Μία βοήθεια, παρακαλῶ, λέει ἡ Γλυκερία Μπασδέκη

 

HAMM:
We’re not beginning to… to… mean something?

CLOV:
Mean something! You and I, mean something! (Brief laugh.)
Ah that’s a good one!

Samuel Beckett, Endgame

 

Τὴν τελευταία δεκαετία τοῦ δέκατου ἔνατου αἰώνα, ὁ Ἀνδρέας Καρκαβίτσας ταξιδεύει στὰ Κράβαρα καὶ δημοσιεύει τὶς ἀνυπόφορα εἰλικρινεῖς ταξιδιωτικὲς ἐντυπώσεις του, στὶς ὁποῖες περιγράφεται, μεταξὺ ἄλλων, μιὰ ὁμάδα ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι

χτυποῦν τὴν πόρτα τῶν μεγάρων τῶν πλουσίων ἀλλὰ καὶ τὸ καλύβι τῶν φτωχῶν, κοιμοῦνται στὶς πόρτες τῶν ἐκkλησιῶν ἀλλὰ καὶ στὶς πόρτες τῶν καπηλειῶν. Δέχονται τὴ δραχμὴ τῆς χήρας ἀλλὰ καὶ τὸ χαρτονόμισμα τοῦ πλούσιου, τὶς φτυσιὲς τῶν παιδιῶν καὶ τὶς κοροϊδίες τοῦ κόσμου, παλεύουν γιὰ ἕνα κόκκαλο μὲ τὰ σκυλιά, καὶ γιὰ τὰ ἀπομεινάρια τοῦ τραπεζιοῦ μὲ τὶς γάτες, ὑπομένουν ἀγόγγυστα τὶς δυσκολίες ποὺ τοὺς φέρνει ἡ φύση ἀλλὰ καὶ τὶς δυσκολίες ποὺ τοὺς φέρνει ἡ ἀστυνομία… Τίποτα πιὸ ὑπομονετικό, τίποτα πιὸ πεισματάρικο ἀπὸ αὐτούς. Ἔκαναν σκοπὸ τῆς ζωῆς τους νὰ ξεγελάσουν τὴν ἀνθρωπότητα ὅλη καὶ τὸ πέτυχαν.

Λίγα χρόνια ἀργότερα, τὰ χαρακτηριστικὰ τῶν ἀδιστακτων καὶ ἀνελέητων  αὐτῶν ζητιάνων φαίνεται πὼς συμπυκνώνονται στὸν περίφημο Τζιριτόκωστα, κεντρικὸ χαρακτήρα τῆς νουβέλας τοῦ Καρκαβίτσα, Ὁ Ζητιάνος. Ὁ Τζιριτόκωστας, ἀπὸ τὰ Κράβαρα ὁρμώμενος, φτάνει στὸ Νυχτερέμι μὲ σκοπὸ νὰ ἐκδικηθεῖ καὶ νὰ καταστρέψει. Καὶ μέσα σὲ ἐλάχιστες μέρες καταφέρνει πραγματικὰ νὰ φέρει τὸν ὄλεθρο στὸ χωριό. Πότε μὲ ταπεινότητα, πότε μὲ δολοπλοκία, σπέρνει τὸν θάνατο καὶ ἀποκομίζει ὀφέλη καὶ πλούτη, ὥσπου ὅλοι οἱ ἄντρες τοῦ χωριοῦ νὰ ὁδηγηθοῦν στὴ φυλακή, τὸ χωριὸ νὰ ἀφανιστεῖ καὶ ὁ Τζιριτόκωστας μὲ τὸ ζητιανόπουλό του νὰ φύγει ἄθικτος καὶ πλούσιος, ἀναζητώντας νέα τρόπαια.

Ὁ Ζητιάνος παρουσιάζεται βεβαίως, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία γιὰ αὐτό, ὡς κακοῦργος. Ἐντούτοις, καμμιὰν ἀνάγκη δὲν νοιώθει ὁ συγγραφέας νὰ τὸν τιμωρήσει καὶ νὰ ἀποκαταστήσει τὴ δικαιοσύνη. Ἀντιθέτως, στὴν κατάληξη τοῦ ἔργου, ἐπισημαίνει ἀκριβῶς πὼς δικαιοσύνη δὲν ὑπάρχει:

Ἡ κοιλάδα πρόθυμη ἐδέχθηκε τὸν ζητιάνο στοὺς ὑγροὺς καὶ μαλθακοὺς κρυψῶνες της, ὅπως δέχεται τόσα κακοῦργα ἑρπετὰ καὶ παράσιτα. Ὁ ἄνθρωπος πολλὲς φορὲς δὲν βρίσκει τῆς ὑπάρξεώς τους τὸν σκοπό. Καὶ ὅμως τὰ κρατεῖ στοὺς κόρφους της ἡ Φύσις, θεότης ἀδιάφορη, ἀνεπηρέαστη, ἴση δείχνοντας ἀγάπη καὶ στοῦ Κάη τοὺς καρποὺς καὶ στὰ πρωτοτόκια τοῦ Ἄβελ.

Λίγες δεκαετίες μετὰ τὸν Ζητιάνο τοῦ Καρκαβίτσα (1923), σὲ μιὰν ἄλλη ἤπειρο, ὁ Tod Robbins γράφει ἕνα διήγημα, μὲ τὸν τίτλο Σπιρούνια[Spurs], ποὺ διαδραματίζεται σὲ ἕνα περιοδεῦον τσίρκο στὴ Γαλλία. Ὁ «καρπὸς τοῦ Κάη» ἐδῶ παίρνει τὴ μορφὴ μιᾶς ὡραίας γυναίκας, τῆς JeanneMarie, ἡ ὁποία πουλάει ἔρωτα σὲ ἕναν δύσμορφο νάνο, τὸν ὁποῖο παντρεύεται, μὲ σκοποὺς παρόμοιους μὲ τοὺς σκοποὺς τοῦ Τζιριτόκωστα: νὰ δολοφονήσει τὸν ἄντρα της καὶ κληρονομώντας τὴν περιουσία του νὰ ζήσει εὐτυχισμένη μὲ τὸν Simon, τὸν εὐσταλὴ καὶ εὐειδὴ ἐραστή της. Ἡ Jeanne Marie, ὅμως, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν Τζιριτόκωστα, ἀποτυγχάνει, ὁ ἐραστής της φονεύεται καὶ ἡ ἴδια τιμωρεῖται. Ἡ διαφορὰ εἶναι ὅτι ἡ Jeanne Marie εἶναι «φυσιολογική», ἀποδεκτὴ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ τσίρκου τῶν πλασμάτων τῶν ὁποίων ἡ δουλειὰ καὶ ἡ ζωὴ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τοὺς ἄλλους «φυσιολογικοὺς» ἀνθρώπους, ποὺ ἔρχονται καὶ πληρώνουν γιὰ νὰ θαυμάσουν τὶς τερατώδεις δυσμορφίες τῶν ἀνθρώπων τοῦ τσίρκου. Ἂν τὰ κατάφερνε ἡ Jeanne Marie, ὁ «φυσιολογικὸς» θεατὴς – ἀναγνώστης μπορεῖ νὰ λυπόταν γιὰ τὴν ἀδικία ἀπέναντι στὸν κακόμοιρο δύσμορφο νάνο καὶ τὰ ἔρημα πλάσματα τοῦ τσίρκου, ἀλλὰ τοὐλάχιστον δὲν θὰ αἰσθανόταν ὅτι ἀπειλεῖται: ἐφόσον τὰ θύματα τῆς ἀδικίας εἶναι οἱ περιθωριακοί, οἱ ἀνώμαλοι, οἱ ἀναξιοπαθοῦντες, ὁ ὁμαλός, φυσιολογικός, καθωσπρέπει ἀναγνώστης μπορεῖ νὰ κοιμᾶται ἥσυχος, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐκφράζει ποῦ και ποῦ, χωρὶς ἀναστολές, τὸν ἀποτροπιασμό του γιὰ τὴν ἀδικία στὸν κόσμο, μιὰ ἀδικία ποὺ δὲν τὸν ἀγγίζει˙ δεδομένου, ὅμως, ὅτι στὰ Σπιρούνια σκληρὴ τιμωρία χτυπάει τὴν Jeanne Marie, τὴ γυναίκα τῆς διπλανῆς πόρτας, τὴ μόνη μὲ τὴν ὁποία μπορεῖ ὁ ἀναγνώστης νὰ ταυτιστεῖ, ἐνῶ ὁ τιμωρὸς καὶ νικητὴς εἶναι ὁ τερατώδης νάνος, ἡ δικαιοσύνη ποὺ ἔχει ἀπονεμηθεῖ  φέρνει τὸν ἀναγνώστη σὲ ἀμηχανία, ἂν δὲν τοῦ προξενεῖ φόβο καὶ τρόμο τὸ ἐνδεχόμενο νὰ εἶναι ὁ ἴδιος τὸ ἑπόμενο δίκαιο θύμα.

Τὴν ἐποχὴ ποὺ γράφτηκαν τὰ Σπιρούνια, ἂς σημειώσουμε ὅτι λειτουργοῦσαν ἀκόμη στὴ Νέα Ὑόρκη καὶ στὸ Λονδίνο ζωολογικοὶ κῆποι ὅπου διαβιοῦσαν ὡς ἐκθέματα ἄνθρωποι διαφορετικοί: μαῦροι, νάνοι, ἰνδιάνοι, καθὼς καὶ κάποια ὑποτιθέμενα σφάλματα τῆς φύσεως. Τὰ περισσότερα, ὡστόσο, ἀπὸ αὐτὰ τὰ πλάσματα ποὺ θεωροῦνταν σφάλματα τῆς φύσης, τέρατα, παραδοξότητες στὴν καλύτερη περίπτωση, ἀλλὰ πάντως ὄχι ἄνθρωποι, ἐπιζοῦσαν, σὲ ἕναν κόσμο ὅπου ἡ πρόνοια ἦταν ὄχι ἁπλῶς ἄγνωστη ἀλλὰ ἀδιανόητη, εἴτε ζητιανεύοντας εἴτε αὐτογελοιοποιούμενα σὲ παραστάσεις εἰδικῶν τσίρκων, τῶν ἐπομαζόμενων freakshows. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ ζοῦσαν καὶ δούλευαν σὲ αὐτὰ τὰ τσίρκα ὀνομάζονταν freaks, δηλαδὴ ἀφύσικα τέρατα, ἐκτρώματα, ἐκ φύσεως τοποθετημένα ἐκτὸς τῆς κοινωνίας, ἀποσυνάγωγα, ἀντικείμενα χλευασμοῦ καὶ ἐκμετάλλευσης, κατάλληλα μόνο γιὰ νὰ προσφέρουν θέαμα διὰ τῆς ὑπάρξεώς τους στοὺς ἐλεήμονες φυσιολογικούς.

Τὸ διήγημα τοῦ Robbins ἀποτέλεσε τὴν πρώτη ὕλη γιὰ τὴ σπουδαία ταινία Freaks (1932) τοῦ Tod Browning, ποὺ εἶχε νωρίτερα σκηνοθετήσει τὸν Bella Lugosi ὡς Δράκουλα. Ἡ ταινία διαδραματίζεται σὲ ἕνα τέτοιο τσίρκο, σὲ ἕνα freakshow, ὅπου τὰ ἀποσυνάγωγα freaks συνασπίζονται γιὰ νὰ τιμωρήσουν μὲ τὸν πιὸ ἀδυσώπητο τρόπο τὴν γυναίκα ποὺ προδίδει καὶ συνωμοτεῖ γιὰ νὰ σκοτώσει ἕναν δικό τους νάνο. Ἡ γυναίκα ἐδῶ ὀνομάζεται Cleopatra καὶ ἡ τιμωρία της εἶναι νὰ μετατραπεῖ καὶ ἡ ἴδια σὲ freak: τῆς κόβουν τὰ πόδια, τῆς λιώνουν τὰ χέρια, τῆς καῖνε τὸ δέρμα μὲ πίσσα καὶ πούπουλα καὶ τὴν μεταμορφώνουν στὴ γυναίκα-πάπια. Ἂς σημειωθεῖ ὅτι, οἱ ἠθοποιοὶ στὸ Freaks δὲν εἶναι ἐπαγγελματίες ἠθοποιοί, ἀλλὰ ἄνθρωποι ἀπὸ τὰ freakshows, ἀληθινὰ freaks, ἐντείνοντας τὴν αἴσθηση ὅτι ὅλο αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκριβῶς μυθοπλασία, δὲν εἶναι μακρινὸ καὶ φανταστικό, εἶναι ὑπαρκτό, δυνητικὰ δίπλα μας.  Ἡ ταινία, φυσικά, κατατάσσεται στὶς ταινίες τρόμου, καὶ οἱ κριτικοὶ τῆς ἐποχῆς τὴν χαρακτηρίζουν ἀδιανόητη, φρικτή, ἀπωθητική,  ἐκφράζοντας μὲ ἀκρίβεια τὴν ἀντίδραση τῶν περισσότερων θεατῶν: τὸν τρόμο τους.

Freaks, βεβαίως, δὲν ὑπάρχουν πιά, δηλαδὴ δὲν κατονομάζονται ὡς τέτοια στὴν ἐποχὴ τῆς πολιτικῆς ὀρθότητας, ἀλλὰ ἄνθρωποι διαφορετικοί, ποὺ ἐξοστρακίζονται ἀπὸ τὸ κοινωνικὸ σῶμα, συχνὰ δὲ καὶ ἀπὸ τὶς (στοιχειώδεις, οὕτως ἣ ἄλλως, καὶ ἀνεπαρκεῖς) προνοιακὲς δομές, ἄνθρωποι ποὺ ἀπομονώνται καὶ ἐπιβιώνουν μόνο χάρη στὴ συχνὰ ἐπιδεικτικὴ ἐλεημοσύνη τῶν ξένων, τῶν «φυσιολογικῶν», ἐξακολουθοῦν νὰ ὑπάρχουν, ἀσφαλῶς, ὅλο καὶ περισσότεροι: ἄστεγοι, ἐπαῖτες, ζητιάνοι, ἀνίατοι, ποὺ σὲ πολλοὺς προξενοῦν μιὰν ἀντίδραση ἀποστροφῆς, μιὰν ἀντίδραση σιχασιᾶς ποὺ πασχίζει νὰ κρυφτεῖ πίσω ἀπὸ τὴν φιλανθρωπία. Ἡ δῆθεν φιλάνθρωπη ἐλεημοσύνη ποὺ τοὺς δίνεται δίνεται μόνο ὑπὸ τὸν ὅρο ὅτι οἱ ἐλεηθέντες θὰ παραμείνουν στὴ θέση τους, ἐκτός, μακρυά, εὐγνώμονες. Αὐτοὶ εἶναι τὰ σύγχρονα freaks, τὸ θέαμα ποὺ προκαλεῖ ἀπὸ ἀρρωστημένο ἐνδιαφέρον ὣς ἀποτροπιασμό, καὶ τὴν ἴδια στιγμὴ παρέχει τὴν ψευδαίσθηση τοῦ ἐλέους στοὺς κανονικούς. Αὐτοὶ εἶναι, ἐπίσης, οἱ ἥρωες τοῦ συνθετικοῦ ποιήματος τῆς Γλυκερίας Μπασδέκη, Μία Βοήθεια, Παρακαλῶ!

Τὸ ποίημα ἀφιερώνεται στὸν Ἀνδρέα Καρκαβίτσα: μιὰ προφανὴς ἀναφορά, βεβαίως, στὸν Ζητιάνο καὶ στὸν νεοέλληνα συγγραφέα ποὺ πρῶτος ἔβαλε στὸ κέντρο τῆς ἀφήγησής τους ἕναν τέτοιο, ἐξοστρακισμένο, φρικώδη χαρακτήρα, ὄχι ὅμως ὡς αὐτονόητο ἀποδέκτη ἐλεημοσύνης καὶ φιλανθρωπίας ἀλλὰ ὡς ἐκβιαστή, δολοπλόκο, δολοφόνο, ποὺ φονεύει καὶ καταστρέφει ὄχι μόνο μένοντας ἀτιμώρητος, ἀλλὰ καὶ ὠφελούμενος ἀπὸ τὰ ἐγκλήματά του. Ὁ Τζιριτόκωστας δὲν εἶναι ἕνας κακόμοιρος ποὺ ἱκετεύει γιὰ ἔλεος, εἶναι ἕνας ἀδίστακτος, διαβολικὸς τύπος. Τὸ ἔλεος ποὺ τοῦ δείχνουν οἱ χωρικοὶ δὲν δικαιώνεται, ἀλλὰ ἀκυρώνεται ἀπὸ τὴν πολιτεία του. Ἂν καὶ στερεοτυπικὰ θὰ μποροῦσε νὰ ἀντιμετωπισθεῖ ὡς θύμα τῆς κοινωνίας ποὺ τὸν ἔχει ἐξοστρακίσει, εἶναι στὴν πραγματικότητα θύτης καὶ τιμωρός: ἀπαιτεῖ καὶ λαμβάνει, μὲ τίμημα τὸν θάνατο καὶ τὸν ὄλεθρο.

Οἱ ζητιάνοι ποὺ μιλοῦν καὶ τραγουδοῦν στὸ Μία Βοήθεια, Παρακαλῶ! ἀποτελοῦν, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ἕναν ἀδίστακτο θίασο τεράτων, ἀποφασισμένων εἴτε μὲ ἐπίπλαστη κακομοιριὰ εἴτε μὲ πανουργία καὶ ἀπάτη νὰ ἀποσπάσουν τὴν ἐλεημοσύνη τοῦ ἐν πολλοῖς ἀόρατου στὸ ποίημα ἄλλου θιάσου, αὐτῶν ποὺ δὲν ἔχουν ἀνάγκη νὰ ζητιανεύουν ἀλλὰ ἔχουν τὴν δυνατότητα νὰ ἐλεοῦν – αὐτὸν τὸν θίασο τὸν συναποτελοῦμε, προφανῶς, οἱ ἀναγνῶστες, στοὺς ὁποίους ἀπευθύνονται, σὲ δεύτερο πληθυντικὸ πρόσωπο, οἱ ζητιάνοι τῆς Μπασδέκη. Πρόκειται γιὰ μιὰ σχέση σαφῶς ἀνάλογη μὲ τὴ σχέση τῶν Νυχτερεμιωτῶν καὶ τοῦ Τζιριτόκωστα, ἢ τῶν θεατῶν στὰ freakshows καὶ τῶν ἴδιων τῶν freaks. Οἱ ἀναγνῶστες καλούμαστε νὰ ἐπισκεφθοῦμε ἕνα ἀνθρώπινο μουσεῖο, ζωολογικὸ κῆπο, ἢ τσίρκο, ὅπου οἱ ζητιάνοι φαίνεται πὼς ἀνεβάζουν μιὰ παράσταση γιὰ τὴ διασκέδασή μας, ἕνα θέαμα γκροτέσκο, ἕνα λαϊκὸ πορνό, μὲ τίτλο Μία βοήθεια, παρακαλῶ!

Ἡ πορνογραφία, μᾶς λέει ἡ Sontag (The Pornographic Imagination, στὸ Styles of Radical Will),

κάνει χρήση ἑνὸς περιορισμένου ἀκατέργαστου λεξιλογίου αἰσθημάτων, ποὺ σχετίζονται εὐθέως μὲ τὴν προοπτικὴ τῆς πράξης: τὸ αἴσθημα ὅτι θέλει κανεὶς νὰ πράξει (ἡ λαγνεία) καὶ τὸ αἴσθημα ὅτι δὲν θέλει κανεὶς νὰ πράξει (ντροπή, φόβος, ἀποστροφή). Δὲν ὑπάρχουν ἀνώφελα ἢ μὴ λειτουργικὰ αἰσθήματα˙ ὅλες οἱ παρουσιαζόμενες σκέψεις, θεωρίες καὶ ἀπεικονίσεις σχετίζονται ἀποκλειστικὰ μὲ τὴ δουλειὰ ποὺ πρέπει νὰ γίνει.

Ὁμοίως, ἡ στοχοπροσήλωση τῶν ζητιάνων τῆς Μπασδέκη εἶναι μονολιθική: τίποτε δὲν συμβαίνει καὶ τίποτε δὲν λέγεται ποὺ νὰ μὴν στοχεύει ξεκάθαρα στὴν ἀπόσπαση τῆς ἐλεημοσύνης. Γνωρίζουν τὴν κατάστασή τους καλά, καὶ γνωρίζουν ἀκόμη καλύτερα τὴν κατάσταση τῶν ἀνθρώπων στοὺς ὁποίους ἀπευθύνονται. Ἔχουν ἐπίγνωση τῶν δεξιοτήτων ποὺ χρειάζεται νὰ ἐπιδείξουν ὥστε νὰ ἐπιτευχθεῖ ὁ στόχος:

Είναι σπουδαία τέχνη η ζητιανιά
Δεν δίνει ο πάσα ένας τον παρά
Δε σου χαρίζει το προπέρσινο παλτό
Δε χαλαλίζει το ληγμένο φαγητό
Πρέπει να είσαι της υπομονής
Να επιμένεις και να εκλιπαρείς

Οἰ ζητιάνοι ἐδῶ ἔχουν ἐπίσης ἄριστη γνώση τῶν ἀναγκῶν καὶ τῶν ἐπιθυμιῶν τῶν πελατῶν τους καὶ ἀξιοζήλευτη ἱκανότητα νὰ ἐργαλειοποιοῦν αὐτὴ τὴ γνώση ὥστε νὰ πετύχουν τὸ σκοπό τους καὶ ὁ κάθε πελάτης νὰ βάλει ἐπιτέλους τὸ χέρι στὴ βαθειά του τσέπη:

– ελέησόν με φοιτητή με τα αντίντας, τα κέρματά σου θέλω, τίποτ’ άλλο, δώσε εσύ κι η τύχη σου γυρίζει
–  ελέησόν με ξέρασμα ξερακιανή με την ελιά κι απ’ την καλή την πράξη θα ομορφύνεις
– ελέησόν με στέλεχος της πολυεθνικής με το τουπέ, ρίξε χαρτί καλέ και θα στα δώσει τρίδιπλα η σοφοκλέους

 – τι άγγελος κατέβηκε στη γης!… δεν είσαι για να πορπατείς στις λάσπες… για τα αιθέρια είσαι!… ουρανία!… τις βέτλανς νάουσα τις κουβερτούλες να με δώκεις κόρη μου κι εγώ θα σου τον φέρω τον μορόζο…

– της πειραϊκής πατραϊκής τα σεντονάκια θέλω και σε δυο τέρμινα θα γκαστρωθείς ψυχή μου…

Οἱ ζητιάνοι τῆς Μπασδέκη, ἐνσωματώνοντας τὴν πιὸ πορνὸ κυρίαρχη μικροαστικὴ ἀντίληψη γιὰ αὐτούς, σερβίρουν στοὺς πελάτες τους αὐτὸ ἀκριβῶς ποὺ οἱ πελάτες θέλουν. Ἂν τὸ κοινὸ ἐπιθυμεῖ νὰ δεῖ ἐπὶ σκηνῆς ἄρρωστους καὶ κακομοίρηδες, θὰ τοὺς δεῖ:

Πρέπει να δείχνεις χάλια για να πάρεις
Από υγεία αν σφύζεις και χαρά
Θα κόψει δρόμο, ξέχνα τα λεφτά

Οἱ συγκεκριμένοι ζητιάνοι, ὅμως, εἶναι ἱκανοὶ νὰ προχωρήσουν πολὺ περισσότερο˙δὲν κάνουν λογοτεχνία, κάνουν μιὰ δουλειὰ βιοποριστική, καὶ ἐὰν ὁ πελάτης-θεατὴς δὲν εἶναι διατεθειμένος νὰ ἄρει τὴν δυσπιστία του, ὁ ζητιάνος πρόθυμα θὰ προσαρμόσει τὴν πραγματικότητα στὸ ἐπιθυμητὸ πλαίσιο, ἀσχέτως τοῦ φαινομενικοῦ προσωπικοῦ κόστους. Μὲ γνήσια ἀδιαφορία γιὰ ὁτιδήποτε ποὺ δὲν ἅπτεται τῆς δουλειᾶς ποὺ πρέπει νὰ γίνει, δηλαδὴ τοῦ προσπορισμοῦ τῆς ἐλεημοσύνης, δὲν διστάζει πραγματικὰνὰ αὐτοτραυματισθεἶ, νὰ αὐτοσακατευθεἶ, νὰ μεταλλαχθεἶ σὲ αὐτὸ ποὺ ὁ ἐλεήμων πελάτης θέλει νὰ δεῖ, χωρὶς ὑποκρισία, νὰ μεταμορφωθεῖ δηλαδὴ σὲ ἀληθινὸ freak ἐὰν αὐτὸ ἐπιθυμεῖ τὸ φιλοθεάμον κοινό:

Ο ζήτουλας θα κάνει υποχωρήσεις
Θα σπάσει κι άλλο πόδι αν χρειαστεί
Τα μάτια του θα βγάλει, στην ανάγκη
Τη σπλήνα του παιδιού του την καλή
Τα δόντια μόνος του θα ξεριζώσει
Θα φάει τα πιο βρωμερά σκατά
Αν είναι την καρδιά σου να ραγίσει
Ολόκληρος  θα τυλιχτεί με ξερατά

Καὶ φυσικά, ἔχουν μεγάλη γκάμα τεχνικῶν καὶ τεχνασμάτων στὴ διάθεσή τους, δὲν περιορίζονται στὴν ἐκλιπάρηση καὶ στὴν ἱκεσία. Προκειμένου νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν ἀμοιβή τους, θὰ μετέλθουν ὅλα τὰ μέσα, συμπεριλαμβανομένων μαγγανειῶν, ἀπειλῶν καὶ ἐκβιασμῶν:

ελέησόν με όμορφη κερά να κάμεις γιούς πολλούς δικολαβαίους! τι μυτερή κοιλιά κοκόνα μου! διμάρικα αρσενικά θα κάμεις! σίγουρα λέγω! Δέκα  ευρώ για το ξεμάτιασμα μονάχα, έτοιμες να σε βασκανίσουν είν’ οι φίλες σου οι σκύλες, δώκε δώκε…

μία βοήθεια παρακαλώ!… πενήντα… εκατό διακόσιες… δεν ξέρετε με ποια τα βάζετε γουρούνια… τι λάσπη και χολή σας περιμένει αν δεν ελεήσετε…

Αὐτὴ ἡ πορνογραφικοῦ τύπου προσήλωση στὸν στόχο δὲν ἀφήνει,  πράγματι, περιθώρια γιὰ ἀνώφελα αἰσθήματα, γιὰ σκέψεις καὶ ἀπεικονίσεις ἄσχετες μὲ τὴ δουλειὰ ποὺ ἔχουν νὰ κάνουν. Τὸ ὑπερβατικὸ στοιχεῖο δὲν ἔχει καμμιὰ θέση ἐδῶ:

Αγίους δε φοβάται ο ζητιάνος
Τρόμο δεν έχει στο Θεό, δεν προσκυνάει
Με το σκουλήκι και το χώμα διασκεδάζει
Θέλει μονάχα κέρμα και φαγάκι
Ζωή να ζήσει ρέμπελη και φίνα

Ἀντιθέτως, καὶ ἡ μεταφυσικὴ ἀνησυχία καὶ ἡ θρησκευτικὴ πίστη ἐργαλειοποιοῦνται ἀδίστακτα στὰ χέρια τῶν ζητιάνων τοῦ θιάσου τοῦ Μία βοήθεια παρακαλῶ:

Χωρίς  ζητιάνους θα ’σασταν χαμένοι
Θα ’στελνε ο Θεός τους κεραυνούς του
Θα ᾽καιγε τα χωράφια και τις βίλλες

 Ό,τι κρατάει ο Θεός για Εκείνον
Το δίνουνε οι άνθρωποι σ’ ανθρώπους

Θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ πεῖ ὅτι οἱ ζητιάνοι τῆς Μπασδέκη, ὅπως καὶ ὁ Τζιριτόκωστας τοῦ Καρκαβίτσα, δὲν εἶναι ἀνθρώπινοι. Σύμφωνα μὲ ὅσα ἔχουμε δεῖ ὣς τώρα, πρόκειται γιὰ ἀπάνθρωπα τέρατα,  γιὰ «κακοῦργα ἑρπετὰ καὶ παράσιτα». Παράσιτα, ἰδίως, τὰ ὁποῖα ἐξαρτῶνται ἀπολύτως ἀπὸ τοὺς «φυσιολογικοὺς» ἀνθρώπους, τοὺς ἐνταγμένους στὸ κοινωνικὸ σύνολο, ὥστε νὰ ἐπιβιώσουν εἰς βάρος ἀκριβῶς αὐτοῦ τοῦ συνόλου, σὲ μιὰ ἀνώφελη ἐντέλει πορεία χωρὶς νόημα μὲ μοναδικὸ σκοπὸ τὸν προσπορισμὸ τοῦ πλούτου:

Του ζήτουλα ο νους είναι λιβάδι
Χορεύουνε παράδες στο χορτάρι
Στα μάτια σε κοιτάει μα δε σε βλέπει
Χωρίς τα κέρματα τη ζήση δεν αντέχει
Του κόσμου οι ομορφιές δεν τον αγγίζουν

Ὑπάρχουν, ὅμως, δύο στοιχεῖα ποὺ αὐτὴ ἡ ἑρμηνεία δὲν μπορεῖ νὰ ἐξηγήσει.

Τὸ πρῶτο εἶναι ἡ ἀντιστροφὴ τῆς λογικῆς τῆς παρασιτικῆς ὕπαρξης τοῦ ζητιάνου, ὁ ὁποῖος φαίνεται ὅτι ἐν προκειμένῳ θὰ μποροῦσε ἀκριβέστερα νὰ περιγραφεῖ ὡς χρήσιμο βακτήριο παρὰ ὡς ἐπιβλαβὲς παράσιτο: ἡ ὕπαρξή του καὶ ἡ πολιτεία του ἐξασφαλίζει στὸν ξενιστή του (γιὰ νὰ σπρώξω τὴ βιολογίζουσα μεταφορὰ ὣς τὸ μὴ περαιτέρω) ὄχι μόνο τὴν δυνατότητα τῆς σωτηρίας διὰ τοῦ ἐλέους, ἀλλὰ καὶ τὴν ἴδια τὴν ἐπιβίωσή του διὰ τῆς ἀνακατανομῆς τοῦ πλούτου:

Χωρίς  ζητιάνους θα ’σασταν χαμένοι
Θα ’στελνε ο Θεός τους κεραυνούς του
Θα ᾽καιγε τα χωράφια και τις βίλλες
Τα εξοχικά σας κι όλα τα κοπάδια
Δεν κάνει να μαζεύεται το χρήμα
Ν’ αλλάζουν χέρι πρέπει οι λιρίτσες
Χωρίς  εμάς θα φτάνατε στην ύβρη
Η ελεημοσύνη σώζει τα παιδιά σας
Κι η ζητιανιά το βιός σας αυγατίζει

Τὸ δεύτερο, καὶ σημαντικότερο στοιχεῖο, εἶναι ἡ ἀνατροπὴ ποὺ κρύβουν οἱ δύο τελευταῖες σελίδες τοῦ βιβλίου, ὅπου ἡ πορνογραφικὴ προσήλωση στὸν πλουτισμό, μὲ τρόπο παιγνιώδη καὶ ἀποκαλυπτικὀ ἀκυρώνεται˙ καὶ ἡ ὕπαρξη τοῦ ζητιάνου ἐξαίφνης νοηματοδοτεῖται. Ἡ παράσταση τοῦ παράδοξου αὐτοῦ θιάσου δὲν μᾶς εἶχε ὑποψιάσει πὼς θὰ μποροῦσε ὁτιδήποτε ἀνθρώπινο  νὰ κρύβεται πίσω ἀπὸ τὰ πρόσωπα τῶν ζητιάνων˙ ἀντιθέτως, μᾶς φαίνονταν ἄσπλαχνοι, ὑπολογιστές, ἀδίστακτοι, κακοποιοί, πορνογραφικὰ ανδρείκελα χωρὶς αἰσθήματα. Στὸν τελικὸ γκροτέσκο χορὸ τοῦ Μία βοήθεια, παρακαλῶ! μᾶς παρουσιάζεται ἐντούτοις, ὡς κίνητρο καὶ ὡς ἐπιθυμία, ἕνα γνήσιο, ἀνώφελο αἴσθημα, ὥστε νὰ ἀναρωτιέται κανεὶς ἄν, σὰν τὸν Hamm στὸ Endgame τοῦ Beckett, οἱ ἥρωες τῆς Μπασδέκη ἀνακαλύπτουν τελικά, καὶ μαζί τους καὶ ἐμεῖς, μιὰ ὑπόνοια νοήματος στὴν ὕπαρξή τους. Καὶ πράγματι, φαίνεται πὼς οἱ ζητιάνοι τῆς Μπασδέκη, τὰ ἐκδικητικὰ καὶ ἀπωθητικὰ αὐτὰ freaks, ἀνακαλύπτουν ἕνα κάποιο νόημα, μιὰ χρεωστούμενη δικαίωση:

μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα
για την αγάπη σου βγήκα στη ζητιανιά

μπλα μπλα μπλα μπλα,
μπλα μπλα μπλα μπλα
αν με φιλήσεις θα τα κάψω τα λεφτά

ΜΠΛΑ ΜΠΛΑ ΜΠΛΑ
ΜΠΛΑ ΜΠΛΑ ΜΠΛΑ
χωρίς εσένα να τα βράσω τα λεφτά

[κείμενο παρουσίασης στὴ Διεθνὴ Ἔκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης, 4 Μαΐου 2018]

ἡ ὡραία μούχλα

Πολὺ συχνὰ ὅταν παρακολουθῶ μιὰ κινηματογραφικὴ ταινία δυσκολεύομαι. Δὲν ξέρω ἂν τὸ πρόβλημα ὀφείλεται στὴν ἐλαττωματική μου ὅραση, σὲ κάποια ἀδιάγνωστη διάσπαση προσοχῆς, ἢ σὲ κάτι ἄλλο ἀκόμη πιὸ δυσοίωνο, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ μοῦ συμβαίνει εἶναι ὅτι μοῦ διαφεύγουν σκηνές. Τὶς βλέπω, πιθανόν, ἀλλὰ δὲν ἐγγράφονται, δὲν ἀντιλαμβάνομαι δηλαδὴ τί ἔχω δεῖ, μερικὲς φορὲς μάλιστα δὲν ἀντιλαμβάνομαι κἂν ὅτι ἔχω δεῖ κάτι. Ὁ ἥρωας, ἂς ποῦμε, ἀγοράζει κάτι ἀπὸ ἕνα κατάστημα καὶ ἐγὼ δὲν ἔχω δεῖ τί ἀγόρασε ἢ δὲν ἔχω ἀντιληφθεῖ ὅτι μπῆκε σὲ κάποιο κατάστημα.

Δυστυχῶς γιὰ μένα, σχεδὸν πάντα ἀποδεικνύεται στὴ συνέχεια ὅτι οἱ φαινομενικὰ μικρὲς λεπτομέρειες ποὺ δὲν ἔχω δεῖ ἢ δὲν ἔχω ἀντιληφθεῖ ὅτι εἶδα ἀποτελοῦν δομικὰ στοιχεῖα τῆς ἀφήγησης, σημαντικὲς παραμέτρους τοῦ θέματος ποὺ πραγματεύεται ἡ ταινία, ὅπως ἐπίσης καὶ χαρακτηριστικὲς ἐκφάνσεις τοῦ ὕφους τοῦ σκηνοθέτη. Χωρὶς αὐτὲς τὶς χαμένες σκηνὲς ἡ παρακολούθηση τῆς ταινίας γίνεται ὅλο καὶ δυσχερέστερη, ἐνίοτε δὲ καὶ ἀδύνατη, καθὼς ἐκπυρσοκροτοῦν ὅλα τὰ τσεχωφικὰ πιστόλια ποὺ ἔχουν κρυφὰ ἀπὸ μένα συσσωρευτεῖ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ταινίας!

Ἴσως αὐτὴ ἡ ἀναπηρία μου νὰ εὐθύνεται γιὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ὡς ἀναγνώστης ἀπολαμβάνω περισσότερο αὐτὸ ἀκριβῶς ποὺ στεροῦμαι ὡς θεατὴς ταινιῶν. Ὡς ἀναγνώστης προσέχω κάθε φαινομενικὰ ἀσήμαντο περιστατικό, ἐγγράφω κάθε ὑπόνοια συμβάντος, ἀναπλάθω κάθε εἰκόνα ποὺ ὁ συγγραφέας ἔχει κάνει τὸν κόπο νὰ περιγράψει˙ πάντα μὲ τὴ βεβαιότητα ὅτι θὰ τὰ χρειαστῶ ὅλα αὐτὰ στὴ συνέχεια, ὅτι μεγάλως θὰ μοῦ χρησιμεύσουν στὴν ἀποκρυπτογράφηση τοῦ κειμένου. Καὶ ἐνίοτε, δικαιώνομαι.

Ἀλλὰ τὴ μεγαλύτερη ἀγαλλίαση σὲ ἀνθρώπους μὲ τὴ δική μου ἀναπηρία τὴν προσφέρει ἕνα συγκεκριμένο εἶδος ποίησης (ἂς τὸ ὀνομάσουμε: καλὴ ποίηση), ὅπου φωτίζονται αὐτὰ ἀκριβῶς τὰ ἀσήμαντα περιστατικά, ἢ μᾶλλον ψήγματα περιστατικῶν ἐν προκειμένῳ, ποὺ εὔκολα μᾶς διαφεύγουν στὴν καθημερινὴ ζωή. Ἀναφέρομαι σὲ ποιήματα τὰ ὁποῖα ξεκινοῦν ἀπὸ κάτι μικρὸ καὶ ἀδιόρατο, ποὺ βλέπουμε συνήθως ἀλλὰ δὲν ἐγγράφουμε, καὶ ἑστιάζουν σὲ αὐτό, τὸ ἀποκαλύπτουν, τοῦ δίνουν τὸν πρῶτο ρόλο καὶ μᾶς ἀναγκάζουν νὰ τὸ βλέπουμε πεντακάθαρα στὸ ἐξῆς, καὶ μάλιστα νὰ τὸ βλέπουμε μὲ τρόπο διαφορετικό, ἰδιαίτερο, μὲ τὸν τρόπο δηλαδὴ ποὺ τὸ συγκεκριμένο κάθε φορὰ ποίημα ἔχει ἀνανοηματοδοτήσει τὴν πραγματικότητά μας.

Ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ χαρακτηριστικὰ ποιήματα αὐτοῦ τοῦ εἴδους εἶναι τὸ ἀριστουργηματικὸ  «Περιστατικὸ μὲ φίδι» τοῦ Νίκου Φωκᾶ, ὅπου ὄχι μόνο φωτίζεται ἕνα τέτοιο καθημερινὸ ψῆγμα περιστατικοῦ, ἀλλὰ ἐπίσης σχολιάζεται καὶ ἡ ἴδια ἡ διαδικασία ἀποκάλυψης καὶ ἀνανοηματοδότησης τῆς πραγματικότητας, ποὺ προσπαθῶ ἐδῶ νὰ περιγράψω ὡς βασικὴ λειτουργία τῆς (καλῆς) ποίησης. Στὸ ἐν λόγῳ ποίημα, ὁ ἀφηγητὴς μᾶς λέει ὅτι καθὼς πήγαινε στὴ δουλειά του «πῆρε τὸ μάτι» του ἕνα φίδι στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου, ποὺ ἔμοιαζε «σὰν ἀκαθαρσία ἀνθρώπινη», θέαμα ἀνοίκειο, ἀταίριαστο στὸ ἀστικὸ τοπίο. Οἰ περισσότεροι, κι ἂν τὸ βλέπαμε, θὰ νομίζαμε ὅτι ἦταν κάτι ἄλλο, ἀκαθαρσία ἔστω, θὰ προσπερνούσαμε καὶ θὰ συνεχίζαμε ἀκλόνητοι. Ἀλλὰ καὶ ἂν στεκόμασταν νὰ τὸ κοιτάξουμε καὶ πιστεύαμε στὰ μάτια μας καὶ ἀναγνωρίζαμε τὸ παρείσακτο φίδι στὸν κόσμο μας, πιθανότατα καὶ πάλι θὰ προσπερνούσαμε τελικὰ καὶ θὰ βιαζόμασταν νὰ ἐπιστρέψουμε στὴ δουλειά μας.

Τὸ ποίημα τοῦ Φωκᾶ δὲν μᾶς ἀποκαλύπτει ἁπλῶς τὸ φίδι, ὅμως. Ὁ ἀφηγητὴς μᾶς λέει πὼς γιὰ χάρη τοῦ φιδιοῦ ἀνέτρεψε ὅλη τὴ ζωή του, πὼς αὐτὸ τὸ φαινομενικὰ ἀσήμαντο περιστατικὸ μὲ τὸ φίδι ἄλλαξε τὰ πάντα:

῾Ωστόσο ἡ ἀλήθεια εἶναι ἄλλη˙ τὸ συμβὰν
Μ’ ἔκανε νὰ παραιτηθῶ ἀπ’ ὁπουδήποτε πήγαινα
Καὶ νὰ χάσω τὴ δουλειά μου
Γιὰ ἕνα μάθημα σοφό:
Ὅσο σπουδαῖο κι ἂν εἶναι αὐτὸ ποὺ βλέπουμε μπροστά μας
Ὑπάρχει πάντα στὰ ἄκρα κάτι
Ποὺ ἀπειλεῖ, πηδώντας στὸ ὀπτικό μας πεδίο,
Κυριολεκτικὰ νὰ κλέψει τὴν παράσταση.

Ἡ (καλὴ) ποίηση, ἀκόμη κι ἂν ἐλλοχεύει ἀνάμεσα σὲ ἀκαθαρσίες ἀνθρώπινες, φροντίζει βεβαίως νὰ ἀποκαλύψει τὸ φίδι ποὺ  ἀπειλεῖ νὰ κλέψει τὴν παράσταση, ἀλλὰ κυρίως μᾶς ἀναγκάζει νὰ ἀνατρέψουμε τὴν πραγματικότητά μας ὥστε τὸ φίδι νὰ χωρέσει σὲ αὐτήν. Κατὰ μία ἔννοια, ἡ καλὴ ποίηση εἶναι τὸ φίδι ποὺ κλέβει τὴν παράσταση. Διότι (καὶ πάλι μὲ τὰ λόγια τοῦ Φωκᾶ, ὅπως μοῦ τὰ μετέφερε ἡ κυρία Ἀγγέλα Φωκᾶ), ἡ πραγματικὴ ποίηση εἶναι σὰν τὴ μούχλα: ὅσο καὶ ἂν βάφεις τοὺς τοίχους ἐλπίζοντας ὅτι θὰ τὴν κρύψεις, ἡ μούχλα θὰ ξαναβγεῖ ἀργὰ ἢ γρήγορα στὴν ἐπιφάνεια και, ἂν μή τι ἄλλο, ἡ ὀσμή της θὰ σὲ ἐξαναγκάσει νὰ στρέψεις τὸ κεφάλι καὶ νὰ τὴν δεῖς. Καὶ τότε ἡ ἀντίληψή σου τοῦ χώρου ὅπου βρίσκεσαι θὰ ἀνατραπεῖ.

Ἡ κακὴ ποίηση, θὰ προσέθετα ἐγώ, εἶναι ἡ μπογιὰ μὲ τὴν ὁποία βάφουνε τοὺς τοίχους γύρω μας. Ἀκριβὴ ἐνίοτε, καὶ ἀκριβοπληρωμένη, παραμένει ἐπιφανειακὴ καθὼς  προσπαθεῖ νὰ καλύψει ἀντὶ νὰ ἀποκαλύπτει, νὰ ἀφομοιωθεῖ ἀντὶ νὰ ἀνατρέπει.

[πρωτοδημοσιεύτηκε στὴ bibliothèque]

ἀτελῆ

Διαβάζω τὰ ἀτελῆ ποιήματα τοῦ Καβάφη στὴν ἔκδοση τῆς Lavagnini, ὅπου δεκάδες προσχέδια, σχεδιάσματα, ἐκδοχές, διορθώσεις, παραλλαγὲς παρουσιάζονται γιὰ κάθε ποίημα. Μπορεῖ κανείς, ἂν ἔχει τὸν χρόνο καὶ τὸ κουράγιο, νὰ τὰ μελετᾶ γιὰ ὧρες καὶ νὰ διαπιστώνει πόσος κάματος ἀπαιτήθηκε καὶ πόση ἀβεβαιότητα συνόδευσε τὸν κάθε στίχο˙ καὶ παρ᾽ ὅλα αὐτά, ὁ ποιητὴς ἐγκατέλειψε κάποια στιγμὴ τὴν προσπάθεια, ἢ ἴσως δὲν πρόκαμε, δὲν ἔφθασαν τὰ ἔτη τοῦ βίου του, νὰ τὴν ὁλοκληρώσει: τὰ ποιήματα αὐτὰ ἔμειναν ἀτελῆ καὶ θὰ ἔμεναν ἴσως γιὰ πάντα θαμμένα ἂν δὲν ἔπεφταν στὰ χέρια τῶν φιλολόγων τὰ κατάλοιπα τοῦ ποιητῆ, ἢ ἂν ὁ ποιητὴς ἦταν κάποιος ἄσημος τοῦ μεσοπολέμου καὶ ὄχι ὁ Καβάφης.

Σκέφτομαι ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ τὰ σημειώματα, τὰ διάφορα “not for publication” ποὺ καρφίτσωνε πάνω σὲ ἀρκετὰ γραπτά του, καὶ ἀναρωτιέμαι: ἀλήθεια, ὁ ποιητὴς δὲν ἐπιθυμοῦσε νὰ δημοσιευθοῦν ποτὲ αὐτὰ τὰ γραπτά, ἢ μήπως προέβλεπε (καὶ ὑπομειδιοῦσε καθὼς τοῦ ἔρχονταν στὸ νοῦ οἱ μελλοντικὲς αὐτὲς δόξες) ὅτι κάποτε ὣς καὶ τὶς λίστες γιὰ τὰ ψώνια του θὰ θεωρήσουν ἄξιες δημοσίευσης οἱ μεγάλοι μας φιλόλογοι καὶ οἱ οἰκογένειές τους;

Πάντως, ἀκόμη κι ἂν ἤξερα μὲ βεβαιότητα ὅτι πράγματι δὲν ἤθελε νὰ δημοσιευθοῦν, ὅτι τὰ ἐννοοῦσε ὅλα ἐκεῖνα τὰ “not for publication, but may remain here”, ἀκόμη κι ἂν τὸν ἔβλεπα νὰ βρικολακιάζει ἔξαλλος γιὰ τὴν περιφορὰ τῶν καταλοίπων του στὴν ἀγορά, θὰ ἐπέμενα νὰ δημοσιευθοῦν, νὰ μᾶς δοθοῦν, νὰ τὰ διαβάσουμε, καὶ τὰ προσχέδια, καὶ τὰ σχέδια, καὶ τὶς διορθώσεις καὶ τὶς παραλλαγές˙ καὶ τὰ κρυμμένα, καὶ τὰ ἀδημοσίευτα, καὶ τὰ ἀποκηρυγμένα καὶ τὰ μισοτελειωμένα. Ὅσα ἔχουν μείνει, ὅσα ἔχουν διασωθεῖ, ἀλύπητα νὰ παραδοθοῦν στὴν πιὸ ἀδυσώπητη δημοσιότητα.

Γιατὶ τώρα πιὰ σπανίζουν αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰ κατάλοιπα, οἱ ποιητὲς γράφουν καὶ διαγράφουν σὲ ἐπεξεργαστὲς κειμένου, ἐξαφανίζουν αὐτόματα τὰ ἐπώδυνα ἴχνη τῶν ποιημάτων πατώντας ἕνα κουμπί, ἐξοστρακίζουν τὰ ἀτελῆ καὶ τὰ ἀποκηρυγμένα στὸ ψηφιακὸ ὑπερπέραν, ἐνῶ διατηροῦν ἀρχεῖα τέλεια, προσεκτικὰ τακτοποιημένα στοὺς σκληροὺς δίσκους του, μὲ κωδικὸ ὄνομα “ματαιοδοξία”, ἐλπίζοντας πὼς κάποιος ὑπότροφος θὰ βρεθεῖ καὶ γι᾽ αὐτούς, καὶ πὼς μετὰ ἀπὸ χρόνια ὅλο καὶ κάποιο ἐφοπλισμένο ἵδρυμα πολιτισμοῦ θὰ χρηματοδοτήσει τὴν μελέτη τῶν ἀσήμαντων ἀρχείων τους, ἐξασφαλίζοντάς τους τὴ μόνη τῆς ζωῆς τους ὑστεροφημία.

[πρώτη δημοσίευση στὴ bibliothèque]

παρεξηγήσεις

Ὁ Νάσος Βαγενᾶς, στὸ ποίημα μὲ τὸ ὁποῖο προλογίζει τὴν ἔξοχη Πανωραία του (Κέδρος, 2016), περιγράφει τὴν ἡρωίδα τοῦ ποιητικοῦ αὐτοῦ μυθιστορήματος ὡς ἑξῆς:

«Ἡ θεία μου ἡ Πανωραία, ποὺ δὲν εἶχε ἰδέα ἀπὸ ποιητικά (εἶχε τελειώσει μόνο τὸ δημοτικό), μιλοῦσε, χωρὶς νὰ τὸ ξέρει, μὲ γλώσσα ποιητική.

Ἀλλὰ μιλοῦσε καὶ κανονικά. Ἔλεγε τὰ σύκα σύκα, τὸ ψωμὶ ψωμί, τὴ σκάφη σκάφη, κάθε φορὰ ποὺ ἔπλενε τὴ στολὴ τοῦ ἀντρός της, ποὺ εἶχε βρεῖ ἡρωικὸ θάνατο στὴν Κορυτσά.»

Στὶς δύο αὐτὲς σύντομες παραγράφους, καταρχὴν ὁ ποιητὴς ἀντιδιαστέλλει τὴν «ποιητικὴ γλώσσα» πρὸς τὴν «κανονική», ἐμμέσως καὶ σαφῶς ἀναφερόμενος στὴν πιὸ αὐτονόητη ἴσως, τὴν πιὸ προφανή, ἰδιότητα τῆς ποιητικῆς γλώσσας: τὴν μὴ κυριολεκτικότητά της. Συγχρόνως, ὅμως, θέτει, ἐξίσου ἐμμέσως καὶ σαφῶς, δύο ἐρωτήματα τῶν ὁποίων οἱ ἀπαντήσεις εἶναι λιγότερο προφανεῖς καὶ αὐτονόητες: ἂν χρειάζεται ἕνας ποιητὴς νὰ διαθέτει γνώση τῶν «ποιητικῶν»˙ καὶ ἂν χρειάζεται ἕνας ποιητὴς νὰ γνωρίζει ὅτι αὐτὸ ποὺ παράγει εἶναι λόγος ποιητικός.

 

Στὸ πρῶτο δύσκολο ἐρώτημα, περὶ τῆς ἀνάγκης νὰ ἔχει «ἰδέα ἀπὸ ποιητικὰ» ὁ ποιητής, ἡ ἀπάντηση ποὺ θὰ ἔδιναν οἱ περισσότεροι ποιητὲς εἶναι «ἀναμφιβόλως». Καὶ ἴσως γι᾽ αὐτὸ οἱ πιὸ πολλοὶ ἐπίδοξοι νέοι καὶ μεσόκοποι ποιητὲς στὴν Ἑλλάδα μελετοῦν καὶ συλλέγουν πληροφορίες καὶ γνώσεις περὶ τῆς ποίησης καὶ τῶν ποιητῶν, τὶς ὁποῖες σὲ πρώτη εὐκαιρία συμπεριλαμβάνουν ἀμάσητες καὶ ἐπιδεικτικὲς στὰ δικά τους πονήματα, μὲ ἄλλοθι κάποια ποιητικὴ σχολὴ ποὺ εἴτε ὑποτίθεται ὅτι ἀκολουθοῦν εἴτε (συνηθέστερα) ὑποκρίνονται ὅτι ὑπονομευτικὰ χλευάζουν. Τὰ παραγόμενα ποιήματα μπορεῖ νὰ μὴν ὁμιλοῦν γλώσσα ἰδιαιτέρως ποιητική, ἀλλὰ πάντως ὁμιλοῦν περὶ τῆς ποίησης, μὲ τὴν ψευδὴ βεβαιότητα πὼς αὐτὸ ἀρκεῖ, ὅπως ἔχει ἀρκέσει γιὰ τόσους μοντερνιστές, μεταμοντερνιστές, καὶ κυρίως μεταμεταμοντερνιστές. Δὲν ἀρκεῖ, ὅμως˙ πρόκειται περὶ παρεξηγήσεως: ἀκόμη καὶ ἂν καταλήξουμε ὅτι ἡ γνώση γιὰ τὰ ποιητικὰ εἶναι πράγματι ἀναγκαία, δὲν συνεπάγεται πὼς εἶναι καὶ ἐπαρκής.

 

Στὸ δεύτερο δύσκολο ἐρώτημα, περὶ τῆς ἀναγκαιότητας τῆς ποιητικῆς αὐτοσυνειδησίας, γιὰ νὰ μιλήσω τὴ (μὴ κανονικὴ ἀλλὰ καὶ μὴ ποιητικὴ) γλώσσα τους,  ἡ ἀπάντηση τῶν κατ᾽ ἐπιβολὴν ποιητῶν εἶναι καὶ πάλι προφανῶς καταφατική: ὁ ἀληθινὸς ποιητὴς γνωρίζει ἀκριβῶς τί κάνει καὶ εἶναι μάλιστα σὲ θέση νὰ ἀρθρώσει θεωρητικὸ καὶ κριτικὸ λόγο περὶ τῆς ποίησης, μᾶς λένε ἐν μέσῳ πολλῶν ἀναφορῶν σὲ ποιητές, θεωρητικοὺς καὶ κριτικοὺς τῆς λογοτεχνίας ποὺ (τοὺς φαίνεται ὅτι) συμφωνοῦν μαζί τους. Στὸ πλαίσιο αὐτό, πασχίζουν ὅλοι νὰ γράφουν σωρηδὸν ἐμβριθῆ κείμενα καὶ νὰ δίνουν συνεντεύξεις ὅπου ἡ γνώση τους γιὰ τὸ «ποιητικὸ φαινόμενο» μετριέται μὲ τὸν ὄγκο τῶν παραπομπῶν καὶ τῶν ἐπικλήσεων σὲ αὐθεντίες˙ δὲν εἶναι νὰ ἀπορεῖ κανεὶς ποὺ δὲν ἔχουν χρόνο γιὰ νὰ γράψουν παρὰ δέκα εἴκοσι ποιηματάκια τὸ χρόνο ἀκόμη καὶ ὅσοι ἐξ αὐτῶν εἶναι εὔποροι ἢ εὐνοημένοι ἀπὸ τὴν πολιτικὴ συγκυρία καὶ δὲν χρειάζεται νὰ τρῶνε ὀχτάωρα ἀσκώντας βιοποριστικὰ ἐπαγγέλματα. Πρόκειται, βεβαίως, καὶ πάλι γιὰ παρεξήγηση: ἡ συνείδηση τοῦ ἑαυτοῦ σου ὡς ποιητῆ καὶ τοῦ δημιουργήματός σου ὡς ποιήματος, καὶ ἂν ἀκόμη ἀποτελεῖ ὅρο τῆς ποιητικῆς δημιουργίας, δὲν ἀπαιτεῖ τὴν καταγραφὴ ἢ τὴ διαφήμισή της˙ αὐτὲς ἄλλους στόχους ὑπηρετοῦν, συχνὰ δὲ προξενοῦν θυμηδία, ἐάν, γιὰ παράδειγμα, ὁ ἐμβριθῶς αὐτοαναλυόμενος ὡς ποιητὴς διαψεύδεται ἀπὸ τὰ ἴδια του τὰ ποιήματα. Καὶ πάλι, τὸ ζητούμενο δὲν εἶναι ἂν θὰ ἐκφρασθεῖ ἢ ὄχι ἡ συνείδηση τῆς ποιητικῆς πράξης, ἀλλὰ ἂν ἀποτελεῖ ἀληθὴ ἢ ψευδὴ συνείδηση, δηλαδὴ ἂν ἡ πράξη εἶναι ὅντως ποιητική.

 

Ἡ παρεξήγηση, ὅμως, ποὺ ὁδηγεῖ στὰ πιὸ τραγικά, ἢ στὰ πιὸ κωμικά, ἀποτελέσματα σχετίζεται μὲ τὸ πιὸ βασικό, τὸ πιὸ προφανές, τὸ πιὸ κοινότοπο: τὸ ἀξίωμα ὅτι ἡ γλώσσα τῆς ποίησης δὲν εἶναι γλώσσα κυριολεκτική. Δυστυχῶς, τὸ ἀξίωμα αὐτὸ ἑρμηνεύεται μὲ ὑπερβολικὰ κυριολεκτικὸ τρόπο καὶ οἱ ἐπίδοξοι ποιητὲς πασχίζουν νὰ στριμώξουν στοὺς στίχους τους μεταφορές, παρομοιώσεις, μετωνυμίες, ἀλληγορίες, καὶ οὔτω καθεξῆς, μὲ στόχο νὰ ἐκβιάσουν τὴν ἀμφισημία, τὴν πολυσημία ἢ τὴ σκοτεινότητα ποὺ πιστεύουν ὅτι θὰ ἀποτελέσει τὴν εἰδοποιὸ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ποιητικοῦ (τους) ἔργου καὶ τῆς «κανονικῆς» ὁμιλίας.

 

Ἀλλὰ αὐτὴ εἶναι ἡ μεγαλύτερη παγίδα: διότι ἡ ποίηση πράγματι δὲν κυριολεκτεῖ, ἀλλὰ τὸ ἐπίπεδο στὸ ὁποῖο αἴρεται ἡ κυριολεξία δὲν εἶναι ἡ φράση, οὔτε ὁ στίχος, ἀλλὰ τὸ ποίημα. Ἡ ὑποψία ὅτι ἕνα φαινομενικὰ μονοσήμαντο ποίημα μπορεῖ νὰ ἀπογειωθεῖ δὲν φαίνεται νὰ περνάει ἀπὸ τὸ μυαλὸ ἀκόμη καὶ ποιητῶν ποὺ ἔχουν διαβάσει καὶ ἔχουν ἐπιδεικτικὰ καὶ δημόσια θαυμάσει καὶ Παπατσώνη, καὶ Φωκᾶ, καὶ Βαγενᾶ. Διότι, βεβαίως, αὐτὸ ποὺ καθιστᾶ τὴν Πανωραία, ἂς ποῦμε, σπουδαῖο ἔργο δὲν εἶναι ἡ συμβατικὴ ἔλλειψη κυριολεξίας μὲ τὸν τρόπο ποὺ τὴν ἀντιλαμβάνονται τὰ λεξικά, ἀλλὰ ἡ δόμηση ἑνὸς φαινομενικὰ κυριολεκτικοῦ, μονοσήμαντου ἀφηγήματος, ποὺ ὅμως (ἢ μᾶλλον: ἑπομένως) κατορθώνει νὰ μιλήσει ποιητικά, δηλαδὴ χωρὶς νὰ κραυγάζει καὶ χωρὶς νὰ καλολογεῖ, καὶ γιὰ τὴν αὐτοσυνειδησία τοῦ ποιητῆ καὶ γιὰ τὴ φύση τῆς ποίησης.

 

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]

φωνὴ

Τοὐλάχιστον δύο ἀπὸ τοὺς σημαντικότερους ποιητὲς ποὺ ἔχω διαβάσει ὑπῆρξαν ποιητικὰ ἄφωνοι στὴν περίοδο κατὰ τὴν ὁποία ἐπωαζόταν ἡ ποίησή τους καὶ δὲν εἶχαν ἰδέα γιὰ τὴν ἀναπηρία τους αὐτή.

 

Ἡ μία εἶναι ἡ Πλάθ, ἡ ὁποία ἐπὶ τοὐλάχιστον μιὰ δεκαετία ἔγραφε ποιήματα ποὺ τὶς περισσότερες φορὲς δὲν ἦσαν παρὰ ἀσκήσεις σὲ διάφορες στιχουργικὲς μορφὲς ἣ μιμήσεις ποιητῶν ποὺ ἡ ἴδια θαύμαζε. Στὴ διάρκεια αὐτῆς τῆς δεκαετίας δημοσίευσε πολλὰ ἀπὸ αὐτὰ τὰ ποιήματα σὲ περιοδικά, ἐξέδωσε τὴν μοναδικὴ ποιητική της συλλογὴ ποὺ πρόφτασε νὰ δεῖ τυπωμένη, ἀλλὰ δὲν φαίνεται νὰ ἀμφισβήτησε τὴν ἱκανότητά της νὰ γράφει ποιήματα (κρίνοντας ἀπὸ τὰ ἡμερολόγια καὶ τὶς ἐπιστολές της ποὺ δημοσιεύθηκαν μετὰ τὸν θάνατό της), μὲ ἄλλα λόγια δὲν φαίνεται νὰ εἶχε συναίσθηση τῆς μετριότητας τῆς ποιηματογραφίας της. Ὅταν, ὅμως, κάποτε ἐπινόησε τὴν ποιητικὴ φωνή της καὶ ἄρχισε νὰ γράφει τὰ σπουδαῖα ποιήματα ποὺ δημοσιεύθηκαν στὸ Ariel, ἀντιλήφθηκε ἀκριβῶς τί συνέβαινε καὶ ἀναδρομικὰ μπόρεσε νὰ ἀξιολογήσει τὸ ποιητικό της παρελθόν: «γράφω τὰ καλύτερα ποιήματα τῆς ζωῆς μου» ἔγραψε στὴ μητέρα της, «αὐτὰ θὰ μὲ κάνουν διάσημη».

 

Ὁ δεύτερος σπουδαῖος ποιητὴς ποὺ διετέλεσε ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἄφωνος ἦταν ὁ Καβάφης. Ἡ περίπτωσή του, μάλιστα, εἶναι πιὸ κραυγαλέα ἀκόμη, διότι ἐνῶ στὰ πρώιμα ποιήματα τῆς Πλὰθ διακρίνει κανεὶς ἐνίοτε ψήγματα αὐτοῦ ποὺ θὰ ἀκολουθοῦσε, στὰ ποιήματα ποὺ δημοσίευε ὁ Καβάφης ἐπὶ τοὐλάχιστον δεκαπέντε χρόνια δὲν ὑπάρχει ἀπολύτως τίποτε ποὺ νὰ ὑποψιάζει τὸν ἀναγνώστη ὅτι ἐνδέχεται νὰ ἀκολουθήσει, ἀπὸ τὴν ἴδια αὐτὴ πέννα, ἡ σπουδαία καβαφικὴ ποίηση. Τὸ ἐνδιαφέρον εἶναι ὅτι καὶ ὁ Καβάφης, τὴ στιγμὴ ποὺ ἀπέκτησε φωνὴ καὶ ἔγινε ὁ Καβάφης, φαίνεται πὼς ἐπίσης ἀντιλήφθηκε ἀκριβῶς τί τοῦ συνέβαινε καὶ ἀξιολόγησε μὲ ἀκρίβεια τὴν ὣς τότε ἀποτυχία του. Ἀποκήρυξε συλλήβδην τὰ μιμητικὰ γυμνάσματα τοῦ παρελθόντος του καὶ μάλιστα, κατὰ τὸν Μαλάνο, ἄλλαξε καὶ τὴν ὑπογραφή του ἀπὸ Κ. Φ. Καβάφης σὲ Κ. Π. Καβάφης, διαδίδοντας ὅτι ὁ Κ.Φ. δὲν ἦταν ὁ ἴδιος, ἀλλὰ «ἕνας μακρυνὸς ἐξάδελφος ποὺ ἔγραφε καὶ αὐτὸς ποιήματα, μὰ ποὺ δὲν ἦσαν μεγάλο πρᾶγμα».

 

Φαίνεται λοιπὸν ὅτι ὁ μέτριος ποιητὴς εἶναι καταδικασμένος σὲ ἄγνοια τῆς μετριότητάς του: δὲν διαθέτει οὔτε τὴν ἱκανότητα νὰ ἀξιολογήσει τὸ ἔργο του, οὔτε τὴ στοιχειώδη αὐτοπροστατευτικὴ μέριμνα ποὺ θὰ τὸν ἐμπόδιζε νὰ δημοσιεύει τὰ πονήματά του. Ἂν ποτὲ, ὅμως, καταφέρει νὰ σπάσει τὸν φαῦλο κύκλο, ἔστω μετὰ ἀπὸ χρόνια ἄσκησης καὶ αὐταπάτης, καὶ νὰ γράψει πραγματικὰ καλὴ ποίηση, τότε μᾶλλον ἐπέρχεται κάποιο εἶδος ἐπιφοίτησης καὶ ἀντιλαμβάνεται ἐπιτέλους ποιά ἀκριβῶς ἦσαν τὰ ποιητικά του σφάλματα καὶ ποιά φωνὴ μέσα του θὰ μπορέσει νὰ ἀρθρώσει ποιητικὸ λόγο.

 

Χρησιμοποιῶ τὴν μεταφορὰ αὐτὴ τῆς «φωνῆς» γιὰ νὰ μιλήσω γιὰ κάτι ποὺ θεωρῶ τὸ πιὸ δύσκολο καὶ τὸ πιὸ σπάνιο ἐπίτευγμα στὴν ποίηση: τὴν ἐπινόηση (καὶ ἴσως, ἐν μέρει, ἀνακάλυψη) ἑνὸς νέου ποιητικοῦ δρόμου, τὴν ὁποία ἀπαραιτήτως συνοδεύει μιὰ αὐστηρή, ἀξιολογικὴ ποιητικὴ αὐτογνωσία.

 

Δὲν εἶναι τυχαῖο, βεβαίως, ὅτι τὴν πορεία αὐτή, ἀπὸ τὸν ἀσήμαντο μιμητισμὸ ὢς τὴν συγκρότηση τῆς ποιητικῆς φωνῆς, μποροῦμε νὰ τὴν παρατηρήσουμε (καὶ νὰ τὴν τεκμηριώσουμε) μόνο σὲ σημαντικοὺς ποιητές. Οἱ ἀσήμαντοι μένουμε καρφωμένοι στὰ ἀρχικὰ στάδια τῆς πορείας, μὲ τὴν ψευδὴ βεβαιότητα ὅτι γράφουμε ποιήματα˙ καὶ οἱ ἀφειδεῖς ἔπαινοι τῶν φίλων μας στὸ λογοτεχνικὸ καὶ παραλογοτεχνικὸ κουρμπέτι ἐγγυῶνται ὅτι δὲν θὰ προχωρήσουμε ποτὲ ρούπι παραπέρα, οὔτε ὡς πρὸς τὴν ποιητικὴ αὐτογνωσία μας οὔτε ὡς πρὸς τὴν ποιητική μας συγκρότηση. Ἄφωνοι καὶ ἄμουσοι θὰ συνεχίσουμε, ἐν μέσῳ ἰαχῶν καὶ χειροκροτημάτων νὰ γράφουμε «ἡ ἀρχαία τραγωδία, ἡ ἀρχαία τραγωδία / εἶναι ἱερὰ κι εὐρεῖα ὡς τοῦ σύμπαντος καρδία», ἀνυποψίαστοι ὅτι στὴν ἐπόμενη γωνία, σὲ ἕνα παράλληλο ἴσως σύμπαν, θὰ μποροῦσε νὰ μᾶς περιμένει ἡ «χαρὰ τῆς ἀφθαρσίας».

 

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]

“and so the nonce-world, which became my world, closed about me”

Σὲ κάποιο μάθημα γλωσσολογίας πρὶν πολλὰ χρόνια, ὅταν ἀκόμη ἤμουν φοιτητής, ἕνας εὐφυέστατος καθηγητὴς μᾶς εἶχε παρουσιάσει καμμιὰ δεκαριὰ προτάσεις καὶ μᾶς εἶχε θέσει τὸ ἐρώτημα ἄν, κατὰ τὴ γνώμη μας, οἱ προτάσεις αὐτὲς προέρχονταν ἀπὸ γραπτὰ φυσικῶν ὁμιλητῶν τῆς γλώσσας. Οἱ φοιτητὲς διαβάσαμε τὶς προτάσεις καὶ ἀπαντήσαμε ὁμόφωνα πὼς ὄχι, δὲν ὑπῆρχε περίπτωση φυσικὸς ὁμιλητὴς νὰ ἔχει παραγάγει τέτοιες προτάσεις, καθὼς τὰ λάθη ποὺ περιεῖχαν οἰ προτάσεις αὐτὲς ἦσαν ὀφθαλμοφανῆ καὶ σοβαρά˙ προφανῶς, εἴπαμε, ἐπρόκειτο γιὰ ἀνθρώπους ποὺ δὲν γνώριζαν καλὰ τὴ γλώσσα στὴν ὁποία προσπαθοῦσαν νὰ ἐκφρασθοῦν.

 

Ὁ καθηγητὴς χαμογέλασε μὲ αὐτοσυγχαρητήρια συγκατάβαση καὶ μᾶς ἀποκάλυψε τὴν πραγματικὴ προέλευση τῶν προτάσεων ποὺ μὲ τόση βεβαιότητα εἴχαμε ἀποφανθεῖ πὼς περιεῖχαν γλωσσικὰ λάθη: ὅλες ἀνεξαιρέτως προέρχονταν ἀπὸ ποιήματα ἐπιφανῶν σύγχρονων ποιητῶν καὶ μάλιστα τὰ ποιήματα αὐτά, ποὺ στὴ συνέχεια διαβάσαμε, ἦσαν ὅλα σπουδαῖα ποιήματα. Καὶ φυσικά, μὲ τὴν εὐκολία καὶ τὴν ἀδιαντροπιὰ τῆς νεότητας, ἀλλάξαμε ἀμέσως γνώμη: τελικά, εἴπαμε, δὲν ἐπρόκειτο, βεβαίως, περὶ λαθῶν, ἦταν προφανὲς πὼς τὰ δείγματα αὐτὰ ἀντιπροσώπευαν δημιουργικἐς ἀποκλίσεις ἀπὸ τοὺς γλωσσικοὺς κανόνες, τὶς ὁποῖες βεβαίως ἐπιχειρήσαμε ἐν συνεχείᾳ νὰ ἀναλύσουμε καὶ νὰ ἐξηγήσουμε.

 

Σκοπὸς τοῦ καθηγητῆ, ὅπως ἀποδείχθηκε, ἦταν νὰ μᾶς δείξει πόσο προβληματικὴ μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ σωστοῦ καὶ τοῦ λάθους. Παρεμπιπτόντως, ὅμως, ἡ χρήση παραδειγμάτων προερχόμενων ἀπὸ τὸν ποιητικὸ λόγο, μᾶς ἔδειξε ἐπίσης καὶ κάτι ἄλλο: ὅτι ἡ ποιητικὴ γλώσσα λειτουργεῖ μὲ κανόνες ποὺ δὲν συμπίπτουν ἀπαραιτήτως μὲ τοὺς κανόνες τῆς συμβατικῆς γλώσσας˙ ὅτι ἡ ποίηση χτίζει μιὰ ἰδιαίτερη γλώσσα τὴν ὁποία χρησιμοποιεῖ ἀποκλειστικὰ γιὰ τοὺς δικούς της σκοπούς, ποὺ πολὺ ἀπέχουν ἀπὸ τοὺς κατὰ βάση ἐπικοινωνιακοὺς σκοποὺς τῆς συμβατικῆς γλώσσας.

 

Τὸ κάθε ποίημα (καὶ μιλῶ ἐδῶ γιὰ σημαντικά, βεβαίως, ποιήματα καὶ ὄχι γιὰ προϊόντα ἀκατάσχετης ποιηματογραφίας) ἀποτελεῖ ἕνα νέο, μοναδικὸ σύστημα σημείων (ἕνα nonce system, θὰ ἔλεγαν – καὶ ἔχουν πράγματι πεῖ – οἱ Ἄγγλοι) τὰ ὁποῖα λειτουργοῦν στὴν συγκεκριμένη, μοναδικὴ συνάρθρωσή τους καὶ πουθενὰ ἀλλοῦ. Ἡ λεγόμενη “ποιητικὴ ἄδεια”, ποὺ ἀναγνωρίζει στὴν ποιητικὴ γλώσσα τὸ δικαίωμα νὰ ἀποκλίνει ἀπὸ τοὺς συμβατικοὺς κανόνες τῆς γραμματικῆς καὶ τοῦ λεξιλογίου, εἶναι μόνο ἡ κορυφὴ τοῦ παγόβουνου. Ἡ οὐσία βρίσκεται κάτω ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια τῶν προφανῶν καὶ δικαιολογημένων ἀπὸ τὴν παραδοσιακὴ ποιητικὴ ἄδεια ἀποκλίσεων, ἐκεῖ δηλαδὴ ὅπου ἀνατρέπεται ἢ ὑποσκάπτεται ἡ γλώσσα ὡς ἀνθρώπινη ὁμιλία: ἡ ποίηση δὲν ἀκολουθεῖ τὶς ἐπικοινωνιακὲς συμβάσεις, ἀλλὰ ἀντίθετα στηρίζεται στὴν ἀνοικείωση τοῦ ἀναγνώστη ἀπὸ αὐτές.

 

Ὅταν, γιὰ παράδειγμα, στὸ ποίημά της “Ὁ Ἐπικήδειος”, γράφει ἡ Ἀλόη Σιδέρη “Ἂς εἶναι τὰ νησιὰ σου ἐλαφρά, Ἰόνιο πέλαγος!” μπορεῖ νὰ μὴν μποροῦμε νὰ διακρίνουμε καμμιὰ ἀπόκλιση ἀπὸ τοὺς κανόνες τῆς γραμματικῆς, τῆς σύνταξης ἢ (ἂν δὲν εἴμαστε πολὺ αὐστηροὶ) τοῦ λεξιλογίου, ἀλλὰ ἡ λειτουργία τῆς γλώσσας εἶναι σαφῶς ποιητικὴ καὶ ὄχι ἐπικοινωνιακή: ἡ κλητικὴ ἀπευθύνεται στὸ Ἰόνιο πέλαγος, καὶ ὄχι, ὡς εἴθισται κατὰ τὴν ἀνθρώπινη ἐπικοινωνία, σὲ κάποιον ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἀκούσει ἢ νὰ ἀπαντήσει˙ τὸ ἐπίθετο “ἐλαφρὰ” περιγράφει τὰ νησιά, σὲ μιὰ σύμφραση ποὺ ξενίζει τὸν φυσικὸ ὁμιλητὴ τῆς ἑλληνικῆς καὶ ὁπωσδήποτε δὲν ἀπαντᾶ στὴ συμβατικὴ χρήση τῆς γλώσσας˙ συγχρόνως, ἡ εὐχὴ “ἂς εἶναι ἐλαφρὰ” ἀνακαλεῖ τὴ στερεότυπη ἔκφραση “ἂς εἶναι ἐλαφρὺ τὸ χῶμα ποὺ τὸν σκεπάζει” καὶ ὁρίζει ἔτσι ἕνα περικείμενο πένθους˙ καὶ τελικὰ μέσω αὐτῶν τῶν ἀνατροπῶν τῶν συμβατικῶν χρήσεων τῆς γλώσσας προκύπτει ἡ εἰκόνα τοῦ πελάγους ὡς ἀγαπημένου νεκροῦ τὸν ὁποῖο πενθοῦμε ἢ νοσταλγοῦμε. Ἡ δύναμη τοῦ καταληκτήριου αὐτοῦ στίχου τοῦ ποιήματος στηρίζεται ἀκριβῶς στὶς γλωσσικὲς ἀνατροπές˙ δὲν καταφεύγει ἡ ποιήτρια, ὅπως θὰ ἔκανε ἕνας ἀποτυχημένος ποιητής, σὲ συμβατικὰ σχήματα λόγου (φτηνὲς μεταφορὲς τύπου “τὸ πέλαγος ἔνα πτῶμα” ἢ παρομοιώσεις ὅπως “τὸ πέλαγος σὰν νεκρὸς ποὺ κεῖται στὸν τάφο του”), διότι δὲν τὰ χρειάζεται: δουλειά της εἶναι ἡ ποίηση, ὄχι ἡ συμβατικὴ ποιηματογραφία τοῦ συρμοῦ.

 

Ἡ οὐσία τοῦ ποιητικοῦ φαινομένου μοῦ φαίνεται πὼς ἐδῶ πρέπει νὰ ἀναζητηθεῖ: στὴ δημιουργία ἑνὸς συστήματος λόγου ποὺ ἀνακαλεῖ γιὰ νὰ ἀνοικειώσει, ποὺ ἀξιοποιεῖ γιὰ νὰ ἀνατρέψει, ποὺ ἀκυρώνει τὸ σύνηθες περικείμενο καὶ ὑπονομεύει τὴν ἐπικοινωνιακὴ σύνθήκη τῆς συμβατικῆς γλώσσας. Καὶ εἶναι προφανές, νομίζω, ὅτι αὐτὴ ἡ διαδικασία προϋποθέτει ἀπαραιτήτως ἄριστη γνώση τῆς γλώσσας καὶ τῶν συμβάσεών της. Εἶναι πιθανὸ, μάλιστα, πὼς εἶναι καὶ αὐτὸς ἕνας ἀπὸ τοὺς λόγους τῆς ἀποτυχίας πολλῶν σύγχρονων ποιητῶν: ἡ ἀγλωσσιά τους.

 

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]

κενὰ σημαίνοντα ἐσκεμμένως ἐρριμμένα

Ἂν καὶ συχνὰ οἱ ποιητὲς ὁμνύουν στὴν ἁπλότητα, ἡ ποίηση ποὺ παράγουν, καὶ ἰδιαίτερα ἡ σύγχρονη, σπανίως εἶναι ἁπλή. Ἀντιθέτως, τὶς περισσότερες φορὲς δὲν εἶναι εὔκολο ὁ ἀναγνώστης νὰ κατανοήσει τί ἀκριβῶς θέλει νὰ πεῖ ὁ ποιητής˙ καὶ ἂν προσπαθήσει νὰ περιγράψει τί ἤθελε νὰ πεῖ ὁ ποιητής, θὰ μιλήσει ἀναγκαστικὰ χωρὶς σιγουριά, προτείνοντας τὴν “ἀνάγνωσή” του ὡς μία ἀπὸ τὶς πιθανὲς ἀναγνώσεις, ὁπωσδήποτε ὄχι τὴ μοναδική.

 

Αὐτὴ ἡ πολλαπλότητα τῶν πιθανῶν ἐκδοχῶν εἶναι, ἀναμφίβολα, ἕνα ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς ποίησης ποὺ γοητεύουν πολλοὺς ἀναγνῶστες. Αὐτό, ὅμως, ποὺ συχνὰ παρατηρῶ στὴν παραγωγὴ πολλῶν σύγχρονων ποιηματογράφων εἶναι κάτι διαφορετικό: δὲν πρόκειται γιὰ ποιήματα τὰ ὁποῖα ξεκινοῦν ἀπὸ κάπου, ἔχουν κάτι νὰ ποῦν, ἀλλὰ συγχρόνως ἐπιτρέπουν ἐνδεχόμενες διαφορετικὲς ἀναγνώσεις˙ πρόκειται μᾶλλον γιὰ ποιήματα ποὺ ἐσκεμμένα στριμώχνουν στοὺς στίχους τους ὅσο περισσότερα (ταιριαστὰ καὶ ἀταίριαστα) σημεῖα καὶ σύμβολα μπορεῖ ὁ δημιουργός τους, μὲ στόχο ἀκριβῶς νὰ χτισθεῖ μιὰ πλαστὴ πολυσημία ποὺ θὰ κρύψει τὴν ἀπουσία νοήματος ἤ, ἀκόμη χειρότερα, τὴν κοινοτοπία τοῦ νοήματος.

 

Ἂς διαβάσουμε ἕνα παράδειγμα τέτοιου ποιήματος:

 

Με αγκάλιασες
και τα χέρια σου
σαν άνθη σαρκοβόρα
αιχμαλώτισαν
του κορμιού μου τις ελπίδες
για να με σκορπίσουν ύστερα
στάχτη στο πέλαγος
μιας άνυδρης εγκατάλειψης.

 

Τί θέλει νὰ πεῖ, λοιπόν, ἐδῶ ἡ ποιήτρια; Ὅτι τὴν ἐγκατέλειψε τὸ ἀντικείμενο τοῦ ἔρωτά της καὶ ἡ ἐγκατάλειψη αὐτὴ τὴν ἔκανε νὰ νιώσει σὰν νεκρή; Ὅτι οἱ ἐλπίδες της διαψεύσθηκαν; Ὅτι τὸ ἀντικείμενο τοῦ ἔρωτά της, καίτοι ὡραῖο σὰν ἄνθος, τὴν ἔφαγε ζωντανή; Ὅτι τὸν χωρισμὸ ἀκολούθησε ἡ ξηρασία; Ἢ μήπως ἡ ὑγρασία, λόγῳ τοῦ πελάγους; Ἢ ὑπονοεῖται ὁ πνιγμός;

 

Ἡ ἀπάντηση μᾶλλον εἶναι “τίποτε ἀπὸ ὅλα αὐτά”, ἢ “ὅλα αὐτά”, ποὺ ὅμως εἶναι τὸ ἴδιο, καθὼς ὅλα αὐτὰ δὲν εἶναι παρὰ κοινοτοπίες ποὺ θὰ συγχωρούσαμε ἴσως σὲ μιὰ φίλη ποὺ ὑποφέρει ἀπὸ ἐρωτικὴ ἀπογοήτευση, καὶ ποὺ ἴσως θὰ μποροῦσαν νὰ ἐμπνεύσουν κάποτε κάποιο ποίημα, ἀλλὰ ὡς ἔχουν δὲν εἶναι ποίημα. Ἁπλῶς οἱ κοινοτοπίες ἔχουν μεταμφιεσθεῖ ἐδῶ σὲ ποίημα διὰ τῆς (κοινῆς) μεθόδου τῶν σχετικῶς μὴ ἀναμενόμενων ἢ καὶ ἀντιφατικῶν συμφράσεων καὶ τῆς (ἐκ)βιασμένης δῆθεν πολυσημίας. Παραμένει ποιητικὰ ἀδικαίωτο ὅτι τὰ χέρια παρομοιάζονται μὲ ἄνθη, καὶ μάλιστα σαρκοβόρα˙ ὅτι τὰ σαρκοβόρα ἄνθη αἰχμαλωτίζουν καὶ δὲν καταβροχθίζουν˙ ὅτι τὰ ἄνθη αἰχμαλωτίζουν, καὶ μάλιστα ἐλπίδες, καὶ αἰχμαλωτίζουν ἐλπίδες τοῦ κορμιοῦ καὶ ὄχι, ἂς ποῦμε, τοῦ μυαλοῦ˙ ὅτι ξαφνικὰ ἡ τροφὴ τῶν σαρκοβόρων ἀνθέων μετατρέπεται σὲ στάχτη καὶ σκορπίζεται στὸ πέλαγος˙ ὅτι παρὰ τὸ πέλαγος, ἡ ἐγκατάλειψη εἶναι ἄνυδρη. Πρόκειται, βεβαίως, γιὰ ἐξυπνακισμούς: ἂς χώσω καὶ μιὰ ἄνυδρη ἐδῶ, λίγη στάχτη ἐκεῖ, κανένα σαρκοβόρο παραπέρα, ὥστε τὸ ἀποτέλεσμα νὰ εἶναι σκοτεινότερο, ποιητικότερο, ὑπερβατικότερο. Ὁ πληθωρισμὸς τῶν ἀτάκτως ἐρριμμένων καὶ στανικῶς παραταχθέντων σημαινόντων ἀκυρώνει, στὴν πραγματικότητα, τὸ ποίημα καὶ ἀποκαλύπτει πὼς ἡ πικρὴ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἡ ποιήτρια δὲν εἶχε νὰ πεῖ τίποτα, ἢ δὲν εἶχε νὰ πεῖ τίποτα ποὺ νὰ ἀξίζει νὰ ἀκουσθεῖ.

 

Αὐτὸ ποὺ μᾶλλον δὲν ὑποψιάζονται πολλοὶ ἐπίδοξοι ποιητὲς εἶναι ὅτι ἂν πράγματι ἔχουν κάτι νὰ ποῦν (καὶ ἐννοῶ ἂν ἔχουν νὰ ποῦν κάτι διαφορετικὸ ἀπὸ τὸ “θαυμᾶστε με, εἶμαι κι ἐγὼ ποιητής!”), ὁ ποιητικὸς τρόπος νὰ τὸ ποῦν ἀποστρέφεται τὸν πληθωρισμὸ τῶν σημαινόντων καὶ ἀνοίγει πραγματικὰ ὁρίζοντες πολυσήμαντων ἀναγνώσεων μέσα ἀπὸ μιὰ ἐπιφανειακὰ μονοσήμαντη, συνεκτικὴ γραφή. Τὸ παρακάτω ποίημα, γιὰ παράδειγμα, τῆς Ἀγγελικῆς Ἐλευθερίου (ἀπὸ τὴ συλλογή της Θὰ Καπνίζω, τοῦ 2004) θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ὑποθέσει ὅτι ξεκινᾶ ἀπὸ μιὰ παρόμοια ἀφετηρία, ἐρωτικῆς ματαίωσης, ἐγκατάλειψης, χωρισμοῦ ἢ θανάτου. Ἐδῶ, ὅμως, ἡ γραφή εἶναι πεζολογική, μᾶλλον περιγραφική, καὶ μόνο μιὰ λέξη φαίνεται ἀσυνήθιστη μέσα στὰ συμφραζόμενά της: ἡ λέξη “μπρούντζινη”, τὸ μοναδικὸ ἐπίθετο τοῦ ποιήματος, ὄχι τυχαῖα τοποθετημένη στὸν τελευταῖο στίχο, ὅπου νοηματοδοτεῖ τὸ ποίημα καὶ τὸν ἑαυτό της.

 

Δεν σε ρώτησα
Δεν πρόλαβα
Δεν το ᾽χα σκεφτεί
Δεν το περίμενα
Ούτε στιγμή δεν το περίμενα
Επιστρέφω ξανά και ξανά
Στο πρόσωπό σου
Στη φωνή σου – σαν μέσα από ρωγμή –
Τι ήθελε να μου πει
Εκείνη την μπρούτζινη μέρα

 

Δὲν ἰσχυρίζομαι ὅτι ὁ τρόπος τῆς Ἁγγελικῆς Ἐλευθερίου σὲ αὐτὸ τὸ ποίημα εἶναι ὁ μοναδικὸς ποιητικὸς τρόπος. Διατείνομαι, ὅμως, ὅτι αὐτὸς ὁ τρόπος εἶναι πράγματι ποιητικός, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ προηγούμενο παράδειγμα, γιατὶ ἐδῶ τὸ “ἀνοιχτὸ” σημαῖνον (ἡ μπρούντζινη μέρα) δικαιώνεται ἀπὸ τὸ σύνολο τοῦ ποιήματος ποὺ ὁδηγεῖ σὲ αὐτό ἀντὶ νὰ στριμώχνεται σὲ ἕνα σωρὸ ψευδοποιητικῶν συμφράσεων καὶ νοηματικῶν συμφύρσεων χωρὶς σκοπό. Καὶ ἡ μπρούντζινη μέρα τῆς Ἐλευθερίου μένει στὴ μνήμη τοῦ ἀναγνώστη ὡς σύμβολο, ἐνῶ τὰ σαρκοβόρα ἄνθη, οἱ ἐλπίδες τοῦ κορμιοῦ καὶ ἡ ἄνυδρη ἐγκατάλειψη τῆς ἄλλης ποιήτριας θὰ ξεχαστοῦν στὴν ἑπόμενη σελίδα, ἂν βεβαίως δὲν κλείσει ὁ ἀναγνώστης τὸ βιβλίο ὁριστικὰ προτοῦ κἂν γυρίσει σελίδα.

 

 

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]

the proof of the pudding

Κάθε ποίημα ἐνσωματώνει μιὰν ἀντίληψη γιὰ τὴν ποίηση. Καὶ δὲν ἀναφέρομαι στὰ λεγόμενα ποιήματα ποιητικῆς, οὔτε μιλῶ γιὰ αὐτὰ ποὺ ἐνδεχομένως ἕνας ποιητὴς διατείνεται σχετικὰ μὲ τὴν ποίηση, εἴτε σὲ κείμενα καὶ συνεντεύξεις εἴτε στὰ ἴδια τὰ ποιήματά του˙ μιλῶ γιὰ τὴν ἀντίληψη περὶ τῆς ποίησης ἡ ὁποία διαφαίνεται στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο κάνει κανεὶς ποίηση.

 

Καμμιὰ φορὰ ἡ ρητῶς διατυπωμένη «θεωρία» τοῦ ποιητῆ γιὰ τὴν ποίηση φαίνεται νὰ μὴν ἔχει ἰδιαίτερα στενὴ σχέση μὲ τὸ ποιητικό του ἔργο. Οἱ ἀναφορές, ἂς ποῦμε, τῆς Κατερίνας Γώγου στὴν ποίηση (στὸ Μὲ λένε Ὀδύσσεια κυρίως, ἀλλὰ καὶ στοὺς Ἀπόντες ἐν μέρει) εἶναι μᾶλλον κοινότοπες, τοῦ συρμοῦ καὶ ἐν τέλει ἀντιφατικὲς πρὸς τὴν ἴδια τὴν ποιητική της πράξη, ἡ ὁποία ἀρθρώνει μὲ πολὺ πιὸ στιβαροὺς ὅρους μιὰν ἀντίληψη τῆς πολιτικῆς ποίησης ποὺ ἐξακολουθεῖ νὰ μὴν ἔχει παληώσει σχεδὸν σαράντα χρόνια μετά. Πρόκειται, βεβαίως, γιὰ μιὰ ἀπὸ τὶς λίγες περιπτώσεις ὅπου ἡ ποιητικὴ πράξη εἶναι ἀνώτερη τῆς θεωρίας, διότι ἀκριβῶς ἡ Γώγου ἔχει γράψει ποιήματα τὰ ὁποῖα ὑπερβαίνουν καὶ ἀνατρέπουν τὶς κάπως ἀφελεῖς ἀντιλήψεις ποὺ μοιάζει νὰ ἁναπαράγουν κάποια ἀπὸ τὰ ὕστερα ποιήματα ποιητικῆς ποὺ ἔχει γράψει.

 

Συνήθως, ὅμως, συμβαίνει τὸ ἀντίθετο: οἱ ἀπόψεις ποὺ ἐκφράζουν οἱ ποιητὲς γιὰ τὴν ποίηση εἶναι μεγαλόσχημες, σπουδαιοφανεῖς καὶ καμμιὰ φορὰ ἀκόμη καὶ ἐνδιαφέρουσες ἢ ἀνατρεπτικές, ἀλλὰ ἡ ἴδια ἡ ποιητική τους πράξη δὲν ἀνταποκρίνεται στοὺς ἰσχυρισμούς τους, οὔτε δικαιώνει τὶς ἀνακοινωμένες προθέσεις τους. Καὶ τὰ ποιήματα ποιητικῆς ποὺ προκύπτουν τότε ἀντιπροσωπεύουν μιὰν ἐξ ὁρισμοῦ ἀποτυχημένη προσπάθεια νὰ συμβιβασθεῖ ἡ ἐλλειμματικὴ ποιητικὴ πράξη μὲ τὴν φιλόδοξη ποιητικὴ θεωρία, ἡ ὁποία ἐν προκειμένῳ σερβίρεται ὡς προγραμματικὴ ποιητικὴ δήλωση. Ἀλλὰ τὰ ἀσυμβίβαστα δὲν συμβιβάζονται: τὸ τί σόι ποιητὴς εἶναι κανεὶς δὲν θὰ μᾶς τὸ ποῦν οὔτε οἱ ἀφορισμοὶ ποὺ ἐκτοξεύει στὰ μέσα κοινωνικῆς δικτύωσης, οὔτε οἰ συνεντεύξεις του, οὔτε τὰ κριτικά του κείμενα, οὔτε τὰ δοκίμιά του, οὔτε κἂν τὰ ποιήματα ποιητικῆς ποὺ ἐνδέχεται νὰ ἔχει γράψει˙ τὸ τί σόι ποιητὴς εἶναι κανείς, ἀλλὰ καὶ τὸ ἂν εἶναι, ἐν τέλει, ποιητής, θὰ μᾶς τὸ πεῖ μόνο ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ὑλοποιοῦνται οἱ ὅποιες ἀπόψεις καὶ προθέσεις του, δηλωμένες ἢ ἄδηλες, στὸ σῶμα τῶν ποιημάτων του. Καὶ γι᾽αὐτὸ δὲν εἶναι ἀπαραίτητο (ὅσο κι ἂν εἶναι ἐνδιαφέρον) ἕνας ποιητὴς νὰ γράφει καὶ κριτικὰ καὶ θεωρητικὰ κείμενα: ὡς ποιητής, ἀρκεῖ νὰ γράφει ποιήματα.

 

Ἀνεξάρτητα ἀπὸ ἄλλες ἰδιότητες σχετικὲς μὲ τὴν ποίηση ἢ μὲ τὸν πολιτισμὸ ποὺ μπορεῖ νὰ συγκεντρώνει ἕνας ποιητής, ὡς ποιητὴς δὲν μπορεῖ νὰ δικαιωθεῖ παρὰ μόνο ἀπὸ τὰ ἴδια του τὰ ποιήματα. Μπορεῖ, ἂς ποῦμε, ἕνας ποιητὴς νὰ εἶναι ἐπίσης διευθυντὴς λογοτεχνικοῦ περιοδικοῦ, κριτικός, ἐπιμελητὴς ἐκδόσεων, δάσκαλος στὴ δημόσια ἐκπαίδευση, πρύτανις, ἢ μεγαλοκληρονόμος. Καὶ μπορεῖ ὑπὸ τὴν ὅποια ἄλλη του ἰδιότητα νὰ δίνει συνεντεύξεις περὶ τῆς ποίησης ὡς ἀνατρεπτικῆς δύναμης ἢ περὶ τῆς ποίησης ὡς ἐθνικῆς κληρονομιᾶς. Μπορεῖ ἀκόμη καὶ νὰ μιλάει κανεὶς γιὰ τὴν ποίηση ὡς ἐπανάσταση, ἐνῶ στρογγυλοκάθεται ὁ ἴδιος στὴν ἕδρα τῆς Ποιήσεως τῆς Ἀκαδημίας. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι σὲ ποιό ἀκριβῶς βάθρο στρογγυλοκάθεται κανεὶς καὶ τί δηλώνει ἐνῶ στρογγυλοκάθεται στὸ βάθρο του, ἀλλὰ τί ποιήματα γράφει.

 

Ἂν θέλεις νὰ εἶσαι ποιητής, τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι οὔτε ἡ δημόσια παρουσία σου, οὔτε οἱ θέσεις καὶ οἱ τιμὲς ποὺ ἔχεις ἀποδεχθεῖ, οὔτε κἂν ἡ χυδαιότητα μὲ τὴν ὁποία ἀξιοποιεῖς τὴ θέση σου γιὰ νὰ ἐπιβάλλεις ἀνθρώπους καὶ ἔργα καὶ γιὰ νὰ ἐξοστρακίσεις ἄλλους ἀνθρώπους καὶ ἔργα. Τὸ βασικὸ πρόβλημα εἶναι ἡ σχέση μεταξὺ τῆς ἀναρρίχησής σου στὰ περὶ τὴν ποίηση ἀξιώματα καὶ τῆς ποιότητας τῶν ποιημάτων σου, μιὰ σχέση συνήθως ἀντίστροφης ἀναλογίας: ἀναρρίχηση ἀπὸ τὴ μιά, καθίζηση ἀπὸ τὴν ἄλλη, καθὼς ἡ δαφνοστεφὴς αὐταρέσκεια εὔκολα ὁδηγεῖ σὲ ἀναμηρυκαστικὴ ἐπανάληψη τῶν ἤδη παρωχημένων (ἂν ὑποτεθεῖ ὅτι ὑπῆρξαν κάποτε) ποιητικῶν ἐπιτευγμάτων σου. Εἶναι λογικό, δεδομένου ὅτι ἡ κοινοτοπία καὶ ἡ κενολογία εὔκολα κερδίζουν τὴ μαζικὴ ἀποδοχή, καθὼς ὄχι μόνο δὲν ἀπειλοῦν κανέναν, ἀλλὰ κολακεύουν καὶ τοῦ καθενὸς τὴν ἀμάθεια.

 

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]

Sandro Penna: ἐπιθυμία, μοναδικότητα, οὐσία

Τὴν ποίηση τοῦ Σάντρο Πέννα τὴν γνώρισα χάρη στὸν Σωτήρη Παστάκα τὸ 1981. Δὲν τὸ ξέρει, ἀλλὰ τοῦ εἶμαι εὐγνώμων γιὰ αὐτὴ τὴ γνωριμία. Ἐπρόκειτο γιὰ ἔνα μικρὸ βιβλιαράκι μὲ ποιήματα τοῦ Πέννα στὴ σειρὰ τοῦ «μικροῦ δέντρου». Ἔκτοτε, ὁ Σωτήρης Παστάκας ξανακοίταξε τὶς μεταφράσεις του καὶ τὶς ξαναδούλεψε, πράγμα ἀναμενόμενο, διότι νομίζω πὼς κανεὶς εὐαίσθητος καὶ εὐσυνείδητος μεταφραστὴς δὲν μένει ἱκανοποιημένος ἀπὸ τὶς μεταφράσεις του, ἰδιαίτερα ἂν μεταφράζει ποίηση, ἰδιαίτερα ἂν εἶναι ὁ ἴδιος ποιητής. Ὑπὸ αὐτοὺς τοὺς ὅρους, κάθε νέα ἀπόπειρα μετάφρασης ἑνὸς ποιήματος μᾶς φέρνει πιὸ κοντὰ στὸ ρυθμὸ καὶ στὴν αἴσθηση τοῦ πρωτοτύπου.

Σαράντα χρόνια, λοιπόν, μετὰ τὸν θάνατο τοῦ ποιητῆ, καὶ τριάντα ἕξι χρόνια μετὰ τὴν ἔκδοση ἐκείνη, χάρη στὸν Σωτήρη Παστάκα καὶ πάλι, μὲ τὴν πολύτιμη φροντίδα τοῦ Βάσσου Γεώργα καὶ τῶν ἐκδόσεων Bibliothèque,  ὁ Σάντρο Πέννα ξαναεμφανίζεται ἐνώπιόν μας, σὲ ἕνα καλαίσθητο βιβλίο μὲ τὸν τίτλο Τὸ Μάθημα τῆς Αἰσθητικῆς. Καὶ ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ὁ Πέννα μᾶς εἶναι πλέον πολὺ λιγότερο ἄγνωστος πιά, καθὼς ἔχουν μεσολαβήσει καὶ ἄλλες μεταφράσεις, ποιημάτων καὶ πεζῶν του, ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἀξιοσημείωτη εἶναι ἐκείνη τοῦ Ἐρρίκου Σοφρᾶ (Ὁ Σκονισμένος Ποδηλάτης, τὸ Ροδακιό, 2012), ἐνῶ καὶ νεότερες μεταφράσεις, ὅπως αὐτὴ τοῦ Εὐριπίδη Γαραντούδη (Ποιητική, τεῦχος 18, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2016), εἶναι ἐν ἐξελίξει.

Ἀναρωτιέμαι: δικαιολογεῖται τόσο ἐνδιαφέρον γιὰ ἕναν ποιητὴ ὀλιγογράφο, καὶ ὡς πρὸς τὴν ἔκταση καὶ ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸ τῶν ποιημάτων του, ἕναν ποιητὴ προγραμματικὰ ἐλάσσονα, τὴ στιγμὴ μάλιστα ποὺ πολλοὶ ἄλλοι σημαντικοὶ ποιητὲς τῆς παγκόσμιας γραμματείας παραμένουν ἀμετάφραστοι ἢ κακομεταφρασμένοι;  Ἂν πάρει κανεὶς ἐπίσης ὑπόψη ὅτι εἰδικὰ ἡ ποίηση τοῦ Πέννα διακρίνεται καὶ ἀπὸ ἄλλα χαρακτηριστικά, ἰδιαιτέρως ἀντιδημοφιλῆ, ὅπως ἡ μονοθεματικότητά της, ἡ ἁπλότητά της καὶ ἡ μοναχικότητά της, φαίνεται ἀκόμη πιὸ δύσκολο νὰ δικαιολογηθεῖ τὸ αὐξημένο ἐνδιαφέρον μας γιὰ τὴν ποίηση αὐτὴ τὰ τελευταῖα χρόνια. Ἀλλὰ ἀκριβῶς αὐτὰ τὰ τρία χαρακτηριστικὰ τῆς ποίησης τοῦ Penna ἀποτελοῦν κατὰ τὴν ἄποψή μου καὶ τὰ βασικὰ θέλγητρά της.

 

Στοιχεῖο πρῶτο: ἐπιθυμία

Ἡ ποίηση τοῦ Penna εἶναι σχεδὸν μονοθεματικὴ καὶ τὸ θέμα της εἶναι, ξεκάθαρα, ἐπαναληπτικὰ καὶ ἴσως ἐμμονικά, ὁ ἀνδρικὸς ὁμοφυλοφιλικὸς ἔρωτας.

Συνήθως, στὸ ἐντόπιο λογοτεχνικὸ πεδίο, τὰ ὁμοερωτικὰ ποιήματα κατατάσσονται σὲ δική τους κατηγορία, εἰδικοῦ ἐνδιαφέροντος. Οἱ πιὸ φωτισμένοι ἀπὸ τοὺς εἰδήμονες, ἂς εἶναι καὶ ἑτερόφωτοι, ἀντιμέτωποι μὲ ἕνα ἐρωτικὸ ποίημα ὁμοφυλοφιλικῆς διάθεσης, στὴν καλύτερη περίπτωση μιλοῦν συνοπτικὰ καὶ βιαστικὰ γιὰ τὴν «προφανὴ» σχέση μὲ τὸν Χριστιανόπουλο καὶ τὸν Καβάφη καὶ ξεμπερδεύουν, ἀλλὰ πάντως ὁ ποιητικὸς «κανόνας» φαίνεται ἐξ ὁρισμοῦ νὰ ἐξοστρακίζει τὰ ποιήματα ὁμοερωτικῆς θεματικῆς σὲ ἕναν χῶρο ἐκτὸς τῆς mainstream λογοτεχνίας.

Στὴν περίπτωση τοῦ Penna, ὡστόσο, ἡ ὁμοερωτικὴ θεματολογία, καίτοι ἀπερίφραστη, ὄχι μόνο δὲν ἐξορίζει τὴν ποίησή του στὸ ράφι μὲ τὰ «εἰδικοῦ ἐνδιαφέροντος ἀναγνώσματα» ἀλλά, παραδόξως, τῆς παραχωρεῖ μιὰ θέση στὸ mainstream, ἀκόμη κι ἂν ἕνας τοὐλάχιστον ἐκ τῶν μεταφραστῶν αἰσθάνθηκε τὴν ἀνάγκη νὰ δηλώσει ὅτι ὁ ἴδιος, κι ἂς μεταφράζει Πέννα, εἶναι πάντως straight.

Ἡ ἐρωτικὴ ἐπιθυμία στὴν ποίηση τοῦ Penna ἐμφανίζεται μὲ δύο τρόπους: ὼς βλέμμα καὶ ὡς πράξη – ὄχι, ὅμως, ὡς ἔλλειψη, οὔτε ὡς διάψευση. Εἶναι ἐπιθυμία ἐπιθετική, θετική, σίγουρη, ποὺ ὡς πρὸς τὴν ἔκφρασή της θυμίζει τὸν Ἐλύτη καὶ τὸν Ἐμπειρίκο μᾶλλον παρὰ τὸν Καβάφη. Κυριαρχεῖ ἡ προσδοκία τῆς εὐόδωσης, ἡ ἀπόλαυση τῆς πράξης, ἀλλὰ καὶ ὅταν ἀκόμη δὲν ἀνταποκρίνεται τὸ ἀντικείμενο τῆς ἐπιθυμίας, τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο δὲν τὸ βάζει κάτω, δὲν βυθίζεται σὲ θλίψη, ἐξακολουθεῖ νὰ κοιτάζει καὶ νὰ θαυμάζει. Ὁ Penna κοιτάζει τὰ ἀγόρια του καὶ τὸ βλέμμα του ἐκφράζει εὐθέως καὶ ἀνενδοίαστα τὴν ἐπιθυμία του: τυλίγει τὸ ἀντικείμενο τοῦ πόθου, τὸ διεκδικεῖ, τὸ ἀπαιτεῖ καὶ τὸ γεύεται. Δὲν ὑπάρχει ἀπόκρυψη, δὲν ὑπάρχει συστολή:

Τὸ βρῆκα τὸ ἀγγελούδι μου

σ᾽ἕνα ὕποπτο σινεμά.

Κάπνιζε ἕνα τσιγαράκι

κι εἶχε τὰ μάτια του ὑγρά.

 

Στοιχεῖο δεύτερο: μοναδικότητα

Ἡ ποίηση τοῦ Penna δὲν φαίνεται νὰ ἐντάσσεται σὲ κάποια ποιητικὴ παράδοση ποὺ θὰ διευκόλυνε τὶς σχηματικὲς ἀναγνώσεις, τὶς βολικὲς κατατάξεις καὶ τὴν εὔκολη ἀναγνώριση ἐκ μέρους τοῦ δήμου καὶ τῶν σοφιστῶν.  Ὁ Penna οὔτε ἀνήκει σὲ κάποια σύγχρονή του σχολή (λόγου χάρη, τὸν μοντερνισμὸ ἢ τὸν φουτουρισμό), οὔτε προαναγγέλλει προδρομικά, κάποια σύγχρονή μας τάση (ὅπως, ἂς ποῦμε, τὸν μεταμοντερνισμό, σὲ ὁποιαδήποτε ἔκφανσή του). Ἀντίθετα, τὴν ἐποχὴ ἀκριβῶς ποὺ κυριαρχοῦσε ὁ φουτουρισμός, ἐν συνεχείᾳ ὁ ἑρμητισμός, καὶ ἐν τέλει ὁ μοντερνισμός τοῦ ὕστερου Pound καὶ τοῦ Eliot, ὁ Penna ἐπιλέγει νὰ ἀκολουθήσει ἕνα δρόμο δικό του, ποὺ μεγαλύτερη σχέση ἔχει μὲ τὸν Στράτωνα καὸ τὸν Μελέαγρο, παρὰ μὲ τοὺς συγχρόνους καὶ τοὺς ἐπιγόνους του.

Ὁ Penna εἶναι ἕνας ποιητὴς εἰκαστικός, ἴσως κινηματογραφικός: κάποια ἀπὸ τὰ ὀλιγόστιχα ποιήματά του μοιάζουν μὲ φωτογραφίες, ἄλλα μὲ σκηνὲς ἀπὸ ἰταλικὲς νεορεαλιστικὲς ταινίες,  τὶς ὁποῖες φαίνεται νὰ προοικονομεῖ ἡ ποίησή του.  Καὶ ὅπως στὸν νεορεαλισμὸ τοῦ de Sica καὶ τοῦ Rosselini (ἀλλὰ καί, ἀκόμα περισσότερο, ὅπως στὸν πιὸ λοξὸ μετανεορεαλισμὸ τοῦ πρώιμου Pasolini), ἔτσι καὶ στὴν ποίηση τοῦ Penna, τὸ βλέμμα ἑστιάζει στὴν φαινομενικὰ ἀσήμαντη καθημερινότητα καὶ ἀπομονώνει μιὰ μορφή, μιὰ κίνηση, μιὰ αἴσθηση, ἡ ὁποία μέσῳ τῆς μονοσημαντότητάς της μεγεθύνεται καὶ καταλαμβάνει ὁλόκληρη τὴν ὀθόνη:

Ἀφήνει τὸ οὐρητήριο ὁ νεαρὸς μὲ τὸ μέλος

ἀκόμη ἀπ᾽ ἔξω: ἀξιοθαύμαστη ἀμέλεια

γιὰ κάποιον ποὺ μόλις φτάνει δεκαπενταύγουστο

σ᾽ ἔνα παραθαλάσσιο χωριό.

 

Στοιχεῖο τρίτο: οὐσιαστικότητα

Ἡ ποίηση τοῦ Penna δὲν διαθέτει κανένα ἀπὸ τὰ γνωρίσματα ποὺ προσδίδουν αἴγλη καὶ προσπορίζουν ἀναγνώριση σὲ πολλοὺς ἐπιφανεῖς σύγχρονούς μας ποιητές: δὲν εἶναι ἀμφίσημη οὔτε ἑρμητική, δὲν πειραματίζεται μὲ τὴ μορφή, δὲν χρησιμοποιεῖ γλώσσα δύσβατη ἢ ἐξεζητημένη, δὲν ἐπιστρατεύει πρωτότυπα σχήματα λόγου. Ἀντιθέτως μάλιστα, ὁ Penna ἀποστρέφεται τὴν ἐκζήτηση καὶ λέει αὐτὸ ἀκριβῶς ποὺ θέλει νὰ πεῖ, ἁπλὰ καὶ ξεκάθαρα, σὲ γλώσσα καθημερινή, μὲ ἐλάχιστα σχήματα λόγου ἢ ἄλλα κοσμήματα. Καὶ δομεῖ ποιήματα ἔμμετρα καὶ ρυθμικά, ἐνίοτε ὁμοιοκατάληκτα, χωρὶς μορφικὲς ἐπαναστάσεις.

Ἐπειδὴ μπορεῖ. Ἐπειδὴ ἔχει, πράγματι, κάτι νὰ πεῖ. Καὶ ἀντιλαμβάνεται ὅτι ἡ ποίηση δὲν εἶναι τέχνασμα, οὔτε τεχνοτροπία. Ὅπως λέει ὁ ἴδιος, στὸ ἡμερολόγιό του, la poesia è come una “sostanza” a sè, così come la volontà, l’intelligenza.

Καὶ πολὺ ἁπλὰ θέλω νὰ πῶ πὼς ὅταν ὑπάρχει οὐσία, εὐφυία καὶ βούληση. δὲν χρειάζονται οἱ φιοριτοῦρες καὶ τὰ δεκανίκια.

Φαίνεται λοιπὸν πὼς ὁ τίτλος Τὸ Μάθημα τῆς Αἰσθητικῆς ποὺ ἐπιλέχθηκε γιὰ τὴν ἐπιλογὴ ποιημάτων ποὺ ἐξέδωσε ἡ Bibliothèque, εἶναι ἰδιαιτέρως εὔστοχος. Τὰ ποιήματα τοῦ Penna εἶναι, πράγματι, ἕνα μάθημα αἰσθητικῆς, ἤ, ἐν προκειμένῳ, ποιητικῆς. Ἐξάλλου, καὶ στὸ ὁμώνυμο ποίημα, τὸ μάθημα περνάει ἀπὸ τὸ περιβάλλον καὶ τὰ κοσμητικά του στοιχεῖα, στὴν οὐσία τῆς ἐπιθυμίας, γιὰ νὰ καταλήξει στὸ οὐσιαστικότερο ὅλων, στὴν πράξη. Ἡ πράξη εἶναι ἡ δικαίωση τῆς ποίησης αὐτῆς.

[πρώτη δημοσίευση: www.bibliotheque.gr]

Λὲς καὶ ἔβλεπε γιὰ πρώτη φορά: τί κοιτάζει στ᾽ ἀλήθεια ὁ ποιητὴς Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

Τὰ ποιήματα τοῦ Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου τὰ διαβάζω συνήθως μὲ εὐχαρίστηση. Καὶ μοῦ φαίνεται πὼς μὲ εὐχαρίστηση ἐπίσης ἔχουν συντεθεῖ. Πρόκειται γιὰ ποιήματα ἑνὸς προγραμματικά, πιστεύω, ἐλάσσονος ποιητῆ, ποὺ καταγράφει στιγμιότυπα μιᾶς ἁπλῆς, μικροαστικῆς καθημερινότητας καὶ τὰ φωτίζει μὲ τὴ λοξὴ ματιὰ τοῦ ποιητῆ: ποιήματα χαρούμενα, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ποὺ ἀναφέρονται χωρὶς ἀναστολὲς στὶς μικρὲς καὶ τὶς μεγαλύτερες χαρὲς τῆς καθημερινῆς ζωῆς, ποιήματα ἐρωτικά, μὲ ἀσυνήθιστα ἀπροκάλυπτο σωματικὸ ἐρωτισμό, καὶ σὲ κάθε περίπτωση ποιήματα καλογραμμένα, καλοδομημένα, ρυθμικά, ἀπὸ ἕναν ποιητὴ ποὺ προφανῶς ἔχει κατακτήσει τὴν τεχνικὴ ἁρτιότητα.

Ἀποκαλυπτικὸ τῶν προθέσεων τοῦ Γιαννακόπουλου, ἀλλὰ καὶ ἐξόχως περιγραφικὸ τῶν ἐπιτευγμάτων τῆς συλλογῆς Τί κοιτάει στ᾽ἀλήθεια ὀ ποιητής εἶναι τὀ παρακάτω ποίημα, μὲ τὸν ἀπολύτως ταιριαστὸ τίτλο Φιλοδοξίες:

Ακούγεται ασήμαντο για φιλοδοξία
και ξεπερασμένο και ρομαντικό,
μα δεν είναι άσχημο για πεπρωμένο:

να μείνω στη μνήμη των ανθρώπων
ως εκείνος που κάθε χρόνο
έγραφε για τις αμυγδαλιές
λες και τις έβλεπε πρώτη φορά.

 

Ἡ φιλοδοξία φαίνεται θεμιτὴ καὶ μᾶλλον σεμνὴ ἐκ πρώτης ὄψεως. Ἂν συγκριθεῖ μὲ τὴ μεγαλορρημοσύνη πολλῶν (ἂν ὄχι τῶν περισσότερων) ὁμήλικων καὶ νεότερων ἀπὸ τὸν Γιαννακόπουλο ποιητῶν, ἡ φιλοδοξία νὰ γράψει κανεὶς γιὰ κάτι ἁπλό, καθημερινό, ἐπαναλαμβανόμενο, φαίνεται πράγματι σεμνότατη. Ἐντούτοις, ἂν τὴν ἐξετάσουμε προσεκτικότερα, πρόκειται γιὰ μιὰ φιλοδοξία ἀκραία: νὰ μπορεῖ νὰ γράφει κανεὶς γιὰ τὸ ἁπλό, τὸ καθημερινό, τὸ προφανές, ἐπανανακαλύπτοντάς το κάθε φορά, καὶ ἀποκαλύπτοντας κάθε φορὰ μιὰν ὄψη του ποὺ παρὰ τὴν διαρκὴ παρουσία της κάτω ἀπὸ τὴ μύτη του, παρὰ τὴν τριβή, ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι ἄγνωστη. Ἡ πρόθεση (ποὺ μάλιστα στὸν τρίτο στίχο περιγράφεται ὡς πολὺ παραπάνω ἀπὸ ἁπλὴ πρόθεση, ἐπιθυμία ἢ φιλοδοξία: ὡς πεπρωμένο) εἶναι νὰ ἀνοικειωθεῖ ἡ οἰκεία καθημερινότητα, μὲ ὅπλο τὸ ποιητικὸ βλέμμα: ὅπλο δύσχρηστο, ποὺ θὰ ἐκπυρσοκροτοῦσε στὰ χέρια τῶν ἀδαῶν, εἰδικὰ ἐφόσον δὲν ὑπάρχει τὸ ἄλλοθι τοῦ σπουδαίου καὶ μεγάλου “ποιητικοῦ” θέματος γιὰ νὰ κουκουλώσει τὶς κακοτεχνίες, τὶς ἀστοχίες καὶ τὴν ἀγραμματοσύνη˙ ἀλλὰ ὁ Γιαννακόπουλος τὸ χειρίζεται καλά, καὶ κατὰ τὴ γνώμη μου πετυχαίνει τὸ στόχο.

Ὁ Γιαννακόπουλος γνωρίζει γράμματα. Ξέρει ἑλληνικά, ξέρει τὸν ρυθμὸ τῆς γλώσσας καὶ ξέρει τὸν ρυθμό τῆς ποίησης. Κανονικά, βέβαια, αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ γνώση θὰ ἔπρεπε νὰ θεωρεῖται δεδομένη ἐφόσον μιλᾶμε γιὰ ποιητή. Ἡ σύγχρονη ποιητικὴ παραγωγή, ὅμως, ἀποδεικνύει ὄχι ἁπλῶς ὅτι δὲν εἶναι δεδομένη, ἀλλὰ ὅτι εἶναι καὶ σπάνια. Καὶ ἑπομένως, χρειάζεται νὰ ἐπισημαίνεται, ὅταν συμβαίνει, ὅτι τὸ αὐτονόητο ἔχει ἐπιτευχθεῖ. Στὴν περίπτωση τοῦ Γιαννακόπουλου ἔχει ἐπιτευχθεῖ, καὶ μάλιστα σὲ πολὺ μεγάλο βαθμό: ἡ γλώσσα ρέει, δὲν ὑποκρίνεται, δὲν σκοντάφτει, δὲν αὐτοθαυμάζεται.

Ὁ χαμηλόφωνος τόνος ὅσο καὶ ἡ καθημερινή, ἐκ πρώτης ὄψεως ἀσήμαντη, θεματολογία ἀποτελοῦν προφανῶς ἐπιλογὲς τοῦ ποιητῆ, καὶ μάλιστα δύσκολες ἐπιλογές. Δὲν πρόκειται γιὰ ποιητὴ ποὺ τόσο μπορεῖ καὶ τόσο ποιεῖ, ἀλλὰ προφανῶς γιὰ ποιητὴ ποὺ ξέρει καὶ μπορεῖ καὶ ἐπιλέγει νὰ μιλήσει μὲ τὴν μεγαλύτερη δυνατὴ ἁπλότητα καὶ ἀμεσότητα γιὰ τὶς πιὸ κοινὲς ἐμπειρίες.

Ὁμολογουμένως, δὲν ἀποφεύγει καὶ κάποιες κακοτοπιές. Ἄλλωστε, ἡ φιλοδοξία, σύμφυτη μὲ τὴν ποιητικὴ ταυτότητα καὶ ἀναπόφευκτη, εἶναι πάντα κακὸς σύμβουλος, πόσῳ μᾶλλον ἐδῶ ποὺ τὸ στοίχημα εἶναι μεγάλο. Διότι τὸ στοίχημα δὲν εἶναι νὰ γραφτοῦν ποιηματάκια τῆς καθημερινότητας, ἀλλὰ νὰ γραφτοῦν ἅρτια ποιήματα ἐπὶ τῆς καθημερινότητας. Στὰ ποιήματά του τὰ πιὸ προγραμματικά, τὰ πιὸ δηλωτικὰ τῶν προθέσεών του καὶ λιγότερο ἀφηγηματικὰ/περιγραφικά, δὲν μοῦ φαίνεται νὰ τὰ καταφέρνει. Πρόκειται γιὰ τὰ ποιήματα στὰ ὁποῖα ἐγκαταλείπεται τὸ ἰμαζιστικὸ ὑπόβαθρο καὶ τὰ ἡνία παίρνει ἡ ἀποφθεγματικότητα ἢ ὁ διδακτισμός. Εὐτυχῶς, τὰ ποιήματα αὐτὰ εἶναι πολὺ λίγα˙ βρίσκονται κυρίως στὴν ἑνότητα Ἡ ζωὴ μέσα στὸ ποίημα, ἂν καὶ ὑπάρχουν καὶ δυὸ τρία σὲ ἄλλες ἑνότητες, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸ πρῶτο, δυστυχῶς, ποίημα τῆς συλλογῆς.

Ἐντούτοις, ἂν ἐξετάσει κανεὶς τὴ συλλογὴ συνολικά, δὲν μένει ἀμφιβολία ὅτι τὸ στοίχημα ἔχει κερδηθεῖ. Κάποια ποιήματα, μάλιστα, ἀποτελοῦν παραδείγματα (μαθήματα σχεδὸν) τῆς ποιητικῆς ἀνοικείωσης τῆς καθημερινότητας καὶ τῆς ἀνύψωσης τοῦ ἐλάσσονος σὲ μεῖζον˙ ἂς ἀναφέρω ἐνδεικτικὰ τὸν “ἦχο τῆς πληγῆς” (μὲ τὴν ἔξοχη συναισθησία του καὶ τὴν μέχρι ἀσφυξίας πυκνότητά του) , τὸ “πῶς ἐπανέρχεται ἡ πραγματικότητα” (ἕνα ἀπὸ πολλὰ ὅπου δικαιώνεται ποιητικὰ ἡ ἀπροκάλυπτη σωματικότητα τῆς ἐρωτοπραξίας), τὰ “πρώιμα κεράσια” (τὰ ὁποῖα μοῦ φαίνονται σὰν μετα-ιμαζιστικὴ ἀπάντηση στὸ περίφημο “this is just to say” τοῦ Williams), τὸ “μυθιστόρημα” (ὅπου ἡ μοντερνιστικὴ σπουδὴ ὑποκύπτει στὴν καθημερινὴ ἀφήγηση) καὶ κυρίως τὸ “δῶρο”, τὸ καλύτερο, κατὰ τὴν ἄποψή μου, ποίημα τῆς συλλογῆς, ὅπου γίνεται φανερὸ πόσο καλὰ ἔχουν ἀφομοιωθεῖ τὰ διδάγματα τοῦ Νίκου Φωκᾶ καὶ τοῦ Philip Larkin:

 

Το δώρο

Πόση είναι η χαρά σου, όταν οδηγείς
κι έχεις στο διπλανό κάθισμα
ξεδιπλωμένη την ΙΟΝ αμυγδάλου,
προσεκτικά σπασμένη σε οκτώ κομμάτια,
ν᾽ απλώνεις το χέρι και να παίρνεις ένα,
κι ύστερα κι άλλο, ώς το τελευταίο,

μα τα μάτια σου στον δρόμο σταθερά,

κι όταν πας πια να μαζέψεις το περιτύλιγμα,
πόση είναι η χαρά σου τότε που ανακαλύπτεις
πως είχες χάσει το μέτρημα και βρίσκεις
ένα κομμάτι ακόμα να ᾽χει απομείνει
και το φέρνεις αργά στο στόμα να το απολαύσεις
που είναι το τελευταίο, οριστικά τώρα.

Στὸ “δῶρο” ὁ ποιητὴς περιγράφει μιὰ ἐντελῶς ἀσήμαντη καθημερινὴ ἐμπειρία μὲ τὸν τρόπο μιᾶς ταινίας. Διηγεῖται πῶς προετοιμάζει κανεὶς μιὰ μικρὴ καθημερινὴ ἀπόλαυση, τὴν κατανάλωση μιᾶς σοκολάτας, γιὰ νὰ συνοδεύσει μιὰ καθημερινὴ ἀγγαρεία, μᾶλλον. Καὶ πῶς παράλληλα μὲ τὴν ἀγγαρεία ἀπολαμβάνει κανεὶς καὶ τὴν μικρὴ του γευστικὴ ἁμαρτία. Ἀλλὰ στὸν τελευταῖο, ἀριστοτεχνικὰ δομημένο, στίχο, ἀποκαλύπτεται ὅτι πίσω ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια τῆς ἀσήμαντης καθημερινότητας, γινόταν λόγος γιὰ τὸ μεῖζον, τὸ θέμα τοῦ ποιήματος δὲν ἦταν πῶς τρώει κανεὶς μιὰ σοκολάτα ὁδηγώντας, ἀλλὰ τὸ ὁριστικὸ τέλος τῆς ἀπόλαυσης˙ ὁ καταληκτήριος στίχος φωτίζει τὸ ποίημα καὶ ἀναγκαζόμαστε νὰ δοῦμε τὴν σοκολάτα ΙΟΝ ἁμυγδάλου μὲ τρόπο καινούριο, σὰν νὰ τὴν βλέπουμε γιὰ πρώτη φορά.

Ὁ ποιητὴς ἔχει προφανῶς πραγματοποιήσει τὴ φιλοδοξία του. Ἀνυπομονῶ νὰ δῶ πῶς ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα θὰ διαχειριστεῖ τὸ πεπρωμένο του.