It would be better if they were alive, and that’s what they were

 

Φαντασθεῖτε ἕνα ἀνθρώπινο ὂν στὴν κοιλιὰ τῆς μητέρας του, λίγες στιγμὲς πρὶν τὴ γέννησή του. Δὲν εἶναι ἀκριβῶς ἀνθρώπινο ὂν ἀκόμη, δὲν ἔχει γεννηθεῖ, δὲν ἔχει ξεκινήσει ἡ ζωή του, εἶναι μέρος ἑνὸς ἄλλου ἀνθρώπινου σώματος ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἐξαρτᾶται ἀπολύτως, ἀπὸ τὸ ὁποῖο τρέφεται καὶ χάρη στὸ ὁποῖο μεγαλώνει. Ὥσπου ἔρχεται ἡ στιγμὴ ποὺ τὸ σῶμα τῆς μητέρας δὲν μπορεῖ ἄλλο νὰ φιλοξενήσει τὸ ἔμβρυο, δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ τὸ θρέψει, ἴσως μάλιστα νὰ ἀρχίσει νὰ τὸ πολεμάει, καὶ ἐκείνη τὴ στιγμὴ δημιουργεῖται ἡ βιολογικὴ ἀνάγκη τὸ ἔμβρυο νὰ γεννηθεῖ, νὰ ἀνασάνει, νὰ γίνει ἀνθρώπινο ὄν. Πρόκειται γιὰ ἐπείγουσα ἀνάγκη, ἀνάγκη ζωῆς καὶ θανάτου: ὅσο περνάει ὁ καιρὸς καὶ ἡ ἀνάγκη δὲν ἱκανοποιεῖται, τόσο περισσότερο αὐξάνεται ὁ κίνδυνος νὰ πεθάνει ἡ μητέρα ἀλλὰ καὶ ὁ κίνδυνος νὰ μὴν ζήσει ποτὲ τὸ παιδί.

 

Δὲν ξέρω ἂν ἔχουν αὐτὸ ἀκριβῶς ὑπόψη τους οἱ συγγραφεῖς ποὺ ἀναφέρονται στὰ γραπτά τους μὲ φράσεις ὅπως «τὰ παιδιά μου» καὶ παρομοιάζουν τὴ διαδικασία τῆς γραφῆς μὲ τὴ γέννα, μοῦ φαίνεται ὅμως πὼς συνήθως πρόκειται ἁπλῶς γιὰ μιὰ κοινοτοπία, γνωστὴ ἐδῶ καὶ αἰῶνες, τὴν ὁποία μὲ ἐλαφριὰ καρδιὰ ἐπαναλαμβάνουν οἱ συγγραφεῖς, οἱ ἄκληροι κυρίως, χωρὶς ἀπαραιτήτως νὰ ἀντιλαμβάνονται τὸ βάρος τῆς παρομοίωσης˙ οἱ κοινοὶ τόποι, ἄλλωστε, συχνὰ ξεχνοῦν τὴν καταγωγή τους περιπλανώμενοι ἀπὸ στόμα σὲ στόμα. Ἄν, ὅμως, ἐξετάσει κανεὶς πιὸ προσεκτικὰ τὴ διαδικασία τῆς γέννας, καὶ τὴν ἀνάγκη γιὰ τὴν ὁποία μιλῶ, ἴσως ἀποκαλυφθεῖ μιὰ ἐνδιαφέρουσα, ἐνδεχομένως θεμελιώδης, πτυχὴ τῆς λογοτεχνικῆς δημιουργίας.

 

Δὲν ἀναφέρομαι τόσο στὴν ἀνάγκη τοῦ συγγραφέα, ὅσο στὴν ἀνάγκη τοῦ κειμένου. Ἡ ἀνάγκη τοῦ συγγραφέα («ἔνοιωσα τὴν ἀνάγκη νὰ ἐκφράσω τὸν ἐσωτερικό μου κόσμο / τὰ συναισθήματά μου / τὴν ἀντίληψή μου γιὰ τὴ ζωή») δὲν ἐνδιαφέρει παρὰ μόνο τοὺς φίλους καὶ τοὺς συγγενεῖς του, δὲν ἀποτελεῖ ζήτημα ζωῆς καὶ θανάτου: ὁ συγγραφέας ζεῖ καὶ θὰ συνεχίσει νὰ ζεῖ εἴτε τὸ κείμενο γραφτεῖ εἴτε ὄχι, διότι ὁ συγγραφέας μπορεῖ νὰ κυοφορεῖ τὸ ἔμβρυο τοῦ κειμένου ἐπὶ δεκαετίες καὶ νὰ μὴν τὸ γράφει ποτέ, χωρὶς καμμιὰ τραγικὴ συνέπεια γιὰ τὴ ζωή του. Τὸ κείμενο, ὅμως, ἐνόσῳ κυοφορεῖται, δὲν εἶναι ἀκόμα κείμενο, ὅπως καὶ τὸ ἔμβρυο δὲν εἶναι ἀκόμα βρέφος˙γιὰ τὴν ἀκρίβεια, τὸ κείμενο δὲν εἶναι κἂν συγκρίσιμο μὲ τὸ ἔμβρυο, καθὼς καμμιὰ νομοτέλεια δὲν προβλέπει πὼς ἀπαραιτήτως θὰ ἐξελιχθεῖ μέσα στὸ μυαλὸ τοῦ συγγραφέα καὶ κάποτε θὰ γεννηθεῖ, δὲν εἶναι δεδομένο πὼς κάποτε θὰ ὑπάρξει, ἡ ζωὴ τοῦ κειμένου δὲν ἔχει δρομολογηθεῖ μὲ φυσικὸ τρόπο, καὶ πολλὰ δυνάμει ἐμβρυακὰ κείμενα δὲν γεννιοῦνται ποτέ, ἴσως ἐπειδὴ ἡ ἀνάγκη τους νὰ ὑπάρξουν δὲν ἦταν ἐπαρκῶς ἐπείγουσα, ἢ ἴσως ἐπειδὴ ὁ ξενιστής τους ἀποδείχθηκε ἀκατάλληλος.

 

Ἄν, ὅμως, ὑποθέσουμε πὼς ὁ ξενιστὴς-συγγραφέας εἶναι κατάλληλος, τότε τὸ ἐμβρυακὸ κείμενο κυοφορεῖται ὅσο χρειάζεται καὶ κάποια στιγμὴ ἡ ἀνάγκη τοῦ κειμένου νὰ ὑπάρξει ἀναγκάζει τὸν συγγραφέα νὰ τὸ γεννήσει, καὶ ἐν συνεχείᾳ νὰ τὸ προστατεύσει, νὰ τὸ ταΐσει, νὰ τὸ φροντίσει καὶ νὰ τὸ παραδώσει στὸν κόσμο. Οἱ ὑποχρεώσεις τοῦ συγγραφέα ἀπέναντι στὸ κείμενο δὲν σταματοῦν μὲ τὴ γέννηση τοῦ κειμένου, ὅπως καὶ οἱ ὑποχρεώσεις τῶν ἀνθρώπων ἀπέναντι στὰ βρέφη τους δὲν σταματοῦν μὲ τὴ γέννα: τὸ ἀνθρώπινο βρέφος δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει χωρὶς τὴ φροντίδα τῶν ἀνθρώπων καὶ τὸ νεογέννητο λογοτεχνικὸ κείμενο δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει χωρὶς τὴ φροντίδα τοῦ συγγραφέα, δὲν μπορεῖ νὰ βγεῖ στὸν κόσμο ἀδούλευτο καὶ ἀπεριποίητο.

 

Αὐτὴ ἡ ἀνάγκη τοῦ κειμένου νὰ ὑπάρξει ἴσως εἶναι αὐτὸ ποὺ συνήθως περιγράφεται ὡς ἔμπνευση. Δὲν εἶμαι ἀκόμη σίγουρος ἂν ταιριάζει ἡ λέξη «ἀνάγκη» περισσότερο ἀπὸ τὴ λέξη «ἔμπνευση» σὲ αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο μιλῶ, σαφῶς πάντως τὰ κείμενα ποὺ δὲν προέκυψαν ἀπὸ τέτοιου εἴδους ἀνάγκη θὰ μποροῦσε κάλλιστα νὰ τὰ περιγράψει κανεὶς ὡς ἀνέμπνευστα˙ ὅπως καὶ τὰ κείμενα ποὺ γεννήθηκαν ἀπὸ ἀνάγκη ἀλλὰ μετὰ ἀφέθηκαν στὴ μοίρα τους θὰ μποροῦσε ἀσφαλῶς κανεὶς νὰ τὰ περιγράψει ὡς θνησιγενῆ.

 

[Ὁ τίτλος τοῦ κειμένου προέρχεται ἀπὸ τὸ ποίημα τῆς Πλὰθ “Stillborn”. Τὸ κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque.]

ἐξωστρέφεια καὶ πειραματισμὸς

 

Μὲ ἀφορμὴ μιὰ πρόσφατη συζήτηση περὶ τῆς ἀξίας μιᾶς συγκεκριμένης ποιητικῆς ἐκδήλωσης, ἡ ὁποία περιλάμβανε τὴ δημόσια ἀπαγγελία ποιημάτων σὲ λεωφορεῖα, τέθηκε, ἀπὸ τὴν πλευρὰ κάποιων ἀπὸ τοὺς ποιητὲς καὶ τὶς ποιήτριες ποὺ συμμετεῖχαν, ἕνα ζήτημα ποὺ νομίζω ὅτι ἀξίζει νὰ συζητηθεῖ περισσότερο: τὸ ζήτημα τῆς ἐξωστρέφειας τῆς ποίησης ὡς ἱκανῆς συνθήκης ποιητικοῦ πειραματισμοῦ˙ συγκεκριμένα, διατυπώθηκε, χωρὶς νὰ συναντήσει σοβαρὸ ἀντίλογο, ἡ ἄποψη  ὅτι ἡ ἐξωστρέφεια (ἐν προκειμένῳ, ἡ δημόσια ἀπαγγελία σὲ ἕνα ἀστικὸ λεωφορεῖο ἐν κινήσει) ἀποτελεῖ ποιητικὸ πειραματισμὸ καὶ διερεύνηση τῶν «ὁρίων» τῆς ποίησης.

Ὁμολογῶ ὅτι προσωπικὰ δὲν μπορῶ νὰ καταλάβω πῶς καὶ γιατί μιὰ πρωτοβουλία ποὺ ἀφορᾶ τὴν παρουσίαση ἢ τὴν ἐπικοινωνία ἑνὸς ἤδη ὑπάρχοντος καὶ δημοσιευμένου ποιητικοῦ ἔργου θὰ μποροῦσε νὰ περιγραφεῖ ὡς πειραματισμὸς ἢ διερεύνηση τῶν ὁρίων τῆς ποίησης. Δὲν εἶμαι ἀφελής, οὔτε ἀγράμματος, ἀντιλαμβάνομαι ἑπομένως ὅτι ἂν μιλούσαμε γιὰ ἕνα ἔργο σὲ ἐξέλιξη, ἕνα ἔργο ποὺ δημιουργεῖται διαμορφώνεται μέσα σὲ μιὰ διαδικασία ἐπιτελεστική, συμμετοχικὴ καὶ ἐπικοινωνιακή, τότε πιθανὸν νὰ μποροῦσε νὰ ἰσχυρισθεῖ κανεὶς ὅτι ἐπαναδιαπραγματεύεται στὴ διάρκεια τῆς διαδικασίας τὰ ὅρια τῆς ποίησης ὡς πράξης, ἀκόμη δὲ καὶ ὅτι πειραματίζεται πάνω στὴν ἴδια τὴν οὐσία τῆς ποίησης. Βεβαίως, οὔτε σὲ αὐτὴ τὴν περίπτωση θὰ κόμιζε γλαύκα εἰς Ἀθήνας, γνωστὰ πράγματα εἶναι αὐτά, ἀλλὰ ἴσως θεωροῦνται ἀκόμη πειραματικὰ σὲ κάποιους κύκλους.

Ἐφόσον, ὅμως, περιγράφεται ὡς πειραματισμὸς καὶ διερεύνηση τῶν ὁρίων τῆς ποίησης μιὰ ἐκδήλωση δημόσιας παρουσίασης ἢ ἐπικοινωνίας ἑνὸς ἔργου ἤδη τελειωμένου καὶ ἐκδομένου, τότε μοῦ φαίνεται πὼς εἴτε ὑπάρχει κάποια σύγχυση εἴτε θὰ πρέπει νὰ διευρυνθεῖ (ἐπικίνδυνα, κατὰ τὴν ἄποψή μου) ὁ ὁρισμὸς τῆς ποίησης (καὶ ὁποιασδήποτε καλλιτεχνικῆς πράξης).

Ἡ σύγχυση συνίσταται στὸ ὅτι παρουσιάζονται ὡς ἐκφάνσεις τῆς ποιητικῆς τέχνης ὄχι μόνο ἡ δημιουργία τοῦ ποιητικοῦ ἔργου, ἀλλὰ καὶ ἡ χρήση τοῦ τελειωμένου ποιητικοῦ ἔργου στὴ συνέχεια καὶ ὁρίζεται ὡς ποιητικὴ δημιουργία ὄχι μόνο ἡ παραγωγὴ τοῦ ποιήματος ἀλλὰ καὶ ἡ παρουσίασή του, ἡ ἐπικοινωνία του, ἀκόμη καὶ τὸ marketing τοῦ ποιητικοῦ προϊόντος. Δὲν ἔχω, φυσικά, καμμιὰ ἀντίρρηση ὅτι ὑπάρχει σαφῶς περιθώριο περαιτέρω ἀξιοποίησης ἑνὸς ποιητικοῦ ὑλικοῦ μέσα ἀπὸ δράσεις ἐπιτελεστικές, ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἐνδέχεται νὰ προκύψει, καὶ μερικὲς φορὲς προκύπτει πράγματι, ἕνα νέο ἔργο, προφανῶς ὑβριδικό, μὲ στοιχεῖα τόσο ποιητικὰ ὅσο καὶ παραστατικῶν τεχνῶν. Καὶ ἐδῶ ἔχει ἐπίσης ὑπάρξει πειραματισμός, συχνὰ γόνιμος, ποὺ διερευνᾶ ὅμως ὄχι τὰ ὅρια τῆς ποίησης, ἀλλὰ τὰ σημεῖα διεπαφῆς τῶν τεχνῶν μεταξύ τους καὶ τῶν τεχνῶν μὲ τὴν πραγματικότητα. Ὑπάρχουν ἀκόμη καὶ περιπτώσεις ὅπου ἡ ποίηση γράφεται ἐξαρχῆς μὲ σκοπὸ νὰ ὑπηρετήσει μιὰ τέτοια ἐπιτελεστικὴ παρουσίαση, ὅπως ὑπάρχουν (ἰδίως στοὺς πραγματικὰ συντηρητικοὺς κύκλους) καὶ ἐρωτήματα σχετικὰ μὲ τὴ φύση αὐτῆς τῆς προγραμματισμένης νὰ ἐπιτελεσθεῖ ποίησης: κάποιοι θὰ ἀμφισβητοῦσαν, ἂς ποῦμε, ὅτι εἶναι ποίηση ἀκόμη καὶ τὸ Landfall τῆς Laurie Anderson ἢ τὸ Just after sunset τῆς Anne Clark. Ἐντούτοις, ἐν προκειμένῳ, δὲν πρόκειται γιὰ ἐπιτελεστικὴ ἀνάγνωση, οὔτε γιὰ performance βασισμένη σὲ ἕνα εὐλύγιστο ποιητικὸ σῶμα.

Εἶναι πιθανό, ὅμως, ἐπίσης, νὰ μὴν ὑπάρχει σύγχυση, ἀλλὰ ἁπλῶς ἡ ἀντίληψή μου γιὰ τὴ φύση τῆς ποίησης νὰ εἶναι ἀσφυκτικὰ στενή. Ποίηση, θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ κάποιος, δὲν εἶναι μόνο ἡ σύλληψη καὶ ἡ παραγωγὴ ἑνὸς κειμένου, ἀλλὰ μὲ εὐρεία ἔννοια, περιλαμβάνει καὶ τὴν ἀνάγνωση τοῦ κειμένου, καὶ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο τὸ κείμενο παρουσιάζεται στοὺς ἀποδέκτες, καὶ τὴν ἐπικοινωνία τὴ σχετικὴ μὲ τὸ κείμενο, καὶ τὴν ὅποια ἐπιτέλεσή του καὶ ὅ,τι μπορεῖ νὰ φαντασθεῖ κανείς, ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχει κάποια ἔστω ἔμμεση σχέση ἂν ὄχι μὲ ἕνα κείμενο ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ χαρακτηρισθεῖ ποιητικό, τοὐλάχιστον μὲ κάποια ποιητικὴ ἰδέα,ὅ,τι κι ἂν εἶναι αὐτή˙ μὲ ἄλλα λόγια ἡ ἐξωστρέφεια ποὺ περιέγραψα ἀποτελεῖ καὶ ἡ ἴδια μέρος τῆς ποιητικῆς δημιουργίας. Μιὰ τέτοια διεύρυνση τῶν ὁρίων τῆς ἔννοιας ποίηση δὲν τὴν θεωρῶ ἐντελῶς ἀθέμιτη, ἀλλὰ ὁμολογῶ πὼς δὲν μοῦ φαίνεται χρήσιμη. Καὶ ἐννοῶ ὅτι δὲν τὴν θεωρῶ ἀξιολογικὰ χρήσιμη, καθὼς κριτήρια γιὰ τὴν ἀξιολόγηση μιᾶς τέτοιας ἐπιθετικὰ συγκρητικῆς μορφῆς τέχνης θὰ ἦταν ἐξαιρετικὰ δύσκολο νὰ συμφωνηθοῦν, ἀλλὰ ἀκόμη κι ἂν καταλήγαμε σὲ κάποιου εἰδους consensus, καὶ πάλι δὲν θὰ ἤμασταν ἀξιολογικὰ ἀσφαλεῖς, ἐφόσον τὰ ὅρια θὰ μποροῦσαν καὶ πάλι μὲ τὸν ἴδιο τρόπο νὰ διευρυνθοῦν, ὥστε ἡ ἀξιολόγηση διηνεκῶς νὰ ἀκυρώνεται. Μὲ αὐτὲς τὶς συνθῆκες, δὲν ξέρω πῶς θὰ μποροῦσε ὁποιοσδήποτε νὰ κρίνει ἐὰν καὶ κατὰ πόσον τὸ ἔργο εἶναι νεοτερικὸ καὶ πειραματικὸ ἢ παληὸ καὶ τετριμμένο, ἂν συνιστᾶ ἕνα βῆμα μπροστὰ ἢ ἕνα ἢ περισσότερα βήματα πίσω, καθὼς ὁ κανόνας μὲ τὸν ὁποῖο θὰ ἦταν θεμιτὸ νὰ συγκριθεῖ μπορεῖ νὰ ἐλαστικοποιεῖται ἢ νὰ μεταλλάσσεται κατὰ τὸ δοκοῦν.

Τὸ πράγμα γίνεται, ὅμως, ἀκόμη πιὸ ἐνδιαφέρον ἂν κανεὶς ἐξετάσει τὰ ἴδια τὰ κείμενα ποὺ ἀποτελοῦν ἔναυσμα, βάση ἢ τοὐλάχιστον (ἂν μή τι ἄλλο) τμῆμα τοῦ ποιητικοῦ ἔργου μὲ τὴν εὐρεία ἔννοια. Ἐὰν ὁ δημιουργὸς ἐξακολουθεῖ νὰ θεωρεῖ ὅτι τὸ ἔργο περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται εἶναι ποιητικὸ καὶ ἐπίσης ἰσχυρίζεται ὅτι μὲ τὶς ποικίλες δράσεις ποὺ τὸ συνοδεύουν ἢ τὸ συναποτελοῦν πειραματίζεται καὶ διερευνᾶ τὰ ὅρια τῆς ποίησης, προσωπικὰ θὰ περίμενα ὅτι ὑπάρχει κάπου (καὶ) κάποιο κείμενο καὶ ὅτι τεκμήρια αὐτοῦ τοῦ πειραματισμοῦ καὶ αὐτῆς τῆς διερεύνησης ὑπάρχουν (καὶ) στὸ κείμενο. Διότι ἂν στὸ κείμενο δὲν μπορῶ νὰ διακρίνω καμμιὰ πρόθεση πειραματισμοῦ μὲ ὁτιδήποτε, τότε προσωπικὰ ὁποιεσδήποτε δηλώσεις τοῦ δημιουργοῦ περὶ ἐπαναδιαπραγμάτευσης τῶν ὁρίων τῆς ποίησης μὲ ἀφήνουν παγερὰ ἀδιάφορο. Γιὰ τὴν δική μου ἀντίληψη τῆς ποίησης, ἡ δουλειὰ τοῦ δημιουργοῦ εἶναι πρωτίστως ἡ παραγωγὴ τοῦ ποιητικοῦ κειμένου˙ ἡ (πάντα εὐπρόσδεκτη) ἐπαναδιαπραγμάτευση τοῦ ἀντικειμένου καὶ τῶν ὅρων τῆς ποίησης τεκμηριώνεται πρωτίστως στὸ ἴδιο τὸ ποιητικὸ κείμενο˙ὁ (πάντα εὐπρόσδεκτος, ἂν καὶ πολὺ σπανίως πιὰ πρωτοποριακὸς) πειραματισμὸς ἀφορᾶ πρωτίστως τὸ κείμενο: τὴ γλώσσα, τὴ δομή, τὴ μορφή, τὸ θέμα, τὴν πραγμάτευση τοῦ θέματος.

Ἀκόμη κι ἔτσι, ὅμως, καὶ μὲ δεδομένη τὴ δική μου προσωπικὴ προτίμηση γιὰ ποιητικὰ κείμενα τὰ ὁποῖα πράγματι ἐπαναδιαπραγματεύονται τοὺς ὅρους τῆς παραγωγῆς τους, δὲν διατείνομαι ὅτι τὰ κείμενα τὰ ὁποῖα δὲν πειραματίζονται θὰ πρέπει νὰ ἀξιολογοῦνται ἀρνητικά, οὔτε βεβαίως ὅτι αὐτὰ ποὺ πειραματίζονται θὰ πρέπει νὰ ἀξιολογοῦνται ἀπαραιτήτως θετικά. Αὐτό, ὅμως, ποὺ (μὲ) ἐνοχλεῖ εἶναι οἱ ὑπερφίαλες δηλώσεις περὶ νεοτερικότητας, πειραματισμοῦ, καὶ οὕτω καθεξῆς, ποὺ δὲν ὑποστηρίζονται ἀπὸ τεκμήρια τῆς ποιητικῆς πράξης. Τέτοιες δηλώσεις φτάνουν μάλιστα νὰ μὲ ἐξοργίζουν ὅταν τὶς συνοδεύουν ἄκομψοι ὑπαινιγμοὶ ὅτι οἱ δημιουργοὶ ποὺ ἐπιλέγουν νὰ καταπιάνονται μὲν μὲ τὴν ποίηση ἀλλὰ δὲν ἐπιδοκιμάζουν καὶ δὲν συμμετέχουν σὲ ἐξωστρεφεῖς δράσεις αὐθαίρετα ταυτοποιημένες μὲ τὸν πειραματισμὸ ἀρνοῦνται ipso facto νὰ δοκιμάσουν τὰ ὅρια τῆς ποιητικῆς τέχνης, ἀντιστέκονται στὸν πειραματισμό, καὶ πιθανῶς δὲν κατανοοῦν ὅτι ἡ ποίηση ἐξελίσσεται μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο καὶ μᾶλλον οἱ ἴδιοι ἔχουν μείνει πίσω, ἔχουν μείνει στάσιμοι, εἶναι, σὰν νὰ λέμε, συντηρητικοί.

Ὁ συντηρητισμός, ὅπως ἔχω ξαναγράψει, καὶ ὅπως, πιστεύω, ἔχω σαφῶς ὑπονοήσει παραπάνω, χαρακτηρίζει τὴν ποιητικὴ πράξη ἡ ὁποία συμμορφώνεται προγραμματικὰ μὲ τὰ γοῦστα καὶ τὶς προτιμήσεις τοῦ μικρόκοσμου ποὺ κρατᾶ κάθε φορὰ τὰ ἡνία τοῦ λογοτεχνικοῦ πεδίου. Ἡ ἀπαιτηση γιὰ συμμόρφωση, δέ, εἶναι τρομακτικὸ πὼς συχνὰ δὲν ἀφορᾶ μόνο τὴ γραφὴ τοῦ δημιουργοῦ, ἀλλὰ καὶ τὴ δημόσια στάση καὶ συμπεριφορά του, ἀκόμη καὶ τὴν ταυτότητά του!

Καὶ πάντως, γιὰ νὰ ἐπανέλθω ἐν συντομίᾳ στὴν ἀφορμὴ αὐτῆς τῆς συζήτησης, ποιητικὲς «δράσεις» σχεδιασμένες καὶ διενεργούμενες ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς, μὲ θεσμικὲς πλάτες, ἐκδηλώσεις δηλαδὴ ποὺ πραγματοποιοῦνται ὑπὸ τὴν αἰγίδα καὶ μὲ τὴ χρηματοδότηση δημόσιων ὀργανισμῶν ἢ ἰλλουστρασιὸν ἱδρυμάτων πολιτισμοῦ  εἶναι δύσκολο νὰ φαντασθεῖ κανεὶς πῶς θὰ μποροῦσαν νὰ ἐπαναδιαπραγματευθοῦν τὰ ὅρια ὁποιασδήποτε τέχνης. Εὔλογο εἶναι, ἀντιθέτως, ὅτι τέτοια φοβερὰ προστασία θὰ ἐμπνεύσει δυσπιστία στοὺς ἀποδέκτες τοῦ διαβήματος ὅσο ἀφορᾶ τὶς ἀνατρεπτικὲς ἢ πειραματικὲς προθέσεις τῶν συμμετεχόντων.

 

περὶ τοῦ ἐλέους

 

Κυκλοφόρησε, λοιπόν, τὸ «Ἔλεος», τὸ τρίτο μου ποιητικὸ βιβλίο, χωρὶς τυμπανοκρουσίες.

Ἔχω μάθει πιά, ἔστω καθυστερημένα, ἔστω τρώγοντας τὰ ἀνοήτως αἰσιόδοξα μοῦτρα μου δυὸ φορές, πῶς παίζεται αὐτὸ τὸ παιχνίδι: ἀποστολὲς ἀντιτύπων σὲ δεκάδες «ἐπιδραστικοὺς» ἀναγνῶστες˙ φιλοφρονήσεις πρὸς ὅλους ὅσοι ἔχουν ὁποιαδήποτε σχέση, ἔστω ἐλάχιστη, μὲ τὴ λογοτεχνία καὶ τὴν ἀγορὰ τῆς λογοτεχνίας˙ ἀποφυγὴ δημόσιων ἐντάσεων, διαφωνιῶν καὶ ἀντιρρήσεων˙ παρακλήσεις σὲ φίλους καὶ γνωστοὺς νὰ «γράψουν κάτι»˙ σύσφιξη (ἤ, στὴν περίπτωσή μου, ἀποκατάσταση) σχέσεων μὲ τὰ λογοτεχνικὰ περιοδικά˙ αὐξημένη συχνότητα παρουσίας σὲ ἐκδηλώσεις ὁμοτέχνων καὶ ὁμοατέχνων˙ καὶ οὕτω καθεξῆς.

Δὲν θὰ τὰ κάνω ὅλα αὐτά, βέβαια, οὔτε αὐτὴ τὴ φορά. Ὄχι μόνο γιατὶ δὲν τὰ καταφέρνω – καὶ δὲν ἀντέχω – ἀλλὰ καὶ ἐπειδὴ ἔχω (ἐπιτέλους!) καταλήξει ὅτι δὲν μὲ ἐνδιαφέρει κιόλας ἡ «διάδοση τῆς δουλειᾶς μου» σὲ αὐτούς, καὶ μὲ αὐτοὺς τοὺς ὅρους. Ἐξάλλου, δὲν εἶμαι λογοτέχνης, δὲν θὰ ἔλεγα ποτὲ σὲ κανέναν ὅτι εἶμαι συγγραφέας, λογοτέχνης ἢ (μὴ χειρότερα!) ποιητής. Εἶμαι ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἐργάζεται σκληρὰ τριάντα χρόνια τώρα (σὲ ἄσχετο μὲ τὴ λογοτεχνία χῶρο), ποὺ τοῦ ἀρέσει νὰ γράφει ποιήματα καὶ ποὺ στὰ μεσοκοπήματά του ἀποφάσισε νὰ τὰ ἐκδώσει κιόλας.

Βεβαίως, θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ρωτήσει (καὶ πράγματι, ἀρκετοὶ ἔχουν ρωτήσει κατὰ καιρούς), «μὰ γιατί τὰ ἐκδίδεις ἂν εἶναι ἔτσι;» – καὶ εἶναι δικαιολογημένη ἡ ἀπορία. Τὴν ἀπάντηση δυστυχῶς δὲν τὴν ξέρω καὶ ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς καὶ ὁ ἴδιος ἔχω ἀναρωτηθεῖ γιατί ἐπιμένω καὶ γιατί παίζω, ἐξ ἀφετηρίας ἡττημένος, ἐν οὐ παικτοῖς. Φοβᾶμαι πὼς ἴσως ἡ μόνη ἀπάντηση εἶναι πὼς ἐξακολουθῶ, παρὰ τὰ πάντα, πάντα νὰ ἐλπίζω πὼς ὑπάρχει κάπου ὁ μοναχικὸς ἀναγνώστης ποὺ λέει ὁ Φωκᾶς, ὁ ὁποῖος μὲ κάποιον τυχαῖο τρόπο θὰ ἀποκτήσει πρόσβαση στὸ βιβλίο καὶ θὰ δικαιώσει, διαβάζοντας, τὸ ἀπονενοημένο διάβημα τῆς ἔκδοσης.

Ἡ ἐλπίδα, τὸ πιὸ βρώμικο ἀπὸ ὅσα μᾶς δόθηκαν μαρτύρια (ποὺ λέει καὶ τὸ «ἔλεος») εἶναι τὸ πραγματικὸ μαρτύριο τοῦ Ταντάλου, φαίνεται: δὲν πεθαίνει. Δυστυχῶς.

καλολογία

Θυμᾶμαι πρὸ δεκαετιῶν, ὅταν πήγαινα ἀκόμα σχολεῖο, στὸ μάθημα τῆς νεοελληνικῆς λογοτεχνίας μᾶς ἀνέθεταν πολλὲς φορὲς νὰ ἐντοπίσουμε καὶ νὰ ἀναλύσουμε τὰ “καλολογικὰ στοιχεῖα” ἤ, ἂν ἡ καθηγήτρια ἦταν κάπως πιὸ μοντέρνα, τὰ “σχήματα λόγου” στὰ ποιήματα ποὺ συμπεριλαμβάνονταν στὴ διδακτέα ὕλη. Χρήσιμη ἄσκηση, ἂν καὶ συχνὰ στείρα, καθὼς σχεδὸν ποτὲ δὲν προχωροῦσε ἡ ἀναζήτηση, σχεδὸν ποτὲ δὲν ἀναρωτιόμασταν ἂν λειτουργεῖ, καὶ πῶς λειτουργεῖ, μέσα στὸ ποίημα τὸ κάθε σχῆμα λόγου ποὺ μὲ εὐσυνειδησία οἰ λεγόμενοι καλοὶ μαθητὲς ἐντοπίζαμε.

 

Ἡ ποίηση πάντα χρησιμοποιοῦσε καὶ συνεχίζει νὰ χρησιμοποιεῖ σχήματα λόγου – μεταφορὲς κυρίως, καὶ μετωνυμίες. Ἑνίοτε μὲ μεγάλη ἐπιτυχία, ὅπως σὲ κάποια ποιήματα τοῦ John Donne, ὅπου ὁλόκληρο τὸ ποίημα δομεῖται πάνω σὲ μιὰ μεταφορὰ ποὺ ἀναπτύσσεται κλιμακωτά, καὶ μὲ ἔκπληξη ἀντιλαμβάνεται κανεὶς ὅτι κάθε νέα πτυχή της προστίθεται ἁρμονικὰ στὸ ὅλον ἀποκαλύπτοντας ἀπὸ στίχο σὲ στίχο νέες ὁμοιότητες, πρωτοφανεῖς ἀλλὰ ἀπολύτως ἀναγνωρίσιμες, ἀνάμεσα στοὺς δύο ὅρους τῆς μεταφορᾶς.

 

Φαίνεται, ὅμως, πὼς τῶν περισσότερων ποιητῶν οἱ ἀπαιτήσεις σταματοῦν ἐκεῖ ὅπου σταματοῦσαν καὶ οἱ ἀπαιτήσεις κάποιων ἄμουσων φιλολόγων μας στὸ λύκειο: τοὺς ἀρκεῖ ἡ ἁπλὴ παρουσία τοῦ καλολογικοῦ στοιχείου, τοὺς ἐνθουσιάζει ἡ στιγμιαία ἔμπνευση˙ ἡ μεταφορά, ὅσο ἐντυπωσιακὴ κι ἂν εἶναι, ἀφήνεται ἐπὶ ξύλου κρεμάμενη, ὡραία ἀλλὰ ἀδιέξοδη, δηλαδὴ τελικὰ ἀνάρμοστη. Ὑπάρχουν μάλιστα καὶ περιπτώσεις ὅπου ἀμέσως ἀκολουθεῖ ἄλλο, ἀνεξάρτητο τοῦ προηγούμενου, σχῆμα λόγου, καὶ ἀκόμη ἕνα στὸν ἑπόμενο στίχο, κι ἕνα στὸν μεθεπόμενο, ὥστε τὸ ποίημα μετατρέπεται σὲ αὐτάρεσκη ἐπίδειξη καλολογικῆς δεξιοτεχνίας – καὶ πέραν αὐτοῦ, τίποτα.

 

Ἀρέσουν, ἐντούτοις, αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰ ποιήματα. Θαυμάζονται. Βραβεύονται. Καί, μοιραῖα, ἀναπαράγονται ἀπὸ δεκάδες μωροφιλόδοξους ποιητές. Διότι, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ Forbidding Mourning τοῦ Donne, ἂς ποῦμε, δὲν ἀπαιτοῦν πολλὰ ἀπὸ τὸν ἀναγνώστη. Γιὰ τὴν ἀκρίβεια, ἀπαιτοῦν (καὶ ἐκβιάζουν) μόνο τὸν ἄφωνο θαυμασμό μας γιὰ τὶς ἀλλεπάλληλες καλολογίες τους, τὴν κατάφασή μας ἀπέναντι στὴν προφανὴ δεξιοτεχνία τοῦ δημιουργοῦ τους˙ καὶ τὴν παραίτηση ἀπὸ κάθε ἄλλο αἴτημα. Εὔκολα πράγματα, δηλαδή, ποὺ ἁρμόζουν ἐν τέλει στὴν ἐποχή μας, μιὰ ἐποχὴ ποὺ ἤδη ἀπὸ τὸν καιρὸ τοῦ Pound ἀποστρέφεται τὸν σκοτεινὸ ρεμβασμὸ τοῦ ἐσωστρεφοῦς βλέμματος, προκρίνοντας τὴν ταχύτητα καὶ τὴν εὐκολία ἀντὶ τῆς “γλυπτικῆς” τῆς ποίησης.

 

[πρώτη δημοσίευση στὴ bibliothèque]

λέξεις

Προσπαθῶ νὰ μὴν εἶμαι κατηγορηματικὸς ὅταν μιλῶ γιὰ τὴν ποίηση, δεδομένου ὅτι ἕνα “αἱρετικὸ” καλὸ ποίημα μπορεῖ ὁποιαδήποτε στιγμὴ νὰ μᾶς ἀναγκάσει νὰ ἀναθεωρήσουμε τὶς ἀπόψεις μας περὶ τοῦ τί εἶναι ποίηση. Ἐντούτοις, μοῦ φαίνεται μᾶλλον αὐτονόητο ὅτι τὸ βασικὸ ὑλικὸ τῆς ποίησης εἶναι οἱ λέξεις˙ ἀκόμη καὶ ἂν ἡ ἀφετηρία εἶναι μιὰ ἰδέα, ἢ μιὰ εἰκόνα, καὶ σὲ πεῖσμα διάφορων βραχύβιων μεταντανταϊστικῶν πειραματισμῶν, ἡ ποίηση συνεχίζει νὰ γράφεται μὲ λέξεις.

 

Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν σημαίνει οὔτε ὅτι ὑπάρχουν λέξεις ποιητικὲς καὶ λέξεις λιγότερο ποιητικές, οὔτε βέβαια ὅτι χρησιμοποιώντας κάποιες συγκεκριμένες λέξεις, ἢ λέξεις ἑνὸς συγκεκριμένου ὕφους, μπορεῖ κανεὶς νὰ ἐξασφαλίσει ὅτι αὐτὸ ποὺ γράφει εἶναι πράγματι ποίημα. Καὶ ὅμως, διαβάζοντας κανεὶς ποιητικὲς συλλογὲς ἀνθρώπων ποὺ πρωτοεμφανίστηκαν τὰ τελευταῖα δέκα – εἴκοσι χρόνια, ἀνακαλύπτει μὲ ἔκπληξη ὅτι πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς τεκμαίρεται ὅτι πιστεύουν πὼς ὑπάρχει κάποιου εἴδους “ποιητικὸ λεξιλόγιο” ποὺ ὀφείλουν νὰ χρησιμοποιοῦν ὥστε νὰ γίνουν δεκτοὶ στὴν παρέα τῶν ποιητῶν. Στὶς πραγματικὰ κακὲς περιπτώσεις, ποὺ εὐτυχῶς σπανίζουν, τὸ ποιητικὸ αὐτὸ λεξιλόγιο θυμίζει κακὴ ποίηση τῶν ἀρχῶν τοῦ προηγούμενου αἰώνα: ἀφουγκράστηκα, καθάριος, ἐντός μου, καὶ τὰ τοιαῦτα. Στὶς λιγότερο κακὲς περιπτώσεις, τὸ λεξιλόγιο δὲν εἶναι ἀπαραιτήτως παλαιικό, ἀλλὰ ὁπωσδήποτε δὲν εἶναι καθημερινό, συχνὰ μάλιστα δὲν εἶναι κἂν γνώριμο στὸν μέσο ἀναγνώστη: ἐπιστρατεύονται λέξεις σπάνιες, λόγιας πάντα καταγωγῆς, ποὺ ἀναπόφευκτα θὰ ὁδηγήσουν πολλοὺς ἀναγνῶστες στὰ λεξικὰ ἢ στὴν παραίτηση ἀπὸ τὴν προσπάθεια ἀνάγνωσης.

 

Ὅποτε ἔχω ἐκφράσει ἀντιρρήσεις γιὰ τέτοιες γλωσσικὲς ἐπιλογὲς σὲ φίλους ποὺ προσπαθοῦν νὰ γράψουν ποιήματα (καὶ ποὺ τὰ καταφέρνουν, οἱ περισσότεροι, νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν εὔνοια τῶν ὁμοτέχνων καὶ τῶν ἀξιολύπητων, κατὰ κανόνα, κριτικῶν μας), οἱ ἀπαντήσεις τους πάντα ξεκινοῦν ἀπὸ τὴν παραδοχὴ ὅτι ἡ ποίηση δὲν προορίζεται γιὰ τὸν “μέσο” ἀναγνώστη, ἀλλὰ γιὰ τὸν καλλιεργημένο, γιὰ τὸν “ἐπαρκή”, γιὰ τὸν ἐπαΐοντα. Οἱ σπάνιες, λόγιες λέξεις αὐτὴν ἀκριβῶς τὴ δουλειὰ κάνουν: τρομάζουν ὅσους ἀναγνῶστες δὲν εἶναι ἐπαρκῶς ἐπαρκεῖς, τοὺς ἀποκλείουν, ἀλλὰ συγχρόνως τοὺς ἐκβιάζουν νὰ παραδεχθοῦν τὴν ἄγνοια καὶ τὴν ἀνεπάρκειά τους καὶ νὰ ἀποδεχθοῦν ἡττημένοι τὴν ἀνωτερότητα τῆς ποίησης τοῦ συγκεκριμένου ἀκατανόητου γιὰ τοὺς πολλοὺς ποιητῆ˙ οἱ ἐπαρκῶς ἐπαρκεῖς ἀναγνῶστες, ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, ἀναγνωρίζουν ἕναν ὅμοιό τους, ἕναν ἀδελφό τους, ἕναν μορφωμένο, μὲ πλούσιο, ποὺ λένε καὶ οἱ δάσκαλοι, λεξιλόγιο, καὶ χαίρονται καὶ καλωσορίζουν τὸν νέο ποιητὴ στὴν παρέα τῶν ἐραστῶν καὶ τῶν δημιουργῶν τῆς ποίησης.

 

Καμμιὰ φορά, βέβαια, οἱ λέξεις ἐκδικοῦνται, τοῦ ἐπίδοξου ποιητῆ τοῦ ξεφεύγουν λάθη στὴν κλίση καὶ στὴ σύνταξη τῶν σπάνιων λέξεων ποὺ ἐπιστράτευσε, ἢ ἀκόμη καὶ ἀστοχίες σημασιολογικές, ἀλλὰ ἡ σύνταξη καὶ ἡ σημασιολογία φαίνεται πὼς δὲν ἔχουν σημασία, οὔτε ἐπιπτώσεις˙ τὸ οὐσιῶδες εἶναι οἱ (κατὰ βάθος ἀνεπαρκεῖς) ἐπαρκῶς ἐπαρκεῖς ἀναγνῶστες νὰ θαυμάσουν καὶ νὰ καλοδεχθοῦν, καὶ αὐτοὶ δὲν ἀσχολοῦνται μὲ τέτοια ψιλὰ γράμματα, ἀκόμη κι ἂν γνωρίζουν γράμματα.

 

Ἄλλοτε πάλι, ἡ ἐμμονικὴ λεξιθηρία δὲν βλάπτει τελικὰ τὸ ποίημα. Ἡ Πλάθ, ἂς ποῦμε, εἶναι γνωστὸ ὅτι ἔγραφε μὲ τὰ λεξικά της ἀνοιχτά. Ἀλλὰ ἐκείνη εἶχε ἐπίσης πάντα ἀνοιχτὰ τὰ μάτια καὶ τὰ αὐτιά της. Καὶ τιθάσευε τὶς λέξεις της, ὥστε οἱ αἰσθήσεις νὰ λειτουργοῦν μέσῳ ἀκριβῶς αὐτῶν τῶν λέξεων. Ἕνα “αἱρετικὸ” καλὸ ποίημα μπορεῖ ὁποιαδήποτε στιγμὴ νὰ μᾶς ἀναγκάσει νὰ ἀναθεωρήσουμε τὶς ἀπόψεις μας περὶ τοῦ τί εἶναι ποίηση καὶ τί δὲν εἶναι ποίηση.

[πρωτοδημοσιεύτηκε στὴ bibliothèque]

ἀπήχηση

Μελετῶ τὰ τεκμήρια ποὺ φαντάζομαι ὅτι θὰ ἐξετάσουν οἱ φιλόλογοι τοῦ μέλλοντος ἂν ἀποφασίσουν νὰ γράψουν τὴν ἱστορία τῆς λογοτεχνίας τοῦ καιροῦ μας: ἐκδοθέντα βιβλία, κείμενα σὲ εἰδικευμένα περιοδικὰ καὶ ἱστότοπους, παρουσιάσεις καὶ κριτικές, συνεντεύξεις λογοτεχνῶν, βραβεῖα, φεστιβάλ, μεταφράσεις σὲ ξένες γλῶσσες, ἀναφορὲς σὲ ἐφημερίδες, ἱστοσελίδες καὶ περιοδικὰ ποικίλης ὕλης. Σαφῶς διακρίνονται τάσεις καὶ σταθερές, καθὼς τὰ περισσότερα ἀπὸ αὐτὰ τὰ τεκμήρια εἶναι συγκοινωνοῦντα δοχεῖα. Κάποιοι ποιητὲς ἐμφανίζονται σχεδὸν παντοῦ. Καὶ αὐτὸ εἶναι λογικὸ καὶ ἀναμενόμενο, δεδομένου ὅτι ἡ δημοσιότητα εἶναι μεταδοτική. Ὁ φιλόλογος τοῦ μέλλοντος θὰ τοὺς δεῖ θέλοντας καὶ μή, θὰ μετρήσει τὴν ἀπήχησή τους καὶ θὰ τοὺς συμπεριλάβει, σὲ ἁρμοζόντως περίοπτη θέση, στὴν ἱστορία ποὺ θὰ συγγράψει.

 

Ψάχνω ὕστερα στὸν ὠκεανὸ τῶν τεκμηρίων γιὰ κάποιους σύγχρονους ποιητὲς ποὺ προσωπικὰ ἔχω πολὺ ἀγαπήσει. Μερικούς, εὐτυχῶς, τοὺς ἀνακαλύπτω εὔκολα: ἔχουν σοβαρὲς ἐλπίδες ἐπιβίωσης, λοιπόν. Ἄλλους, ὅμως, πολὺ ἀγαπημένους, δὲν τοὺς βρίσκω πουθενά. Αὐτοὺς ποὺ τὰ βιβλία τους ἀνακάλυψα τυχαῖα σὲ κάποιο ξεχασμένο ράφι ἑνὸς βιβλιοπωλείου, ὅπου ἔμειναν γιὰ λίγες μέρες καὶ μετὰ πολτοποιήθηκαν. Αὐτὰ τὰ βραχύβια βιβλία ἦσαν τὰ μόνα τεκμήρια τῆς ὕπαρξής τους, σὲ ἐλάχιστες ἕως λίγες ἑκατοντάδες ἀντίτυπα τυπωμένα, ἰδίοις συνήθως ἀναλώμασι –  μὲ ὅλες τὶς σημασίες τῆς λέξης. Ἀπήχηση μηδενική, καὶ λήθη ἐξασφαλισμένη. Αὐτοὶ οἱ ποιητὲς θὰ πεθάνουν μόλις πεθάνει καὶ ὁ τελευταῖος ἀναγνώστης ποὺ ἔτυχε (ἢ φρόντισαν) νὰ τοὺς διαβάσει.

 

Κοινότοπο τὸ συμπέρασμα: τὴν ἱστορία, συμεριλαμβανομένης καὶ τῆς ἱστορίας τῆς λογοτεχνίας, τὴν γράφουν οἱ νικητές. Ἄξιος ὁ μισθός τους.

[πρωτοδημοσιεύτηκε στὴ bibliothèque]

ἀναμηρυκασμὸς

Διαβάζοντας ποιήματα ποὺ γράφονται καὶ ἐκδίδονται τὰ τελευταῖα χρόνια, συνήθως δυσκολεύομαι πολὺ νὰ ἀναγνωρίσω διαφορές˙ ὄχι μόνο διαφορὲς ἀνάμεσα στὰ βιβλία τοῦ ἴδιου ποιητῆ (αὐτὸ ἐξάλλου θὰ ἦταν ἴσως ὑπερβολικὴ ἀπαίτηση στὶς περισσότερες περιπτώσεις) ἀλλὰ ἀκόμη καὶ διαφορὲς ἀνάμεσα σἐ ποιητὲς ποὺ πρωτοεμφανίστηκαν, ἂς ποῦμε, πρὶν δέκα ἢ εἴκοσι χρόνια καὶ ποιητὲς ποὺ ἐμφανίζονται γιὰ πρώτη φορὰ στὶς μέρες μας. Καὶ δὲν ὑπαινίσσομαι οὔτε ὅτι κλέβουν, μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἀπροκάλυπτης λογοκλοπῆς, οὔτε ὅτι ἀντιγράφουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, μὲ τὴν ἔννοια τῆς δημιουργικῆς ἀντιγραφῆς ποιητικῶν τρόπων καὶ ἀτμόσφαιρας τοῦ τύπου Eliot – Laforgue. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἀδυνατῶ νὰ διακρίνω ποιό θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι τὸ πρότυπο ποὺ ἀκολουθεῖται, καθὼς τὸ κύριο χαρακτηριστικὸ τῆς ποίησης αὐτῆς εἶναι ἁπλῶς ὅτι εἶναι νερουλή, ἀνιαρή, τετριμμένη.

Φαίνεται σὰν ὁ ἐπίδοξος ποιητὴς νὰ ἔχει μόλις ξαναδιαβάσει ὀλίγη γενιὰ τοῦ ἑβδομήντα, ὀλίγη γενιὰ τοῦ ὀγδόντα καὶ πολλὰ στιχουργήματα συγχρόνων του δημοσιευμένα σὲ περιοδικὰ καὶ διαδικτυακὲς ἀνθολογίες καὶ ἀμέσως μετὰ νὰ ἔχει κάτσει νὰ γράψει κάτι ποὺ νὰ ἀπηχεῖ τὴ γενικὴ ἀτμόσφαιρα, τοὺς ποιητικοὺς τρόπους καί, μὲ ἀρκετὴ χαλαρότητα καὶ συγκρητικὴ διάθεση, τὴν ὅποια θεματολογία τῶν διαβασμάτων αὐτῶν. Στὴν πραγματικότητα, θέμα δὲν ὑπάρχει, ἀφορμὴ δὲν ὑπάρχει, δὲν ἔχει ὑπάρξει ποτὲ ἀνάγκη νὰ ἐκφρασθεῖ ὁτιδήποτε μὲ τρόπο ποιητικό. Ἔχει ὑπάρξει μόνο μιὰ ποιητικὴ φιλοδοξία, ὑποκινούμενη καὶ ὑποδαυλιζόμενη ἀπὸ τὴν παραγωγὴ τῶν ὁμο(α)τέχνων, μιὰ κυνικὴ ἀντίδραση τοῦ τύπου «γιατί αὐτοὶ καὶ ὄχι ἐγώ;», ἡ ὁποία ἔχει ὁδηγήσει στὴν σύνθεση στίχων ποὺ πάντα κάτι ἀορίστως θυμίζουν, ἐνταγμένων προχείρως σὲ ἕνα σύνολο χωρὶς δομὴ καὶ χωρὶς αἰτία, μὲ σαφὴ ἐντούτοις τὴν πρόθεση τοῦ ἐναρμονισμοῦ μὲ τὸ κυρίαρχο μοντέλο, ὥστε νὰ ἐπιτευχθεῖ καὶ ἡ ἀποδοχὴ καὶ ἡ ἔνταξη τοῦ δημιουργοῦ στὸν κύκλο τῶν ὁμο(α)τέχνων.

Βεβαίως, μιὰ παρόμοια διαδικασία οἰκείωσης καὶ δημιουργικῆς ἀναπαραγωγῆς ἑνὸς ποιητικοῦ προτύπου θὰ μποροῦσε νὰ ὁδηγήσει σὲ ἐξαιρετικὰ ἐνδιαφέρουσες, ὑψηλότατης ποιότητας ποιητικὲς συνθέσεις – καὶ πράγματι, γνωρίζουμε ὅτι αὐτὸ ἀκριβῶς ἔχει συμβεῖ πολλὲς φορὲς στὴν ποίηση, ὅπως γιὰ παράδειγμα, ἂν μιλήσουμε γιὰ τὴ σχετικὰ πρόσφατη νεοελληνικὴ ποιητικὴ παραγωγή, στὴν περίπτωση τοῦ Τραϊανοῦ καὶ τῆς Plath ἢ τῆς Μαστοράκη καὶ τοῦ Σολωμοῦ. Ἀλλὰ ἐν προκειμένῳ, τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι μόνο ἡ ἀνυπαρξία θέματος καὶ ἡ ἀνυπαρξία ἐναύσματος, εἶναι κυρίως ὅτι τὰ ἀκολουθούμενα πoιητικὰ πρότυπα εἶναι καὶ αὐτὰ ἀπεικάσματα ἀπεικασμάτων, κακέκτυπα συνήθως μιμήσεων ἄλλων ποιημάτων, καὶ ἡ ὅποια στιβαρότητα ὑπῆρχε ἐνδεχομένως στὰ μακρινὰ προπατορικά τους κείμενα ἔχει πλέον, μετὰ ἀπὸ καμμιὰ δεκαριὰ ἀναμηρυκασμούς, ξεθωριάσει. Καὶ ὅμως: αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ θολότητα τοῦ ἀέναου ἀναμηρυκασμοῦ φαίνεται ὅτι ἐξασφαλίζει τὴν ἀποδοχὴ καὶ τὸν ἐγκωμιασμό.

Δὲν ξέρω ἂν τὸ σύμπτωμα ἔχει νὰ κάνει μὲ τὶς ἀπολύτως νοσηρὲς διαδικασίες ἔκδοσης καὶ διάδοσης τῆς σύγχρονής μας νεοελληνικῆς ποίησης ἣ ἂν ἀποτελεῖ ἐγγενὲς χαρακτηριστικό της. Αἰσιόδοξος, ἐντούτοις, παρὰ τὰ πάντα, εὐελπιστῶ ὅτι ἡ εἰκόνα εἶνα ψευδής, ὅτι στὴν διάθεση καὶ διάδοση ὀφείλεται, καὶ ὅτι σὲ κάποια (ψηφιακὰ πλέον) συρτάρια κρύβονται τὰ πραγματικὰ ποιήματα τῆς ἐποχῆς.

[πρωτοδημοσιεύτηκε στὴ bibliothèque]

ξεσκαρτάρισμα

Ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἀπεῖχα ἀπὸ τὰ λογοτεχνικὰ πράγματα: δὲν παρακολουθοῦσα ἐκδόσεις καὶ ἐκδηλώσεις, διάβαζα ἐλάχιστα καινούρια πράγματα, ἀγνοοῦσα ὀνόματα καὶ βραβεῖα. Κάποια στιγμὴ ἀντιλήφθηκα πόσο πίσω εἶχα μείνει καὶ προσπάθησα νὰ κερδίσω τὸν χαμένο χρόνο διαβάζοντας σχεδὸν ἀποκλειστικὰ ποιήματα ποὺ εἶχαν ἐκδοθεῖ τὰ τελευταῖα χρόνια, μῆνες ἢ καὶ ἡμέρες, παρακολουθώντας σχεδὸν ὅλα τὰ λογοτεχνικὰ περιοδικὰ καὶ πηγαίνοντας σὲ ὅσες πρόφταινα ἀπὸ τὶς σχετικὲς ἐκδηλώσεις (παρουσιάσεις βιβλίων, ἀναγνώσεις, καὶ τὰ ὅμοια). Καὶ ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι κατάφερα μὲ αὐτὸν τὸν ἐπίπονο καὶ δαπανηρὸ τρόπο νὰ ἀνακαλύψω τρεῖς τέσσερις ποιήτριες καὶ ποιητὲς ποὺ γράφουν καλά. Τρεῖς τέσσερις βέβαια δὲν εἶναι πολύ, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ λίγο. Ἐνδέχεται, ἂν συνέχιζα τὸ ἴδιο βιολὶ ἐπὶ δυὸ τρία χρόνια ἀκόμη, νὰ ἀνακάλυπτα κι ἄλλους τρεῖς τέσσερις˙ καὶ αὐτὸ θὰ ἦταν κέρδος σημαντικό.

Δυστυχῶς, ὅμως, τὸ σῶμα μου μὲ πρόδωσε: παρὰ τὰ ἰσχυρὰ ἀντιεμετικὰ ποὺ κατανάλωνα σὲ ἐπικίνδυνες ποσότητες κατὰ τὴ διάρκεια αὐτῆς τῆς περιπέτειας, δὲν μπόρεσα νὰ καταπνίξω τὴν ἀηδία ποὺ μοῦ προξενοῦσαν ὅσα πιεζόμουν νὰ διαβάζω: ὄχι μόνο τὰ ἄφθονα μέτρια ἢ ἀκόμη καὶ ἄθλια ποιήματα ἀλλὰ καί, κυρίως, τὰ χαμερπῆ ἐγκώμια μὲ τὰ ὁποῖα ξεπλήρωναν οἱ δημιουργοί τους χρέη πρὸς ἀλλήλους.

Μοῦ πῆρε καιρό, ἀλλὰ βρῆκα τελικά, νομίζω, μιὰ πιὸ ἀσφαλὴ μέθοδο γιὰ νὰ ἀνακαλύπτω καλὰ ποιήματα. Ἡ μέθοδος αὐτὴ δὲν μὲ ὑποβάλλει στὸ μαρτύριο τῆς ἀκατανίκητης ἀηδίας, καὶ φαίνεται, ὣς τώρα τοὐλάχιστον, πιὸ ἀποτελεσματικὴ ἀπὸ τὴν ἐπώδυνη ἀνάγνωση τοῦ χυλοῦ ποὺ συστηματικὰ διακινεῖται καὶ διαφημίζεται στοὺς λογοτεχνικοὺς κύκλους. Τὰ βήματα ποὺ ἀκολουθῶ εἶναι μετρημένα καὶ συγκεκριμένα:

  1. Ἀναζητῶ ἀπὸ τὰ βιβλιογραφικὰ δελτία τοῦ ἄμοιρου biblionet ποιητικὰ βιβλία γιὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἔχω ἀκούσει οὔτε διαβάσει τίποτα
  2. Ψάχνω τὸ ὄνομα τῆς ποιήτριας ἢ τοῦ ποιητῆ στὸ google νὰ δῶ πόσες καὶ ποιές ἐφημερίδες, πόσες καὶ ποιές ἱστοσελίδες, καθὼς καὶ πόσα καὶ ποιά λογοτεχνικὰ ἢ λογοτεχνίζοντα ἔντυπα ἔσπευσαν νὰ δημοσιεύσουν ἐπαίνους λίγο πρὶν ἢ λίγο μετὰ τὴν ἔκδοση
  3. Ψάχνω τὸ ὄνομα τῆς ποιήτριας ἢ τοῦ ποιητῆ στὸ facebook καὶ ἐὰν τὸ βρῶ, ἐλέγχω ἐὰν καὶ κατὰ πόσον ἡ ἐν λόγῳ ποιήτρια ἢ ὁ ἐν λόγῳ ποιητὴς ὑποβάλλει τὰ εἰκονικὰ σέβη του σὲ ἐπιφανεῖς τῆς ποιήσεως καὶ τῆς κριτικῆς
  4. Ψάχνω στὴ diavgeia.gov.gr καὶ στὴν ἐφημερίδα τῆς κυβέρνησης νὰ δῶ μήπως ὁ/ἡ δημιουργὸς ἔχει ἀθέμιτα διοριστεῖ σὲ καμμιὰ κρατικὴ θεσούλα ἢ μήπως ἔχει λάβει τίποτα ἐπιχορηγήσεις γιὰ διοργάνωση ποιητικῶν ἢ ἄλλων ἐκδηλώσεων τῆς συμφορᾶς

Ἐφόσον τὸ ὑπὸ ἔρευνα βιβλίο δὲν ἔχει λάβει, ἅμα τῇ ἐκδόσει του, πλῆθος ἐπαινετικὲς κριτικὲς στὰ μέσα ἐνημέρωσης καὶ κοινωνικῆς δικτύωσης˙ ἐφόσον ὁ ποιητὴς ἢ ἡ ποιήτρια δὲν θαυμάζει ἐπιδεικτικὰ καὶ δημόσια τοὺς ἐπιφανεῖς τῆς λογοτεχνίας μας˙ καὶ ἐφόσον ὁ ποιητὴς ἢ ἡ ποιήτρια δὲν ἐξαργυρώνει τὸν ποιητικό του/της οἶστρο στὰ ταμεῖα τῆς ψευδώνυμης ἀριστερῆς κυβέρνησης, προχωρῶ στὸ ἑπόμενο βῆμα μὲ μεγάλη αἰσιοδοξία: ἀναζητῶ τὸ ἴδιο τὸ βιβλίο καὶ τὸ ξεφυλλίζω.

Καὶ πράγματι, τοὺς τελευταίους μῆνες ἔχω μὲ αὐτὴν τὴν μέθοδο ἀνακαλύψει ἤδη διπλάσια ἀξιόλογα ποιητικὰ βιβλία ἀπὸ ὅσα ἀνακάλυψα μέσα στὸν σωρὸ τῶν ἐπαινουμένων τὰ προηγούμενα τέσσερα πέντε χρόνια. Καὶ τὸ κυριότερο, ἔχει ἠρεμήσει πλέον τὸ πεπτικό μου σύστημα.

 

[πρωτοδημοσιεύτηκε στὴ bibliothèque]

διακειμενικότητα

Συμβαίνει συχνά: διαβάζοντας ἕνα ποίημα διακρίνει κανεὶς ἀμασκάρευτες φράσεις, ἢ καὶ ἐκτενέστερα ἀποσπάσματα, ποὺ προέρχονται ἀπὸ ἄλλα λογοτεχνικὰ ἔργα (συνήθως, ἀλλὰ ὄχι ἀπαραιτήτως, ἔργα ἄλλων ποιητῶν ποὺ ἐκτιμᾶ ὁ ποιητής). Αὐτοῦ τοῦ εἴδους οἱ διακειμενικὲς σχέσεις δὲν εἶναι καινούριες: ὑπῆρχαν καὶ λειτουργοῦσαν πολὺ πρὶν ἐπινοηθεῖ ὁ ὅρος “διακειμενικότητα” καὶ πολὺ πρὶν ὁ Μπλοὺμ ἐπιχειρήσει νὰ ἐξηγήσει κάποιες ἐκφάνσεις τοῦ φαινομένου μιλώντας γιὰ τὴν ἀγωνία τῆς ἐπίδρασης: οἱ ἀρχαῖοι λυρικοὶ παραπέμπουν, γιὰ παράδειγμα, διακειμενικὰ στὸν Ὅμηρο, ὁ Παῦλος Σιλεντάριος στὴ Σαπφώ, ὁ Καβάφης στὸν Πλούταρχο, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ ἡ Κάρσον ἀναφέρεται στὸν Κάτουλλο καὶ ἡ Λώρη Ἄντερσον ἀπηχεῖ τὸν Μέλβιλλ.

Στὶς μέρες μας, οἱ διακειμενικὲς ἀναφορὲς εἶναι ἴσως συχνότερες παρὰ ποτέ. Καμμιὰ φορὰ φτάνουν νὰ θεωρηθοῦν λογοκλοπές, ἐνῶ ἀπὸ κάποιους ἀπορρίπτονται συλλήβδην ὡς ἐξυπνακίστικα καμώματα. Κατὰ τὴ γνώμη μου, δὲν εἶναι πάντα ἄδικος οὔτε ὁ ψόγος τῆς λογοκλοπῆς οὔτε ὁ ἀκόμη βαρύτερος, τῆς εὔκολης ἐξυπνάδας. Τὸ πρόβλημα μὲ τὶς διακειμενικὲς ἀναφορὲς εἶναι ὅτι λειτουργοῦν ποιητικὰ τότε μόνο, ὅταν δὲν εἶναι ἀπαραίτητες – ὅταν, δηλαδή, τὸ ποίημα στέκει ἀκόμη καὶ χωρὶς τὶς διακειμενικὲς ἀναφορές, τὸ ποίημα λειτουργεῖ ἀκόμη καὶ ἂν ὁ ἀναγνώστης δὲν ἀναγνωρίζει τὶς πηγές, τὸ ποίημα ἀξίζει, μὲ λίγα λόγια, ἀπὸ μόνο του˙ ἀλλὰ ἂν κανεὶς τύχει νὰ ἀναγνωρίσει τὶς διακειμενικὲς ἀναφορὲς καὶ ἀνατρέξει στὶς πηγὲς τοῦ ποιήματος τότε προστίθεται ἔνα ἀκόμη ἐπίπεδο νοήματος καὶ ὁ διάλογος τοῦ ποιήματος μὲ ἄλλα λογοτεχνικὰ ἔργα στὰ ὁποῖα ἀναφέρεται ἢ τὰ ὁποῖα ἀπηχεῖ ἀποκαλύπτει μιὰν ἀκόμη ἑρμηνευτικὴ ἐκδοχή, μιὰν ἀκόμη ποιητικὴ δυνατότητα. Ὁ ἀδαής, ἂς ποῦμε, ἀναγνώστης δὲν ζημιώνεται οὐσιωδῶς ἀπὸ τὴν ἄγνοια τῶν διακειμενικῶν σχέσεων, ὁ ἀναγνώστης ὅμως ποὺ ἀναγνωρίζει καὶ μελετᾶ αὐτὲς τὶς σχέσεις κερδίζει κάτι ἐπιπλέον. Ὁ ποιητὴς μπορεῖ μόνο νὰ ἐλπίζει ὅτι θὰ βρεθοῦν ἀναγνῶστες ποὺ θὰ ἀναγνωρίσουν καὶ θὰ ἀξιοποιήσουν αὐτὴ τὴ διακειμενικότητα, ἀλλὰ δὲν ἀξιώνει, οὔτε ἐπιβάλλει, προτοῦ διαβάσουν τὸ ἔργο του, οἱ ἀναγνῶστες νὰ ἔχουν μελετήσει τὴν παγκόσμια γραμματεία. Ἡ διακειμενικότητα μετατρέπεται σὲ ἕνα πρόσθετο ὅπλο τοῦ ποιητῆ, δὲν χρησιμεύει ἁπλῶς ὼς δεκανίκι ἀτάλαντου ποὺ ἀγωνιᾶ νὰ τὸν ἀποδεχθοῦν καὶ νὰ τὸν ὑποδεχθοῦν οἱ (μᾶλλον ἐξίσου ἀτάλαντοι) ὁμότεχνοι.

Τὰ ποιήματα ποὺ ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὴ διακειμενικότητά τους καὶ προϋποθέτουν τὴν εὐρυμάθεια τοῦ ἀναγνώστη (ἢ ἐνίοτε καὶ τηλεπαθητικὲς ἱκανότητες, διότι καμμιὰ φορὰ ὁ μόνος τρόπος νὰ ἀνακαλυφθεῖ ἡ διακειμενικὴ ἀναφορὰ εἶναι νὰ διαβάσει κανεὶς τὸν νοῦ τοῦ ποιητῆ) ἀποκαλύπτουν ἀσφαλῶς πολλὰ γιὰ τὶς ἀναγνωστικὲς συνήθειες τοῦ ποιητῆ ἢ γιὰ τὴν ἀνάγκη του νὰ τὸν θαυμάζουν ὡς ἄνθρωπο τῶν γραμμάτων, δυστυχῶς ὅμως ἀποκαλύπτουν ἐπίσης καὶ τὴν ποιητική του ἀποτυχία. Ἐξάλλου, τὴν ἐποχὴ τοῦ google (συμπεριλαμβανομένων τῶν google books) καὶ τῆς wikipedia, εἶναι προφανέστερο παρὰ ποτὲ ὅτι ἡ ἐπίδειξη μιᾶς φαινομενικῆς εὐρυμάθειας δὲν δηλώνει οὔτε κἂν γνώση, πόσο μᾶλλον εὐαισθησία, ἔφεση γιὰ γράμματα ἢ ποιητικὸ ταλέντο.

 

[πρωτοδημοσιεύτηκε στὴ bibliothèque]

ξετσιπωσιὰ

Θαυμάζω τοὺς ποιητὲς ποὺ μεταφράζουν ποιήματα καὶ τὰ μεταφράζουν καλά. Εἶναι λίγοι, ἐλάχιστοι. Καὶ σπουδαῖοι.
Ἀλλὰ μοῦ φαίνεται ὅτι ὑπάρχουν ἐπίσης πολλοί, ἰδιαίτερα ἀνάμεσα στοὺς νέους ποιητές, ποὺ χωρὶς νὰ γνωρίζουν καλὰ καλὰ τὴ γλώσσα τοῦ πρωτοτύπου, θεωροῦν πὼς εἶναι ἴσως ἱερή τους ὑποχρέωση νὰ μεταφράσουν ἢ νὰ ξαναμεταφράσουν γιὰ χάρη μας ποιήματα τὰ ὁποῖα τοὺς σημάδευσαν ἤ, ἔστω, ἐπηρέασαν αὐτοὺς καὶ τὴ γενιά τους˙ φαντάζονται, ὑποθέτω πὼς ὡς νέοι Σεφέρηδες θὰ πρέπει νὰ τιμήσουν κι αὐτοὶ τοὺς ποιητικούς τους προγόνους τῆς ἀλλοδαπῆς καὶ νὰ ἐπιδείξουν τὴν μεταφραστική τους δεξιοτεχνία ἐπὶ τοῦ corpus τῆς Σέξτον ἢ τοῦ Λάρκιν, γιὰ παράδειγμα.

Ἀλλὰ ὁ Σεφέρης, ὅσες ἀντιρρήσεις καὶ ἂν ἔχει κανεὶς γιὰ τὶς μεταφράσεις του, εἶναι προφανὲς ὅτι ἂν μή τι ἄλλο καταλάβαινε τί διάβαζε. Οἱ ποιητὲς στοὺς ὁποίους ἀναφέρομαι, ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, φαίνεται δὲν διαθέτουν οὔτε γνώση ἀλλὰ οὔτε καὶ στοιχειώδεις ἱκανότητες κατανόησης κειμένου (πόσο μᾶλλον ποιήματος) στὴν ξένη γλώσσα ἀπὸ τὴν ὁποία μὲ περισσὴ ἀλαζονεία μεταφράζουν, μὲ ἀποτέλεσμα τὸ προϊὸν τοῦ μόχθου τους νὰ εἶναι σχεδὸν πάντα ἀκατανόητο καὶ συχνὰ κωμικό: δὲν καταλαβαίνουν, ἂς ποῦμε, ποιό εἶναι τὸ ὑποκείμενο ἑνὸς ρήματος καὶ ἐπινοοῦν δικό τους, δὲν καταλαβαίνουν τὴ χρήση μιᾶς πρόθεσης καὶ μεταφράζουν ἄλλα ἀντ᾽ ἄλλων, δὲν καταλαβαίνουν κάποια λέξη καὶ ἁπλῶς ἐπιλέγουν τὴν πρώτη τυχαία ἀντίστοιχη ποὺ θὰ βροῦν στὴ μηχανὴ μετάφρασης τοῦ google.

Αὐτὸ τὸ ὁποῖο δὲν εἶναι κωμικὸ σὲ αὐτὴ τὴν ἱστορία, ἀλλὰ μᾶλλον θλιβερὸ καὶ ἀνησυχητικὸ εἶναι πὼς δὲν ἀντιλαμβάνονται κἂν ὅτι τὸ μεταφρασμένο ποίημα ποὺ ἐν συνεχείᾳ δημοσιεύουν – σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ πρωτότυπο – δὲν διαβάζεται, δὲν βγάζει νόημα, δὲν στέκει. Καὶ δὲν ἀναφέρομαι ἐδῶ σὲ ἐπιλογὲς ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ σχετίζονται μὲ τὸ ρυθμό, τὴ μουσικότητα, καὶ τὰ ὅμοια, μιλῶ γιὰ προφανεῖς ἀσυνταξίες, βαρβαρισμούς, ἀκυριολεξίες, ποὺ ὅμως κανεὶς δὲν φαίνεται νὰ προσέχει, οὔτε οἱ ἴδιοι οἱ ποιητές, οὔτε ὁ ἑσμὸς τῶν φίλων τους ποὺ ἐπαινοῦν τὶς ἀριστουργηματικὲς αὐτὲς μεταφράσεις μὲ τὴν ἴδια ξετσιπωσιὰ μὲ τὴν ὁποία ἐπαινοῦν καὶ τὶς ἀριστουργηματικὲς ποιητικὲς συνθέσεις τῆς παρέας τους.

Ἐδῶ καὶ καιρὸ δὲν τρέφω, βεβαίως, καμμιὰ ἐλπίδα πὼς κάποτε θὰ ἀποκαλυφθεῖ ὅλη αὐτὴ ἡ ἀθλιότητα. Ἁπλῶς διασκεδάζω πλέον καὶ γελῶ, δυνατὰ συνήθως καὶ ἀδιάκριτα.

 

[πρωτοδημοσιεύτηκε στὴ bibliothèque]