Μὲ φόρεμα μαῦρο σὰν τοῦ λαγοῦ τὸ αἷμα: Γλυκερία Μπασδέκη, Η Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

  1. Ἡ Θεόδωρος

 Παληὰ δὲν μοῦ ἄρεσε ὁ Ἐγγονόπουλος. Πρόχειρο τὸν θεωροῦσα καὶ εὔκολο. Τὸν ἀπέρριπτα, μὲ συνοπτικὲς διαδικασίες. Τὰ τελευταῖα χρόνια, έντούτοις, ἐπιστρέφοντας στὰ ποιήματά του, ἐξεπλάγην. Μὲ τὸν ἑαυτό μου κυρίως. Πῶς εἶναι δυνατόν, ἀναρωτήθηκα, νὰ μὴν μοῦ ἄρεσε, ἂς ποῦμε, τὸ Γὺψ καὶ Φρουρά;

Μύκονος
Μυκῆναι
μύκητες
τρεῖς
λέξεις
ὅμως
δύο
μόνο
φτερά

Πιθανότατα, σκέφτηκα, ἤμουν πολὺ μικρὸς καὶ πολὺ ἀλαζόνας, δηλαδὴ πολὺ βλάκας. Ἴσως νὰ ἔπαιξαν καὶ κάποιο ρόλο οἱ διηγήσεις τῆς ἀγαπημένης μου δασκάλας τῶν γερμανικῶν περὶ τῶν τυχαίων συναντήσεών της μὲ τὴν κυρία Ἐγγονοπούλου στὸ κομμωτήριο – ἡ κυρία Ἐγγονοπούλου ἦταν, κατὰ τὶς διηγήσεις αὐτές, σνὸμπ καὶ ἀπόμακρη κι ἂς εἶχε δώσει, ἐν εἴδει ἐλεημοσύνης, στὴ δασκάλα μου ἕνα ὑπογεγραμμένο ἀντίτυπο τῆς Κοιλάδας μὲ τοὺς Ροδῶνες.

Ἐπίσης, δὲν γνώριζα τότε τί εἴδους ὑποδοχὴ ἐπεφύλαξε τὸ κοινό, φιλολογικὸ καὶ μή, στὸν Ἐγγονόπουλο ὅταν πρωτοεμφανίστηκε στὰ γράμματα, δὲν εἶχα ἰδέα γιὰ τὸ χλευασμὸ καὶ τὸν ἐξευτελισμό, δὲν φανταζόμουν ὅτι οἱ στίχοι του γίνανε ὣς καὶ νούμερο στὴν ἐπιθεώρηση γιὰ νὰ καγχάζουν οἱ σεφερλῆδες τοῦ καιροῦ ἐκείνου. Ὅλα αὐτὰ ἐνῶ ἐγώ, ὁ παραβατικὸς καὶ ἐλευθεριακὸς ἔφηβος, εἶχα τὴν ἐσφαλμένη ἐντύπωση  ὅτι ἐπρόκειτο ἁπλῶς περὶ ἑνὸς μεγαλοαστοῦ ποὺ ἔκανε τὸ ποιητικό του κέφι ἐξασφαλίζοντας μὲ τὸ ἀζημίωτο τὸν ἔπαινο τοῦ δήμου καὶ τῶν σοφιστῶν…

  1. Ἡ Γλυκερία

 Μὴν ἀνησυχεῖτε, δὲν διαβάζετε λάθος κείμενο, σωστὸς εἶναι ὁ τίτλος. Δὲν παρουσιάζεται ἐδῶ οὔτε ἡ αὐτοβιογραφία ἑνὸς ἐπηρμένου, οὔτε τὸ γνωστὸ ἤδη ἔργο τοῦ Ἐγγονόπουλου. Ἡ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης παρουσιάζεται, ἡ τρίτη κατὰ σειρὰ ποιητικἠ συλλογὴ τῆς ἀγαπημένης μου φίλης Γλυκερίας Μπασδέκη. Καὶ καθόλου δὲν θέλω νὰ ὑπονοήσω οὔτε ὅτι ἡ Γλυκερία ὑπερρεαλίζει ἐγγονοπουλικῶς, οὔτε ὅτι θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ἐμπνευσθεῖ ἐπιθεωρησιακὰ νούμερα χλευάζοντας τὴν ποίησή της.  Πιστεύω, ὅμως, ὅτι τῆς Γλυκερίας θὰ τῆς ἄρεσε ἡ ἱστορία μὲ τὸ κομμωτήριο τῆς κυρίας Ἐγγονοπούλου, ὅπως πιστεύω ἐπίσης ὅτι ὑπάρχει κάποια βαθύτερη σχέση ἀνάμεσα στὴν ποίηση τοῦ Ἐγγονόπουλου καὶ στὴν ποίηση τῆς Γλυκερίας.

Ἀλλὰ πρὶν μιλήσουμε γιὰ τὴν Γλυκερία, ἂς ποῦμε δυὸ λόγια γιὰ τὸν Ἀριστομένη ἀπὸ τὴν Ἀνδανία.  Ὁ Ἀνδανιεὺς Ἀριστομένης, λοιπόν, ἐπικεφαλῆς τῶν ὑποδουλωμένων ἀλλὰ ἐξεγερμένων Μεσσηνίων, συνελήφθη ἀπὸ τοὺς Λακεδαιμονίους, οἱ ὁποῖοι τὸν κατακρήμνισαν στὸν Καιάδα. Ὡς ἐκ θαύματος, ὅμως, τὴ γλίτωσε: ἕνας ἀετὸς καταρχὰς πέταξε κάτω ἀπὸ τὸ σῶμα του καὶ τὸν προσγείωσε ὁμαλά, μιὰ ἀλεποὺ ἐν συνεχείᾳ τὸν ὁδήγησε στὴν ἔξοδο τοῦ βαράθρου. Τὴν ἱστορία τοῦ ἡρωικοῦ Ἀριστομένη διηγεῖται ὁ Παυσανίας καὶ παραλλάσσει ὁ Ἐγγονόπουλος στὸ ποίημα ὁ Ἀνδανιεύς:

ἀθιγγανίδες χορεύουν
ὅμως δὲ λησμονοῦνται μέσα στὴν ἡδονή – τοὺς κύκλους – τοῦ χοροῦ
νὰ κοσμήσουν τὰ μακριὰ ὁλόμαυρα
μαλλιά τους
μὲ πολύχρωμα λουλούδια

οἱ γύφτισσες εἶναι – βέβαια – τρεῖς:
ἡ μία λέγεται Θοδώρα
ἡ ἄλλη Σουλτάνα
καὶ ἡ Τρίτη
εἶναι
ὁ στρατηγὸς Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

Ὥστε πίσω ἀπὸ τὴν Θεόδωρο Κολοκοτρώνη τῆς Γλυκερίας κρύβεται ὁ Ἀνδανιεὺς τοῦ Ἐγγονόπουλου καὶ ὁ θρυλικὸς μεσσήνιος Ἀριστμένης; Πιθανόν. Ἀλλὰ κυρίως στὸ βιβλίο τῆς Γλυκερίας καραδοκοῦν καθημερινά καὶ συγχρόνως ἀπόκοσμα κορίτσια ποὺ χορεύουν καὶ κοσμοῦν τὰ μαλλιά τους σὲ ἕνα περιβάλλον ὄχι ἁπλῶς διάψευσης ἀλλὰ βέβαιης, προδιαγεγραμμένης καταστροφῆς – ὁ δὲ θεοδωροκολοκοτρωνικὸς ἡρωισμός τους εἶναι ἡ ἴδια ἡ ὕπαρξή τους, μὲ τὴν έπίγνωση τῆς χλεύης τῶν ἀδαῶν, τῆς ἧττας καὶ τῆς φθορᾶς, τῆς ἀρρώστιας καὶ τοῦ θανάτου, μέσα στὸν ἐνθουσιασμὸ τῆς ἀμφίβολης, καὶ μᾶλλον ἤδη παρωχημένης, νεότητάς τους:

την κορόιδευαν
ήταν μιας άλλης ομορφιάς
μουστακαλού

                (H Θεόδωρος Κολοκοτρώνης)

 

κάτι ξανθούλες χαρωπές
τις πήρε ο ύπνος

               (Ο Καθείς και η Μοίρα του)

 

δες πώς γελάει στον τροχό
στα ξυραφάκια ξεκαρδίζεται
η χριστιανή

                (Η Καλόκαρδη)

 

έτσι καθώς
στεγνώνουνε μαλλιά
μαζί
και στάζουν σάλια
φτυστή Γoγγύλα μες στο γάλα η μια
κι η ἄλλη σα Σαπφώ με πιστολάκι

                 (Ασκούμενες κομμώτριες στη Λέσβο)

Στὰ ποιήματα τῆς Γλυκερίας παρελαύνουν ὅλες αὐτὲς οἰ σχεδὸν καθημερινὲς γυναῖκες, κομμώτριες, νοικοκυρὲς, πελαγωμένες μητέρες, μὶς τῶν καλλιστείων, παλαίμαχοι ποδοσφαιριστές, παιδάκια μὲ παιχνίδια καὶ γλυκίσματα˙ ἐπίσης ὅμως: νεκροὶ ποιητές, νεκρὲς καὶ ζωντανὲς ποιήτριες, ἅγιοι καὶ δαίμονες, πρίγκηπες τοῦ παραμυθιοῦ καὶ καρατομημένες βασίλισσες. Οἱ χῶροι στοὺς ὁποίους κινοῦνται τὰ μέλη αὐτοῦ τοῦ θιάσου εἶναι γνώριμοι, σχεδὸν καθημερινοὶ ἐπίσης: ἀστικὰ διαμερίσματα, ἡ ὁδὸς Σκουφᾶ, τὸ σοῦπερ μάρκετ Μασούτη, νοσοκομεῖα, τὰ Χόντος Σέντερ, ἐκκλησίες, ἡ Λάρισα, ἡ Κέρκυρα˙ καθὼς ἐπίσης δωμάτια βασανιστηρίων, ὀστεοφυλάκια, ἡ Place de la Concorde μὲ τὴν γκιλλοτίνα της, καὶ φυσικὰ ὁ ἄλλος κόσμος.

 

  1. Ἡ πραγματικότητα

Ἡ συνάντηση αὐτὴ τῆς καθημερινότητας καὶ τοῦ ἐφιάλτη, ἡ αἰφνιδιαστικὴ ἀποκάλυψη τῆς ἐφιαλτικῆς ὄψης τῶν πραγμάτων εἶναι ἴσως τὸ βασικὸ θέμα τῆς ποίησης τῆς Γλυκερίας. Ἐπιλέγω, σχεδὸν τυχαῖα, δύο ποιήματα ἀπὸ τὴν Θεόδωρο Κολοκοτρώνη γιὰ νὰ δείξω τί ἐννοῶ. Τὸ πρῶτο εἶναι οἱ Μύλοι Αγίου Γεωργίου (σελ. 43):

Μες στον Μασούτη, άλουστη,
λερή
ένα αλεύρι ήθελε, δεν προσδοκούσε
τίποτε, δεν ήξερε, εννιά παρά,
στο κλείσιμο

κι όμως
δεν έχει ώρες ο Ανελέητος,
δεν στέλνει μήνυμα πιο πριν, δεν
προειδοποιεί ο Αλήτης

εκεί, μπρος στο αλεύρι
ολικής, μετά τις
ζύμες
παραμόνευε

κι εκείνη άλουστη, λερή,
ένα αλεύρι μόνον
ήθελε

Ὣς ἐδῶ, τὰ πράγματα εἶναι ξεκάθαρα: ἡ σκηνὴ ἁπλή, καθημερινή, μιὰ γυναίκα πάει τελευταία στιγμὴ νὰ ψωνίσει κάτι στὸ σοῦπερ μάρκετ, ἀπροετοίμαστη, ἄλουστη, λερή, χωρὶς σχέδιο νὰ συναντήσει κανέναν, χωρὶς νὰ ὑποπτεύεται ὅτι ἐνδέχεται νὰ συναντήσει κανέναν, καὶ κάποιος ποὺ προφανῶς τὴν ἐνδιέφερε νὰ μὴν τὴν συναντήσει σὲ αὐτὴν τὴν κατάσταση, κάποιος γιὰ χάρη τοῦ ὁποίου θὰ ἤθελε νὰ εἶναι πιὸ ἑλκυστική, πιὸ ἐντυπωσιακή, γκόμενος πιθανῶς ἣ ὑποψήφιος, ἐμφανίζεται ἀκριβῶς ἐκείνη τὴν ἀκατάλληλη στιγμή ποὺ δὲν ὑπάρχει τὸ περιθώριο νὰ τοῦ κάνει καλὴ ἐντύπωση.

Καὶ ὕστερα ἔρχεται ἡ κατάληξη τοῦ ποιήματος καὶ μᾶς ἀναγκάζει νὰ ξαναεξετάσουμε τὰ γεγονότα, νὰ ἀντιληφθοῦμε τὶς ἐφιαλτικὲς ἐπιπτώσεις τους, νὰ  ἀναρωτηθοῦμε ποιός ἦταν τελικὰ ὁ Ἀνελέητος, ὁ Ἀλήτης καὶ τί θάνατος μπορεῖ νὰ κρύβεται σὲ ἕνα ἁπλὸ καθημερινὸ περιστατικό:

την κάρφωσε, την έλυωσε,
πάει στον αγύριστο
κι ακόμα παραπέρα η άλουστη

με το αλεύρι αγκαλιά αιώνες τώρα

 

  1. Ὁ Ἐφιάλτης

Στὸ δεύτερο ποίημα ποὺ θὰ παραθέσω, ἡ εἰκόνα αὐτὴ φαίνεται νὰ ἀντιστρέφεται. Πρόκειται γιὰ τὸ ποίημα  Υπό  Δαιμόνων (σελ. 41). Ἐδῶ ἡ ἐμπειρία ἀπὸ τὴν ὁποία ἀρχίζει τὸ ποίημα εἶναι κάθε ἄλλο παρὰ ἁπλὴ καὶ καθημερινή˙ τραβηγμένη θὰ τὴν ἔλεγε κανείς, κινηματογραφική, ὑπερβολική, ἐφιαλτικὴ μὲ τὴν ἔννοια τοῦ splatter, σὰν περιγραφὴ μιᾶς ἑλληνίδας Λίντα Μπλαὶρ στὴν ἐπαρχία, ποὺ τὴν ἐξορκίζουν μὲ μανία:

άρχισε τους εξορκισμούς,
τα απεταξάμην

βγάλε τη φούστα, το
σουτιέν,
στην τάρταρο το
φανελάκι

ακάθαρτη και
βελζεβούλα,
δράκαινα, τρεις
νύχτες
ούρλιαζε η
μικρή, πονούσε,

Ἐδῶ οἱ ἀναγνῶστες ἔχουμε κάπως καθησυχαστεῖ. Ὅλα αὐτὰ εἶναι παραμύθια καὶ ὑπερβολές, δὲν ὑπάρχουν δαίμονες καὶ δαιμονισμένες, ὡραία ἱστορία καὶ ὡραῖα εἰπωμένη, ὡραῖες οἱ δράκαινες καὶ οἱ βελζεβοῦλες ἀλλὰ δὲν μᾶς ἀφοροῦν, δὲν μᾶς φοβίζουν, ἢ ἂν μᾶς φοβίζουν μᾶς φοβίζουν μὲ τὸν τρόπο τῶν ταινιῶν τρόμου, τὶς ὁποῖες ἀπολαμβάνουμε διότι ξέρουμε ἀκριβῶς ὅτι δὲν εἶναι πραγματικές.

Καὶ πάλι ὅμως ὁ ἐφιάλτης καραδοκεῖ: αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν αἴσθηση καθησυχασμοῦ ἀνατρέπει στὴ συνέχεια τὸ ποίημα, ἀποκαλύπτοντας, αὐτὴ τὴ φορά, ὅτι δὲν ἦταν ἡ Λίντα Μπλαὶρ καὶ οἱ δαίμονες τὸ φόβητρο, δὲν ἦταν αὐτὸς ὁ ἐφιάλτης. Ὁ ἐφιάλτης εἶναι ἀντιθέτως ἡ ἀπουσία τους, ἡ ἄνυδρη καὶ ἔρημη καὶ ἀγεώργητη κατάσταση ὄχι τῆς δαιμονισμένης, βεβαίως, ἀλλὰ τῆς ἀδαιμόνιστης, τῆς ἀνέραστης, τῆς μόνης:

τα πόδια μούδιασαν
στον καναπέ
έτσι ανοιχτά, να φύγουν
τα δαιμόνια

να πάνε αλλού,

σε κόρη άλλη
άνυδρη και
έρημη
και αγεώργητη

 

  1. Ἡ ποίηση συμβαίνει

Λέει ὁ Borges, σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς διαλέξεις του ποὺ περιλήφθηκαν στὴν Τέχνη τοῦ Στίχου (Τὸ Αἴνιγμα τῆς Ποίησης, μετάφραση Μαρίας Τόμπρου, Πανεπιστημιακὲς ἐκδόσεις Κρήτης 2006):

Διάβασα κάποτε ὅτι ὁ Ἀμερικανὸς ζωγράφος Whistler βρισκόταν σὲ ἕνα καφενεῖο στὸ Παρίσι καὶ κάποιοι ἄνθρωποι συζητοῦσαν γιὰ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἡ κληρονομικότητα, τὸ περιβάλλον, ἡ πολιτικὴ κατάσταση τῆς ἐποχῆς καὶ τὰ τοιαῦτα ἐπηρεάζουν τὸν καλλιτέχνη. Καὶ τότε ὁ Whistler εἶπε: «Ἡ τέχνη συμβαίνει». Δηλαδή, ὑπάρχει κάτι τὸ μυστηριῶδες στὴν τέχνη. Θὰ ἤθελα νὰ διαβάσω tὴ φράση του μὲ ἕνα νέο νόημα. Θὰ ἔλεγα: Ἡ τέχνη συμβαίνει κάθε φορὰ ποὺ διαβάζουμε ἕνα ποίημα.

Στὴν περίπτωση τῆς Γλυκερίας, ἡ ποίηση συμβαίνει. Καὶ συμβαίνει τόσο τὴ στιγμὴ ποὺ γράφεται τὸ ποίημα ὅσο καὶ τὴ στιγμὴ ποὺ διαβάζεται. Καὶ πράγματι, ἔχει κάτι τὸ μυστηριῶδες, γιὰ τὴν ἀκρίβεια κάτι τὸ ἀποκαλυπτικό.

Ἡ ποίηση τῆς Γλυκερίας δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ κάποιοι ὀνομάζουν ψευδῶς μὲν μεγαλοπρεπῶς δὲ τεχνικὴ ποίηση. Δὲν πρόκειται γιὰ ποιήματα ποὺ ἔχουν συντεθεῖ μὲ προγραμματικὸ σχέδιο καὶ μὲ δυσκοίλια φιλοδοξία. Πρόκειται γιὰ ποιήματα ποὺ ἔχουν συμβεῖ. Καὶ ποὺ ἐξακολουθοῦν νὰ συμβαίνουν, εὐτυχῶς.

Φυσικά, αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι τὰ ποιήματα τῆς Γλυκερίας εἶναι ἀβίαστα, πηγαῖα, καὶ τέτοια ἠχηρὰ παρόμοια. Σημαίνει ὅμως ἀπαραιτήτως ὅτι τὰ ποιήματα αὐτὰ δὲν ἔχουν προκύψει ἀπὸ μιὰ διαδικασία προγραμματισμένης σύνθεσης, ἡ ποιήτρια προφανέστατα δὲν κάθεται στὸ γραφεῖο της ἢ στὸ τραπέζι τῆς κουζίνας νὰ πεῖ «τώρα θὰ γράψω ἕνα ποίημα», τὸ ποίημα τῆς συμβαίνει ἐξαίφνης καὶ στὴ συνέχεια ἡ ποιήτρια φροντίζει ὤστε νὰ ἀποτυπωθεῖ στὸ χαρτὶ μὲ τέτοιο τρόπο ὥστε νὰ συμβεῖ καὶ σὲ ἐμᾶς. Ἡ διαδικασία τοῦ ποιήματος ξεκινάει μὲ τὴ βίωση τῆς ἐφιαλτικῆς πραγματικότητας, περνάει στὴν ἀποτύπωσή της μέσα ἀπὸ ἐξαιρετικὰ προσεκτικὰ ἐπιλεγμένες λέξεις στὸ χαρτί καὶ ἀναπνέει κάθε φορὰ ποὺ τὸ ποίημα διαβάζεται καὶ ἀναγκάζει τὸν ἀναγνώστη νὰ γευθεῖ τὸ ἴδιο βίωμα, νὰ παγιδευθεῖ στὸν ἴδιο ἐφιάλτη.

Ἡ ποίηση συμβαίνει καθὼς ἀναδύονται οἱ Μυκῆνες καὶ ἡ Μύκονος ἀπὸ τοὺς μύκητες τοῦ Ἐγγονόπουλου, καθὼς ἀναδύεται ἡ στρατηγὸς Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ἀνάμεσα στὶς ἀθιγγανίδες ποὺ χορεύουν˙  καὶ εἶναι μιᾶς ἄλλης ὀμορφιᾶς, μουστακαλού.

 

[πρώτη δημοσίευση στὸ http://www.bibliotheque.gr]

Σύρε καλὲ τὴν ἅλυσον: σχετικὰ μὲ τὴ Γλυκερία Μπασδέκη καὶ τὴν ποίησή της

  1. Εἰσαγωγικά: ἡ Μπασδέκη καὶ ἡ ἐποχή της

Ἡ Γλυκερία Μπασδέκη γεννήθηκε στὰ 1969 καὶ ἐμφανίσθηκε στὰ ἑλληνικὰ γράμματα τὸ 1989 μὲ τὴ συλλογὴ Εἶναι ἐπικίνδυνο ν’ ἀνοίγεις τὴν πόρτα σου σὲ ἄγνωστες μικρές. Ἂν καί, βάσει τῆς ἡμερομηνίας ἔκδοσης τῆς πρώτης αὐτῆς συλλογῆς, θὰ ἔπρεπε ἡ Μπασδέκη νὰ ἐντάσσεται γραμματολογικῶς στὴ γενιὰ τοῦ 1980, θὰ ἤθελα σὲ αὐτὸ τὸ κείμενο νὰ ὑποστηρίξω ὅτι στὴν πραγματικότητα ἡ ποιήτρια ἀνήκει ἀντιθέτως στὴ λεγόμενη γενιὰ τοῦ 1990.

Πρόσθετα προβλήματα ὡς πρὸς τὴν γραμματολογικὴ κατάταξη τῆς Μπασδέκη δημιουργεῖ, ὅμως, τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ δεύτερη ποιητικὴ συλλογή της, Σύρε καλέ την άλυσον, πρωτοεκδοθηκε εἴκοσι τρία ὁλόκληρα χρόνια μετὰ τὴν πρώτη της συλλογή. Ἡ περίοδος αὐτὴ τῆς φαινομενικῆς σιωπῆς τῆς ποιήτριας θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ἰσχυρισθεῖ ὅτι δικαιολογεῖ τὴν ἄποψη ὅτι δὲν ὑπάρχει συνέχεια στὸ ποιητικὸ ἔργο τῆς Μπασδέκη, ὅτι δηλαδὴ ἡ πρώτη της ἐκείνη συλλογή, ἐξαντλημένη ἀπὸ χρόνια, περιλαμβάνει ἀποκηρυγμένα juvenilia καὶ δὲν συνδέεται μὲ τὴν δεύτερη, ὥστε ἡ οὐσιαστικὴ ἀφετηρία τῆς ποιητικῆς κατάθεσης τῆς Μπασδέκη βρίσκεται στὰ 2012, ὁπότε ἐκδόθηκε τὸ Σύρε καλέ την άλυσον, ἑπομένως ἡ Μπασδέκη θὰ πρέπει νὰ συγκαταλεχθεῖ στὴ γενιὰ τοῦ 2010 καὶ ὄχι στὴ γενιὰ τοῦ 1990.

Ἄν, βεβαίως, γίνει ἀποδεκτὴ αὐτὴ ἡ ἄποψη, ἡ Μπασδέκη παύει ἐκ τῶν πραγμάτων νὰ θεωρεῖται ποιήτρια τῆς νεότητος καὶ τῆς αὐθορμησίας, ἐφόσον δὲν λαμβάνεται ὑπόψη ἡ συλλογὴ ποὺ ἐξέδωσε ἡ ποιήτρια στὴν τρυφερὴ ἡλικία τῶν εἴκοσι μόλις ἐτῶν, ἀλλὰ ἀναδεικνύεται ὡς ποιήτρια τῆς ὡριμότητος, ἔχοντας ἐκδώσει τὸ πρῶτο της οὺσιαστικὸ ἔργο στὴν μέση ἡλικία, δηλαδὴ στὰ σαράντα τρία της ἀκριβῶς χρόνια.

Καίτοι, μὲ στοιχεῖα τόσο κειμενικὰ ὅσο καὶ βιογραφικὰ καὶ ἱστορικὰ καὶ φιλολογικά, διακρίνεται πράγματι μιὰ τομὴ στὸ ἔργο, ἀλλὰ καὶ στὸ βίο τῆς Μπασδέκη ἀπὸ τὸ 2012 καὶ μετά, θεωρῶ ὅτι ἡ ἄποψη περὶ τῆς ἐντάξεως τῆς Μπασδέκη στὴ γενιὰ τῶν ὡρίμων ποιητῶν τοῦ 2010 δὲν εὐσταθεῖ, ὅπως δὲν εὐσταθεῖ καὶ ἡ ἄποψη περὶ ἐντάξεώς της στὴ γενιὰ τοῦ 1980. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ὑπονοήσω ὅτι ἡ ποίησή της εἶναι ἀνώριμη, ἂν καὶ διακρίνονται ἀρκετὰ στοιχεῖα ποιητικῆς ἀνωριμότητος, πιθανότατα ἐμπρόθετης καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐκμαυλιστικῆς, στὴν ὕστερη περίοδο τῆς ποιήσεώς της. Οὔτε βέβαια θὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι ἡ ἴδια ἡ ποιήτρια εἶναι ἀνώριμη, διότι ὅσο εὐειδὴς καὶ ἂν παραμένει, εἶναι πλέον μιὰ γυναίκα σαράντα πέντε ἐτῶν, καὶ μάλιστα φιλόλογος, σύζυγος καὶ μητέρα δύο τέκνων.

Αὐτὸ τὸ ὁποῖο διατείνομαι εἶναι ὅτι ἡ ποίηση τῆς Μπασδέκη, καίτοι μοιράζεται κάποια χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα στὴν ὕστερη περίοδό της μὲ τὴν ποίηση ὡρίμων, καὶ ἐννοῶ μεσόκοπων, ποιητῶν ποὺ πρωτοεμφανίστηκαν τὴ δεκαετία τοῦ 2010, ἀποτελεῖ συνέχεια τοῦ ποιητικοῦ ὁράματος τὸ ὁποῖο ἐξήγγειλε ἡ ποιήτρια στὰ 1989, ὅταν ἀκόμη ἦταν μιὰ ἁπλὴ φοιτήτρια τῆς ἱστορίας μὲ καλλιτεχνικὲς ἀνησυχίες, δηλαδὴ μιά, γιὰ νὰ χρησιμοποιήσω τὰ λόγια τῆς ἴδιας τῆς ποιήτριας, μικρὴ στὴ ὁποία θὰ ἦταν ἐπικίνδυνο νὰ ἀνοίξει κανεὶς τὴν πόρτα του. Ἐπιπλέον, φρονῶ ὅτι τὸ ἴδιο ἀκριβῶς ποιητικὸ ὅραμα ὑπηρετοῦν καὶ οἱ ἄλλες ἀναζητήσεις τῆς Μπασδέκη, ἡ ὁποία φαίνεται ὅτι μετὰ τὴν ἔκδοση τῆς ἁλύσου, ἀπελευθέρωσε τὸν δημιουργικό της οἶστρο: συνέγραψε τέσσαρα θεατρικὰ ἔργα, συνέθεσε πολλὰ ἀκόμη ποιήματα τὰ ὁποῖα δημοσιεύονται σὲ ἐπιφανῆ λογοτεχνικὰ περιοδικά, ἔντυπα καὶ διαδικτυακά, τόσον τῆς πρωτευούσης ὅσον καὶ τῆς ἐπαρχίας (ὅπου, σημειωτέον, ἡ Μπασδέκη ζεῖ καὶ ἐργάζεται), ἐνῶ διατηρεῖ ἐπίσης ἱστολόγιο μὲ τὸν χαρακτηριστικὸ τίτλο Crying Game στὸν ἱστότοπο lifo.gr, ὄπου ἡ ποιήτρια δημοσιεύει σὲ τακτὰ χρονικὰ διαστήματα ὑβριδιακὰ κείμενα ποιητικῆς, ἀναμφίβολα, πνοῆς. Μὲ ἀνυπομονησία ἀναμένουμε ἐπίσης τὴν ἔκδοση τῆς φιλολογικῆς πραγματείας τῆς Μπασδέκη Ποίηση καὶ ποδόσφαιρο. Στὸ γήπεδο τοῦ Βασίλη Στεριάδη, ἡ ὁποία βασίζεται στὴ διατριβὴ ποὺ ἐκπόνησε ἡ ποιήτρια κατὰ τὴ διάρκεια τῶν μεταπτυχιακῶν σπουδῶν της στὴ δημιουργικὴ γραφή.

Πρόκειται ἑπομένως γιὰ πολυσχιδή, πολυποίκιλη καὶ πολυτάλαντη ἄνθρωπο τῶν γραμμάτων μας: φιλόλογο, δραματουργό, ἱστολόγο καὶ ποιήτρια. Ἐντούτοις, δὲν θὰ ἐπεκταθῶ ἐπὶ τοῦ παρόντος σὲ ἄλλες φιλολογικοῦ ἢ βιογραφικοῦ, ἢ τέλος πάντων, πραγματολογικοῦ ἐνδιαφέροντος πληροφορίες· θὰ ἀναφερθῶ ἁπλῶς ἐν μεγάλῃ συντομίᾳ στὰ βασικὰ χαρακτηριστικὰ τῆς ποιητικῆς γενιᾶς τοῦ 1990, στὴν ὁποία ὅπως προεῖπα κατατάσσω τὴν ποιήτρια˙ ἐν συνεχείᾳ, θὰ ἀντιδιαστείλω, μὲ σχετικὴ συντομία, τὰ χαρακτηριστικὰ αὐτὰ πρὸς τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς γενιᾶς τοῦ 2010, καὶ συγκεκριμένως τῆς ὑπογενιᾶς τῶν μεσόκοπων πρωτοεμφανιζόμενων κατὰ τὴ δεκαετία τοῦ 2010˙ καὶ ἀμέσως μετὰ θὰ προχωρήσω στὸ κύριο θέμα μου, ποὺ εἶναι ἡ πραγμάτωση τοῦ ποιητικοῦ ὁράματος τῆς Γλυκερίας Μπασδέκη κατὰ τὴν ὕστερη περίοδο τῆς ποιητικῆς της πορείας, τῆς ὁποίας βασικὸ δημοσιευμένο τεκμήριο ἀποτελεῖ μέχρι στιγμῆς ἡ συλλογὴ Σύρε καλέ την άλυσον.

 

  1. Ἡ σχέση τῆς Μπασδέκη μὲ τὶς γενιὲς τοῦ 1980 καὶ τοῦ 2010

Ἐσωστρέφεια, μετασυρρεαλισμός, ἀνυπαρξία ἑνοποιητικοῦ προγραμματικοῦ ἱστοῦ: αὐτὰ θὰ μποροῦσε κανείς, συμφωνώντας μὲ τὸν  Ἀμανατίδη, καὶ ἐν μέρει μὲ τὸν Κεφάλα, νὰ ἰσχυρισθεῖ ὅτι εἶναι τὰ βασικὰ γνωρίσματα τῆς ποίησης τῆς γενιᾶς τοῦ 1990. Σὲ αὐτὰ θὰ πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ προστεθοῦν ἡ ἀγωνία τῆς ἐπίδρασης καὶ ἡ ὑπαρξιακὴ ἀγωνία, διότι παραμένει πάντα ὠφέλιμο ὅποτε γίνεται λόγος περὶ ποιήσεως νὰ ἀναφέρονται καὶ οἱ δύο αὐτὲς ἀγωνίες. Ἡ γενιὰ τοῦ 1990 παράγει μιὰ ποίηση ἐσωτερικοῦ χώρου, ποὺ ἔχει ἤδη ἐγκαταλείψει ἀκόμη καὶ τὸ ἰδιωτικὸ ὅραμα τῆς ἀμέσως προηγούμενης γενιᾶς τοῦ 1980, μιὰ ποίηση χωρὶς ὅραμα, ἴσως μάλιστα μιὰ ποίηση ποὺ τὴ χαρακτηρίζει ἡ ἐγκατάλειψη τοῦ ὁράματος, ὄχι μόνο σὲ ἐπίπεδο θεματολογίας, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ σὲ ἐπίπεδο μορφικῶν ἢ ἄλλων ἀναζητήσεων, καθὼς κανένα κίνημα, καμμιὰ τάση δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πλέον κυρίαρχη, ἀλλὰ ἀντιθέτως ὅλες οἱ τάσεις, ὅλες οἱ μορφικὲς ἀναζητήσεις, ὅλοι οἱ ποιητικοὶ τρόποι εἶναι διαθέσιμοι πρὸς ἀξιοποίηση. Ὁ μοναδικὸς κοινὸς τόπος ὅπου συναντιοῦνται οἱ ποιητὲς τῆς γενιᾶς τοῦ 1990 εἶναι ἡ δεδομένη μετασυρρεαλιστικὴ καὶ μεταμοντερνική τους καταγωγή.

Ἀντιθέτως, στὴ γενιὰ τοῦ 2010, ἡ ὑπαρξιακὴ ἀγωνία παραμένει μὲν παρούσα, ἀλλὰ ὁ μετασυρρεαλισμὸς ὑποχωρεῖ πρὸς ὄφελος μιᾶς μᾶλλον ρεαλιστικῆς, ἐνίοτε, δέ, νατουραλιστικῆς καὶ ὁπωσδήποτε κατὰ κανόνα ὀρθολογικῆς προσέγγισης στὸ ἀντικείμενο, ἡ ἐσωστρέφεια σταδιακὰ ἐγκαταλείπεται, ἡ ἀγωνία τῆς ἐπίδρασης ὡριμάζει καὶ μεταμορφώνεται σὲ ἐπίδειξη εὐρυμάθειας, ἡ μεταμοντέρνα συνθήκη ἀναβιώνει καὶ ἐνθαρρύνει τὴν νεκρανάσταση παραδοσιακότερων ποιητικῶν τρόπων, ἐνῶ ἐπανεμφανίζεται ἐπίσης, ὑποβοηθούμενη ἢ ἐνδεχομένως καὶ ἐπιβαλλόμενη ἀπὸ τὴν διάχυση τῆς πληροφορίας καὶ τὴν κοινωνικὴ δικτύωση στὴ μεταψηφιακὴ ἐποχή, ἡ αὐτοσυνειδησία τῆς γενιᾶς ὡς τέτοιας, τῆς ὁποίας βασικοὶ ἐκπρόσωποι δημιουργοῦν καὶ πάλι συντροφιές, περιοδικά, ραδιοφωνικὲς ἐκπομπές, ἱστότοπους, καὶ συμμετέχουν συλλογικὰ σὲ ἐκδηλώσεις καὶ δρώμενα ποὺ σκοπὸ ἔχουν κυρίως, ἂν ὄχι ἀποκλειστικά, τὴν διάδοση καὶ προώθηση τῆς ποίησεώς τους καθὼς καὶ τὸν ἀναγκαῖα παρεπόμενο ἀποκλεισμὸ τῶν ἑτερόδοξων. Χαρακτηριστικὸ μάλιστα εἶναι ὅτι οἱ ἐν λόγῳ ποιητὲς καὶ ποιήτριες συνδέονται μεταξύ τους μὲ φιλικὲς καὶ ἄλλες σχέσεις, οἱ ὁποῖες φαίνεται πὼς ἐπιβεβαιώνουν κατὰ κάποιον ἔμμεσο τρόπο τὴ λογοτεχνική τους συνάφεια. Ἀκόμη καὶ στὴν περίπτωση αὐτῶν ποὺ ὀνομάζω ἡλικιακὰ ὥριμους ποιητὲς τῆς γενιᾶς τοῦ 2010 – καὶ ἀναφέρομαι ἐδῶ σὲ μεσόκοπους ἤδη, ποὺ λογικὰ θὰ ἀνῆκαν στὴν γενιὰ τοῦ 1980 ἢ ἔστω τοῦ 1990 ἀλλὰ καθυστέρησαν νὰ ἐμφανισθοῦν στὰ γράμματα – παρατηροῦμε τὰ ἴδια γνωρίσματα, μὲ τὴν ἐξαίρεση, ἴσως καὶ λόγῳ ἡλικίας, τῆς ἐπίμονης κοινωνικῆς δικτύωσης.

Ἡ Μπασδέκη, ἂν καὶ ἐν πολλοῖς ἀπούσα ἀπὸ τὰ λογοτεχνικὰ δρώμενα στὴ διάρκεια τῆς δεκαετίας τοῦ 1990, εἶναι σαφὲς ὅτι σὲ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴ γενιὰ ἀνήκει: τὴν γενιὰ τῆς κατάρρευσης τοῦ ἰδιωτικοῦ ὁράματος, ὅπου ὁ μετασυρρεαλιστικὸς παραλογισμὸς ἀποτελεῖ κοινὸ τόπο, ἡ ἐσωστρέφεια κανόνα καὶ ἡ χαοτικὴ ἀποδόμηση τῆς ποιητικῆς νόρμας σύνηθες φαινόμενο. Σαφέστατα δὲν ἔχει, καὶ δὲν νομίζω ὅτι θέλει νὰ ἔχει, σχέση μὲ τὴν φαντασμαγορικὴ eruditio τῶν ποιητῶν τῆς γενιᾶς τοῦ 2010, μὲ τὴν ὀρθολογική τους προσέγγιση στὰ πράγματα, μὲ τὴν ἐξωστρεφή τους εἰρωνεία καὶ τὴν αὐτιστική τους ὡραιοπάθεια. Ἡ ποιήτρια Γλυκερία Μπασδέκη εἶναι ὡραία χωρὶς νὰ εἶναι ὡραιοπαθής, ἡ εἰρωνεία της εἶναι κεντρομόλος, ὁ στίχος της εἶναι καίριος κι εὐθύς, τὸ ὅραμά της εἶναι ἀκριβῶς ἡ κατάρρευση τῶν ὁραμάτων. Τὸ γεγονὸς ὅτι, ὅπως ἰσχυρίζομαι, ἀνήκει σὲ μιὰ γενιὰ ἀπὸ τὴν ὁποία ἐπέλεξε νὰ εἶναι ἀπούσα ἀποδεικνύει, ἐνισχύει καὶ θωρακίζει αὐτή της τὴ στάση.

  1. Τὰ ποιήματα τοῦ «Σύρε καλέ την άλυσον»

Ἑδῶ θὰ πρέπει νὰ συγχαρῶ τοὺς ἀναγνῶστες ποὺ ἐξακολουθοῦν νὰ διαβάζουν τὸ παρὸν κείμενο˙ τοὺς γενναίους, ποὺ κατέφεραν νὰ ἀντέξουν αὐτὴν τὴν δῆθεν περισπούδαστη ἐπίδειξη κριτικοφιλολογικῆς κακογουστιᾶς καὶ ναρκισσευόμου ἀκκισμοῦ. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἀφθονοῦν αὐτοῦ τοῦ εἴδους οἱ προσεγγίσεις, ἰδιαίτερα ὅταν γίνεται λόγος περὶ ποιήσεως, ὅπως ἀφθονοῦν ἐπίσης καὶ τὰ ἀντίστοιχα ποιήματα, στὰ ὁποῖα ταιριάζει γάντι ὁ κενὸς αὐτὸς λόγος. Τὰ ποιήματα τῆς Γλυκερίας Μπασδέκη, ὅμως, δὲν ἔχουν στὴν πραγματικότητα σχέση μὲ ὅλα αὐτά. Καὶ δὲν ἔχουν ἐπίσης σχέση μὲ τὴν ποίηση τοῦ συρμοῦ, αὐτὴν ποὺ ἔχουν μάθει νὰ θαυμάζουν οἱ περισσότεροι. Μὲ ἄλλα λόγια, τὰ ποιήματα τῆς Μπασδέκη δὲν εἶναι εὔκολα.

Τὰ ποιήματα τοῦ Σύρε καλέ την άλυσον εἶναι κατὰ κανόνα ὀλιγόστιχα, χωρὶς περιττὲς λέξεις, χωρὶς περιττὲς φράσεις, χωρὶς φιοριτοῦρες. Ἡ ποίηση τῆς Μπασδέκη ἀποστρέφεται τὴ συναισθηματολογία, τὸν λόγο δηλαδὴ περὶ συναισθημάτων, τὴν μίμηση τοῦ συναισθήματος, τὴν ἐπιφανειακὴ ἔκφραση τῆς συναισθηματικῆς ἔξαψης ποὺ σὲ κάποιους κύκλους περνιέται γιὰ λυρισμός. Αὐτὸ δὲν σημαίνει βέβαια ὅτι δὲν ὑπάρχει συναίσθημα˙ κάθε ἄλλο: ὑπάρχει φόβος, ὑπάρχει πόθος, ὑπάρχει πένθος.

Ἡ ποιήτρια ἀποστρέφεται τὴν καλολογία, δὲν προσπαθεῖ νὰ βρεῖ λέξεις ὡραῖες, εὔηχες ἣ ποιητικὲς μέσῳ τῶν ὁποίων νὰ ὑποκριθεῖ ὅτι μιλάει ἢ ὅτι αἰσθάνεται. Μιλάει μὲ εὐθύτητα, πολλὲς φορὲς μὲ σοκαριστικὴ εὐθύτητα, καὶ συνθέτει στίχους ἄμεσους, σύντομους, ποὺ χτυπᾶνε σὰν πρόκες κατευθείαν στὸ κόκαλο. Προσγειώνει καὶ γειώνει τὸ συναίσθημα, τὸ τοποθετεῖ στὸν χῶρο τῆς πραγματικῆς ζωῆς, καὶ συχνὰ σαρκάζει τὴν ὑφέρπουσα διάθεση  ἀνάτασης γιὰ νὰ τὴν ἐξορκίσει.

Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι, βεβαίως, ὅτι μὲ τὴν ἐξουδετέρωση τῆς συναισθηματολογίας ἀνακύπτει ἀληθινό, καὶ ἀποτρόπαιο, τὸ συναίσθημα. Τὸ ὕφος εἶναι συχνὰ πεζολογικὸ, σχεδὸν καθημερινῆς συνομιλίας, χαμηλόφωνο, ὑπόκωφο, χωρὶς ἐξάρσεις, μὲ ἐλάχιστα ἢ καθόλου σχήματα λόγου: αὐτὸ τὸ ὁποῖο λέγεται εἶναι τόσο δυνατό, ὥστε τὶς περισσότερες φορὲς δὲν χρειάζεται, καὶ δὲν χρησιμοποιεῖ, τέτοιου εἴδους δεκανίκια.

Χαρακτηριστικὸ αὐτῆς τῆς ἐξουδετέρωσης τῆς συναισθηματολογίας εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ λίγα, ἐλάχιστα, ἐρωτικὰ ποιήματα τῆς συλλογῆς, ποὺ τιτλοφορεῖται «Love me tender» καὶ τὸ παραθέτω ὁλόκληρο:

θα πρέπει
να με αγαπάς πολύ
για ν’ αγνοείς
τις δυο αιμορροΐδες.

Ἀλλὰ ἀκόμη καὶ ὅταν πρόκειται γιὰ ἀρνητικὰ συναισθήματα, τὰ ὁποῖα ἐξάλλου κυριαρχοῦν στὰ ποιήματα τῆς Γλυκερίας, ὄχι τυχαῖα, δεδομένου ὅτι μόνον διὰ τῆς λύπης εἴμεθα εἰσέτι ποιητές, ἀκόμη καὶ ὅταν τὰ ποιήματα μιλᾶνε γιὰ τὸν φόβο, ἢ γιὰ τὸ πένθος, τὰ πράγματα λέγονται μὲ τὸ ὄνομά τους. Ὁ θάνατος εἶναι θάνατος, δὲν εἶναι ποιητικῇ ἀδείᾳ κατάβαση τῆς ψυχῆς στὸν Ἄδη, ἔρχεται ξαφνικά, καὶ τονίζει τὴ γελοιότητα τῆς ζωῆς μὲ ὅλα της τὰ συμπαρομαρτοῦντα:

DON’T SMOKE IN BED

εννιά Μαρτίου
πέθανες
κανονικά
με έμφραγμα,
εντατική,
νεκρώσιμα,
σαράντα
απ’ τη Μαρί το έμαθα
πάει ο Πανούλης, κλαίγαμε ,
πέφταν σακούλες, σαμπουάν,
χαρτιά υγείας
έβγαινα, βλέπεις, απ’ τον Μαρινόπουλο
– ώρα που βρήκα

Καὶ ὁ φόβος ἐπίσης κατονομάζεται. Στὴν ἀρχὴ ὑποκρίνεται κανεὶς ὅτι δὲν ὑπάρχει, ὅτι δὲν τὸν αἰσθάνεται˙ καθὼς ὁ φόβος δυναμώνει, ἀναζητεῖ κανεὶς περισπασμοὺς σὲ κοινωνικὲς συναναστροφὲς, κι ἂς ξέρει ἤδη πόσο ἀτελέσφορες εἶναι, πόσο ἄχρηστες˙ καὶ ὅταν πιὰ ὁ φόβος προξενεῖ παράλυση, δὲν μένει τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ καταφύγει κανεὶς στὴν τέλεια ματαιότητα: ξόρκια, μαγγανεῖες, προσευχές. Ἑνῶ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ γνωρίζει: οὔτε νὰ τὸ σκεφτεῖς τὸ θαῦμα ντάρλινγκ, μᾶς ἔχει προειδοποιήσει ἡ Μπασδέκη ἀπὸ τὸ πρῶτο κιόλας ποίημα τῆς συλλογῆς. Γνωρίζει ὅτι δὲν ὑπάρχει σωτήρας καὶ σωτηρία, δὲν ὑπάρχει διέξοδος. Ἄλλωστε ὅ,τι συμβαίνει στὸν κόσμο της συμβαίνει τυχαῖα, μὲ μπεκετικὴ ματαιότητα.

Καὶ οἱ μαγικὲς ἐπικλήσεις, τὰ ξόρκια, οἱ τελετές, τὰ σταυροκοπήματα ἀποκτοῦν ἁπλῶς τὸ νόημα τῆς ἐπιβεβαίωσης τῆς ματαιότητας, τῆς ἀνάδειξης τῆς ἐγγενοῦς γελοιότητας τῆς ἀνθρώπινης κατάστασης. Στὸ ποίημα «Εθνικός οργανισμός παροχής υπηρεσιών υγείας», προτείνεται ἡ ἀκόλουθη συνταγὴ γιὰ νὰ ἀναστηθοῦν οἱ γιατροὶ ποιητὲς Σινόπουλος, Παπαδίιτσας, Ἀναγνωστάκης, Χειμωνᾶς:

χτυπήστε νύχτα το
κουδούνι,
πάρτε τον πετεινό σας
αγκαλιά,
λαλήστε
τρις
και
να
μπροστά σας
οι
γιατροί
ολόδροσοι

Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν διαφυγή, μόνο χλεύη. Τὰ ποιήματα τῆς Μπασδέκη μιλοῦν γιὰ ἕναν ἐγκλεισμὸ ποὺ φαίνεται νὰ ξεκινάει πάρα πολὺ νωρίς, ἀπὸ τὴν μήτρα ἤδη τῆς μάνας («Ένα ζων αρτιμελές άρρεν»), περνάει ἀπὸ τὴν μέγγενη τῆς οἰκογένειας, τὶς θεῖες, τὰ ξαδέλφια, τὰ σόγια, τὴ γειτονιὰ («Μη με ρωτάς γιατί πονάει το κεφάλι μου Δευτέρα πρωί», «Κι ύστερα βγήκαμε μια ωραία φωτογραφία»), ἐκτίει τὴν εἱρκτὴ τῆς ἐνήλικης ζωῆς, μὲ συζύγους, παιδιά, ὑποχρεώσεις («Η μαμά είναι ποιήτρια», «Το σύνδρομο Μπάαντερ Μάινχοφφ»), περνᾶ ἀπὸ θαλάμους νοσοκομείων («Παθολογικὴ Β´») καὶ ψυχιατρικῶν ἱδρυμάτων («Αυτός ο άντρας κατάπιε ένα τραγούδι»), ἀφήνεται, ἔστω γιὰ μιὰ τελευταία φορά, νὰ ἀποπλανηθεῖ μέσα ἀπὸ τὴν ψευδαίσθηση τῆς κοινότητας βιωμάτων καὶ ἐπιθυμιῶν («Δεν θα υπάρξει άλλη φορά»), καὶ καταλήγει ἐκεῖ ἀπὸ ὅπου ξεκίνησε ἡ συλλογή: ἐκεῖ ὅπου πιάνει κόκαλο η αλυσίδα, ἐκεῖ ὅπου ἡ γυναίκα τοῦ πρωτομάστορα χτίζεται καὶ χάνεται καὶ θαῦμα δὲν ὑπάρχει.

Ἡ ἱστορία, προσωπικὴ (ὅπως στὸ ποίημα «Εις πείσμα όλων») ἢ δημόσια (ὅπως στὰ «Γαργαλίδης-Λεοναρδόπουλος» και «28η Ὀκτωβρίου») θυμίζει τὸν ἐφιάλτη τοῦ Στῆβεν Ντένταλους, μόνο ποὺ στὴν περίπτωση τῆς Μπασδέκη δὲν εἶναι οὔτε κἂν ἐφιάλτης ἀπὸ τὸν ὁποῖο προσπαθεῖ κανεὶς νὰ ξυπνήσει, εἶναι ἔνας ἐφιάλτης, παληός, ἐξουδετερωμένος, ὑποβιβασμένος στὸ ἐπίπεδο μιᾶς ὑποσημείωσης, ἀσήμαντος, ἐκτὸς ὕλης, ἕνας ἐφιάλτης ἀκόμη πιὸ δραστικὸς ἐπειδὴ ἀκριβῶς κανεὶς δὲν τοῦ δίνει σημασία.

Ἡ παιδικὴ ἡλικία, ἡ πρώτη νεότητα, περιγράφεται μὲ φαινομενικὴ νοσταλγία (ποὺ τὴν ἀκυρώνει, ὅμως, ἡ φρικτὴ ἐπίγνωση τῆς ἐλάχιστης διάρκειάς της, ὅπως στὸ «Τρίτη Δημοτικοῦ»). Ἀλλὰ ἡ πρώτη νεότητα ἔχει ἐπίσης καὶ μιὰ σκοτεινή, δαιμονικὴ πλευρά, ὅπως γνωρίζουμε ἀπὸ τὸ Στρίψιμο τῆς βίδας. Στὴν Μπασδέκη, τὰ δαιμονικὰ αὐτὰ πλάσματα εἶναι ἀθῶα νεαρὰ κορίτσια, ὅπως στὸ «28η Ὀκτωβρίου» καὶ στὸ «Τέρας»: πρόθυμα νὰ βοηθήσουν, ἀκόμη καὶ νὰ ἀγαπήσουν, ἀλλὰ ἐξ ὁρισμοῦ ἀναποτελεσματικά. Στὴ μία περίπτωση, τὸ ἀντικείμενο τῆς ἀγάπης, ὁ ἀνάπηρος μήνας Ὀκτώβριος, μένει νὰ ἀκουμπᾶ τὴ θλίψη του στοὺς ἁγίους, ἐνῶ στὴν ἄλλη, τὸ τέρας καταφεύγει σὲ μαγγανεῖες καὶ στοιχειωμένα βάλς.

υπάρχουν κι οι μικρές της χορωδίας
με τις λευκές μάλλινες κάλτσες τους
τα ψύχραιμα λουστρίνια
αυτές μπορεί και να το αγαπήσουν
να το καλέσουν για καφέ ή βόλτα κυριακάτικη
στο Ζάππειο
το τέρας όμως πάντα μαγεμένο
πλην δέσμιο της ασχήμιας του
ξερνάει σε πάλκα βρώμικα
ψαλμούς ανάβει και χορεύει στοιχειωμένα βαλς

Τὸ τέρας, ἑπομένως, δὲν μπορεῖ νὰ ἀνταποκριθεῖ, δὲν τὰ καταφέρνει, εἶναι μαγεμένο, εἶναι μαγικό, ἀλλὰ οἱ νοσηρὲς λολίτες τῆς χορωδίας παραμένουν ἡ μόνη ἐλπίδα, ἡ ἐξ ἀρχῆς ἀκυρωμένη, ἡ μακρινή, καθὼς ὑπάρχουν πιὰ μόνο ὡς νοσταλγικὴ ἀνάμνηση.

Παρ᾽ ὅλο τὸ ζόφο, ἢ ἴσως ἐξαιτίας του, γιὰ νὰ τὸν ἐξορκίσει μὲ τὸν γνωστό, ἂν καὶ μάταιο μαγικό του τρόπο, τὸ βιβλίο κλείνει μὲ ἕνα πανηγυρικὸ προσκλητήριο νεκρῶν καὶ τὴν ἔκφραση πίστης στὴν ἀνάστασή τους. Πρόκειται φυσικὰ γιὰ μιὰ πίστη παράλογη, μιὰ ἀκόμη ἐπιβεβαίωση τῆς μπεκετικῆς ματαιότητας ποὺ διατρέχει ὅλα τὰ ποιήματα τῆς συλλογῆς. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ τὸ κλείσιμο ματιοῦ τοῦ τελευταίου, παρενθετικοῦ διστίχου, ὅπου σὰν νὰ μᾶς προσκαλεῖ ἡ ποιήτρια νὰ ἀναλογισθοῦμε κι ἐμεῖς τοὺς δικούς μας, ἐμᾶς.

ΠΡΟΣΔΟΚΩ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΝΕΚΡΩΝ

συγκεκριμένα της μητέρας μου,
της φίλης μου Ελευθερίας Σαπουντζή,
της Αγαθής,
του Παναγιώτη,
των ποιητών
Βασίλη Στεριάδη,
΄Εκτορα Κακναβάτου,
Νίκου Καρούζου
( καθώς και μερικών
ακόμα )

[πρώτη δημοσίευση στὸ http://www.oanagnostis.gr ]