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

Αὐτὸς ὁ ἱστότοπος χρησιμοποιεῖ τὸ Akismet γιὰ νὰ μειώσει τὰ ἀνεπιθύμητα μηνύματα. Μάθετε τί συμβαίνει μὲ τὰ δεδομένα τῶν σχολίων σας.