Ἔλα, γιατὶ βιαστικὰ μεγαλώνω: ἱστορίες ἀπ᾽ ὅλον τὸν κόσμο τῆς Παυλίνας Μάρβιν

Ἡ Παυλίνα Μάρβιν δὲν εἶναι ἄγνωστη σὲ ὅσους ἀσχολοῦνται, ἔστω καὶ λίγο, μὲ τὴν ποίηση. Χρόνια τώρα δημοσιεύει ποιήματά της σὲ λογοτεχνικὰ περιοδικὰ καὶ ἐμφανίζεται σὲ ποιητικὲς ἐκδηλώσεις. Ἐντούτοις, τὸ πρῶτο της βιβλίο, μὲ τίτλο Ἱστορίες ἀπ᾽ὅλον τὸν κόσμο μου καὶ μικτὸ περιεχόμενο (ποιήματα καὶ σύντομα πεζογραφήματα) κυκλοφόρησε μόλις πρὶν λίγες βδομάδες, σὲ ἕνα ἰδιαίτερα καλαίσθητο καὶ φροντισμένο τομίδιο ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Κίχλη.

Πρόκειται, λοιπόν, κατὰ μία ἔννοια, γιὰ πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέα, δεδομένου ὅτι μόλις ἐκδόθηκε τὸ πρῶτο της βιβλίο, ἀλλὰ συγχρόνως γιὰ συγγραφέα γνωστὴ στοὺς παροικοῦντες τὴ λογοτεχνικὴ σκηνή. Φαίνεται, ἑπομένως, ὅτι ἡ Μάρβιν ἄφησε νὰ περάσει ἀρκετὸς καιρὸς κατ᾽ ἀρχὰς μαθητείας καὶ ἐν συνεχείᾳ τριβῆς μὲ τὸ ὅποιο λογοτεχνικὸ γίγνεσθαι προτοῦ ἀποτολμήσει τὴν ἔκδοση αὐτοτελοῦς ἔργου της σὲ μορφὴ βιβλίου. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ δημιουργεῖ τὴ βάσιμη ὑποψία ὅτι ἡ Μάρβιν δὲν βιάζεται, ὅτι παίρνει στὰ σοβαρὰ τὴν ἐνασχόλησή της μὲ τὴ γραφή, ὅτι τὸ βιβλίο ποὺ κρατᾶμε στὰ χέρια μας εἶναι προϊὸν μακρᾶς, γιὰ τὰ δεδομένα νεαρῆς πρωτοεμφανιζόμενης συγγραφέως, ἐπεξεργασίας καὶ πιθανότατα αὐστηρῆς ἐπιλογῆς. Συγχρόνως, δημιουργοῦνται στὸν ἀναγνώστη προσδοκίες γιὰ τὴν ποιότητα τοῦ βιβλίου ὑψηλότερες ἀπὸ αὐτὲς ποὺ θὰ ταίριαζαν μὲ ἕνα τυχαῖο πρῶτο βιβλίο.

Τὸ ἴδιο τὸ βιβλίο δικαιώνει, σὲ μεγάλο βαθμό, αὐτὲς τὶς προσδοκίες. Οἱ Ἱστορίες ἀπ᾽ὅλον τὸν κόσμο μου εἶναι πράγματι καλὸ βιβλίο, καὶ μάλιστα, ἂν ληφθεῖ ὑπόψη ὅτι εἶναι ἕνα πρῶτο βιβλίο, θὰ μποροῦσα νὰ τὸ χαρακτηρίσω πολὺ καλό. Ἂν καὶ ἡ συγγραφέας ἀποφεύγει νὰ τὸ χαρακτηρίσει ποιητικό, φροντίζοντας μάλιστα στὸ biblionet τὸ βιβλίο νὰ ἐμφανίζεται σὲ δύο κατηγορίες, τῆς ποίησης ἀλλὰ καὶ τῆς πεζογραφίας, θὰ κατέτασσα χωρὶς δισταγμοὺς τὸ βιβλίο στὰ ποιητικά, καὶ ὄχι στὰ πεζογραφικὰ ἢ ὑβριδικά. Οἰ Ἱστορίες ἀπ᾽ ὅλον τὸν κόσμο μου περιλαμβάνουν ἕντεκα ποιήματα σὲ στίχο καὶ δεκατρία πεζόμορφα κείμενα, ἀλλὰ μόνο ἕνα ἀπὸ τὰ τελευταῖα, τὸ πρῶτο, θὰ περιέγραφα ὡς διήγημα, ἂν δὲν πίστευα ὅτι πρόκειται μᾶλλον γιὰ ἀτελὲς ποίημα.

Τὸ βιβλίο περιλαμβάνει πέντε σύντομες ἑνότητες: «Νοσοκόσμος», μὲ ἑφτὰ κείμενα˙ «Γειά σου γιαγιά» μὲ τρία˙ «Κοσμήτωρ» μὲ δύο˙ «Ψυχοϊστορία» μὲ τρία˙ καὶ «Ἱστορίες ἀπ᾽ ὅλον τὸν κόσμο μου» μὲ ἐννιά.

Παραδόξως, ἡ πρώτη ἑνότητα εἶναι, συγκριτικά, ἀδύναμη. Ξεκινἀει μὲ ἕνα διήγημα – παραμύθι, στὸ ὁποῖο ἤδη ἐντυπωσιάζει ἡ πολὺ καλὴ χρήση τῆς γλώσσας καὶ ὁ δουλεμένος ρυθμός, καὶ τὸ ὁποῖο θὰ μποροῦσε νὰ ἐνταχθεῖ στὰ δυνατὰ κείμενα τοῦ βιβλίου ἂν ἔλειπαν οἱ ἀχρείαστα ἐπεξηγηματικὲς καὶ κάπως διδακτικὲς δύο τελευταῖες παράγραφοι. Τὸ διήγημα φαίνεται νὰ θέτει κάποιους βασικοὺς θεματικοὺς ἄξονες ποὺ ἐπανέρχονται στὰ ὑπόλοιπα κείμενα τῆς ἑνότητας: τὴν παρατήρηση τῆς νόσου, τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου, τὴν φιλοπαίγμονα διάθεση ἀπέναντι στὴ νόσο, τὴν ἀδυναμία πραγματικῆς ἀντίδρασης ἀπέναντι στὴ φθορὰ καὶ στὸν θάνατο. Ἐντούτοις, στὴν ἴδια ἐνότητα περιλαμβάνονται καὶ δύο ποιήματα ποὺ δύσκολα θὰ μποροῦσε νὰ συσχετίσει κανεὶς μὲ τὰ ἄλλα, τὸ «Τραγούδι τῆς μικρῆς μουσόπληκτης» καὶ τὸ «Φαινόμενο αὐτοχειριασμοῦ», ὅπου φαίνεται πὼς ἡ ποιήτρια ἐξερευνᾶ ἐρωτήματα περὶ τῆς ταυτότητας τοῦ ποιητῆ καὶ περὶ τῆς φύσης τῆς ποιητικῆς δημιουργίας. Συγχρόνως, τὰ κείμενα τῆς πρώτης ἑνότητας, ἂν καὶ ὅλα εἶναι γλωσσικὰ προσεγμένα, χρησιμοποιοῦν διαφορετικὲς τεχνικὲς καὶ ὕφη, ὄχι πάντα μὲ ἐπιτυχία, βλάπτοντας τὴ συνοχὴ τῆς πρώτης ἑνότητας τοῦ βιβλίου. Μᾶς ἀποζημιώνει, σἐ μεγάλο βαθμό, τὸ τελευταῖο ποίημα αὐτῆς τῆς ἑνότητας («Ὄνειρο παραμονὴ τῆς μετάγγισης»), τὸ ὁποῖο προαναγγέλλει τὴ δεύτερη ἑνότητα, ἐπιστρέφοντας μὲ ἀξιοθαύμαστη πυκνότητα στὴ θεματικὴ τῆς νόσου καὶ τῆς φιλοπαίγμονος, καίτοι ἀδιέξοδης, ἀντίδρασης σὲ αὐτἠν.

Ἡ δεύτερη ἑνότητα, «Γειά σου Γιαγιά», εἶναι, κατὰ τὴ γνώμη μου, ἡ πιὸ συνεκτική, ἡ πιὸ καθαρὴ τοῦ βιβλίου. Περιλαμβάνει τρία ποιήματα, ἕνα πεζόμορφο καὶ δύο σὲ στίχους, συμπεριλαμβανομένου τοῦ πιὸ ἐκτεταμένου, ἀλλὰ καὶ πιὸ δυνατοῦ, ποιήματος τοῦ βιβλίου, ποὺ τιτλοφορεῖται «Μαύρη Μαγειρίτσα». Ἡ νεκρὴ γιαγιὰ ἐμφανίζεται, βεβαίως, καὶ στὰ τρία ποιήματα τῆς ἑνότητας αὐτῆς, σὲ μιὰ ψευδοαυτοβιογραφικὴ ποιητικὴ ἀφήγηση ποὺ ξεκινᾶ μὲ ἀναμνήσεις ἐξάρτησης καὶ καταλήγει στὸν ἀπρόθυμο ἀπογαλακτισμό («ἔλα, γιατὶ βιαστικὰ μεγαλώνω / δὲν εἶμ᾽ ἐγγονὴ κανενός»), κορυφαία ὅμως παραμένει ἡ «Μαύρη Μαγειρίτσα», ὅπου ἀποκαλύπτεται ἡ ἀμφίθυμη σχέση ἐξουσίας καὶ ὑποταγῆς ἣ προστασίας καὶ ἀνάγκης σὲ ἕνα σκηνικὸ ποὺ θυμίζει τὶς weird sisters τοῦ Μακμπὲθ καὶ πιθανῶς τὴν Anna Ebeler τῆς τέταρτης ἑνότητας.

Στὴν τρίτη ἑνότητα, μὲ τίτλο «Κοσμήτωρ» (πιθανῶς μὲ τὴν ἔννοια τοῦ παιδονόμου, ἀλλὰ ἐξίσου πιθανῶς καὶ μὲ τὴν ἔννοια τοῦ κοσμητῆ τῶν ἀγαλμάτων),  συναντᾶμε δύο ἐπίσης δυνατὰ ποιήματα γιὰ μιὰ στενή, κτητικὴ σχέση ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι φιλικὴ ἢ ἐρωτική, μὲ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι πραγματικὸς ἢ φασματικός, καὶ ποὺ πάντως χάνεται, καταλείποντας τὸν φόβο. Στὸ πρῶτο ποίημα, ὁ Ἰάκωβος φαίνεται πὼς εἶναι ὁ φανταστικὸς φίλος μιᾶς μικρῆς στὸ νηπιαγωγεῖο, ἴσως ἐγκαταλελειμμένος, ἴσως τραυματικὰ ἀνύπαρκτος («Κλαίω γιατί / ἀμφιβάλλω πὼς ὑπάρχει»), πάντως ἐμφατικὰ δικός της («Εἶναι δικός μου ὁ Ἰακωβος»). Στὸ δεύτερο ποίημα, τὸ πιὸ ἐνήλικο, κυριαρχεῖ ὁ φόβος. Καὶ ἀποκαλύπτεται πὼς δὲν ἐπρόκειτο γιὰ παιδικὸ παιχνίδι: ὁ Ἰάκωβος (ποὺ δὲν κατονομάζεται πιὰ) χάνεται, ἴσως πνίγεται, κυνηγημένος.

Ἡ τέταρτη ἑνότητα ἐπιγράφεται «Ψυχοϊστορία», συνδέοντας ἴσως τὶς προηγούμενες μὲ τὴν τελευταία. Τὸ πρῶτο ποίημα, μὲ μορφὴ τραγουδιοῦ ἢ παιγνιδιοῦ, εἶναι μιὰ προσωπική, ἀσαφὴς ὅσο καὶ παιγνιώδης, προγραμματικὰ ἀποτυχημένη ἀπόπειρα ἀπολογίας γιὰ ἀμφίβολα λάθη. Στὸ δεύτερο ποίημα, μὲ ἀκόμη πιὸ  παιγνιώδη διάθεση, ὁ Νέρων ὁμολογεῖ μὲ εὐκολία τὰ ἐγκλήματά του, ἀλλὰ ἀρνεῖται καὶ τιμωρεῖ ὅ,τι θεωρεῖ πὼς θὰ τὸν παρουσίαζε γελοῖο. Στὸ τρίτο ποίημα, μιὰ μεταμεσαιωνικὴ μάγισσα ὁμολογεῖ ἐπίσης τὰ ἐγκλήματά της ἐπιχαίροντας γιὰ τὶς συνέπειές τους. Τόσο ἡ παραδοχὴ λαθῶν καὶ ἐγκλημάτων ὅσο καὶ ἡ ἄρνησή τους παρουσιάζονται στὰ τρία ποιήματα τῆς ἑνότητας αὐτῆς μὲ ἐλαφρότητα, ἀκόμη καὶ μὲ χιοῦμορ θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ κανείς˙ ἀκόμη καὶ στὸ τελευταῖο ποίημα, παρὰ τὴ βαρύτητα τοῦ ἐγκλήματος, ὁ τόνος καὶ ἡ ὁμοιοκαταληξία ὑπονομεύουν τὴν σοβαρότητα μὲ τὴν ὁποία θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ προσεγγίσει τὸ θέμα. Ἡ ὅλη ἑνότητα παρουσιάζεται σὰν ἕνα ἀστεῖο, ἴσως ἐπειδὴ τὸ θέμα εἶναι ἀκριβῶς τόσο σοβαρό. Ἐντούτοις, τὰ δύο πρῶτα ποιήματα μοιάζουν μᾶλλον μὲ ἀσκήσεις, ἡ συμπερίληψη τῶν ὁποίων δὲν δικαιώνεται οὔτε κἂν ἀπὸ τὸ τρίτο ποίημα τῆς ἑνότητας, ὅπου προβάλλει ἡ Anna Ebeler ὡς τιμωρός, μὲ δυνατὴ καὶ ἀδιαπραγμάτευτη φωνή.

Ἡ τελευταία ἑνότητα εἶναι καὶ αὐτὴ ποὺ ἔδωσε τὸν τίτλο της σὲ ὅλο τὸ βιβλίο: Ἱστορίες ἀπ᾽ ὅλον τὸν κόσμο μου. Πρόκειται γιὰ ἐννέα πεζόμορφα ποιήματα, τὰ περισσότερα ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀφηγοῦνται πράγματι παράδοξες ἱστορίες, δικαιώνοντας τὸν τίτλο μὲ τὴν γεωγραφική τους κάλυψη, ποὺ ἐκτείνεται ἀπὸ τόπους μακρινοὺς ὣς τόπους ἐσωτερικούς. Τὸ κοινὸ στοιχεῖο φαίνεται νὰ εἶναι ἡ ἐρωτικὴ διάψευση, τὴν ὁποία τὰ ποιήματα αὐτῆς τῆς ἑνότητας ἐρευνοῦν μὲ διάφορες ἀφορμές, ἀληθοφανεῖς ἢ ὀνειρικές, καὶ ὑπὸ διαφορετικὰ πρίσματα. Τὸ τελευταῖο ποίημα τοῦ βιβλίου, μὲ τὸν τίτλο «Μάθε με νὰ χωρίζω», εἶναι ἀποκαλυπτικὸ καὶ τῆς θεματολογίας καὶ τῶν δυνατοτήτων τῆς ποιήτριας καί, σὲ συνδυασμὸ μὲ κάποια ἄλλα ποιήματα τῆς ἑνότητας αὐτῆς (σημειώνω ἐδῶ «Τὰ Ροῦχα τοῦ Παναγιώτη» καὶ τὶς «Τσαγιέρες»), ἀφήνει μιὰ ἰδιαίτερα θετικὴ συνολικὴ ἐντύπωση καὶ δημιουργεῖ ὑψηλὲς προσδοκίες γιὰ τὰ ἑπόμενα βήματα τῆς Μάρβιν.

Στὶς Ἱστορίες ἀπ᾽ ὅλον τὸν κόσμο μου μπορεῖ νὰ διαβάσει κανεὶς ποιήματα δυνατά, στὰ ὁποῖα ἀκούγεται καθαρὴ ἡ φωνὴ μιᾶς ποιήτριας ποὺ ἔχει γνώση τοῦ ἀντικειμένου της καὶ τῶν τεχνικῶν τῆς ποίησης καὶ ἔχει δουλέψει τὰ ἐκφραστικά της μέσα. Προσωπικά, ξεχωρίζω τὰ ἑξῆς: «Τὰ Ζιζάνια», «Ὄνειρο παραμονὴ τῆς μετάγγισης», «Μαύρη Μαγειρίτσα», «Ὁ συμμαθητής μου Ἰάκωβος», «Τσαγιέρες», «Τὰ ροῦχα τοῦ Παναγιώτη», «Μάθε με νὰ χωρίζω». Βεβαίως, περιλαμβάνονται ἐπίσης καὶ κείμενα στὰ ὁποῖα ἡ φωνὴ τῆς ποιήτριας χάνεται μὲ σκοπὸ μᾶλλον νὰ ἀναδειχθεῖ, ἢ ἴσως καὶ νὰ ἐπιδειχθεῖ, ἡ τεχνικὴ ἐπάρκεια ἢ δεξιοτεχνία τῆς ποιήτριας: ποιήματα-ἀσκήσεις, τὰ ὁποῖα πιστεύω ὅτι ἀδικοῦν τὸ σύνολο καὶ ὑπονομεύουν τὴν ἑνότητα καὶ τὴ συνοχὴ τοῦ ἔργου (ὅπως, γιὰ παράδειγμα, «τὸ τραγούδι τῆς μικρῆς μουσόπληκτης, τὰ δύο πρῶτα ποιήματα τῆς τέταρτης ἑνότητας ἢ «ἡ ἰδιόλεκτος»).  Στὴν πραγματικότητα, ἡ Μάρβιν δὲν ἔχει ἀνάγκη τέτοιων ἐπιδείξεων: ἡ παράλειψή τους θὰ ἔδινε στὸ σύνολο μεγαλύτερη ἐνάργεια καὶ μεγαλύτερη δραστικότητα.

Ἀλλὰ αὐτὰ εἶναι πολὺ ψιλὰ γράμματα γιὰ τοὺς περισσότερους δημιουργούς, ἀκόμη καὶ γιὰ κάποιους μὲ πολλὰ χρόνια καὶ πολλὰ ἔργα στὴν πλάτη τους. Καὶ ἡ μεμψιμοιρία ποὺ ἴσως φανεῖ ὅτι χαρακτηρίζει τὸ τελευταῖο μου σχόλιο γιὰ τὸ βιβλίο τῆς Μάρβιν ὑπεισῆλθε μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ ἡ ποιότητα τῆς γραφῆς της μὲ ἀναγκάζει νὰ θέλω νὰ εἶμαι αὐστηρότερος ἀπὸ ὅσο πρέπει ὅταν μιλάει κανεὶς γιὰ νέους (καὶ ἡλικιακὰ καὶ στὰ γράμματα) ποιητές.