Μία βοήθεια, παρακαλῶ, λέει ἡ Γλυκερία Μπασδέκη

 

HAMM:
We’re not beginning to… to… mean something?

CLOV:
Mean something! You and I, mean something! (Brief laugh.)
Ah that’s a good one!

Samuel Beckett, Endgame

 

Τὴν τελευταία δεκαετία τοῦ δέκατου ἔνατου αἰώνα, ὁ Ἀνδρέας Καρκαβίτσας ταξιδεύει στὰ Κράβαρα καὶ δημοσιεύει τὶς ἀνυπόφορα εἰλικρινεῖς ταξιδιωτικὲς ἐντυπώσεις του, στὶς ὁποῖες περιγράφεται, μεταξὺ ἄλλων, μιὰ ὁμάδα ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι

χτυποῦν τὴν πόρτα τῶν μεγάρων τῶν πλουσίων ἀλλὰ καὶ τὸ καλύβι τῶν φτωχῶν, κοιμοῦνται στὶς πόρτες τῶν ἐκkλησιῶν ἀλλὰ καὶ στὶς πόρτες τῶν καπηλειῶν. Δέχονται τὴ δραχμὴ τῆς χήρας ἀλλὰ καὶ τὸ χαρτονόμισμα τοῦ πλούσιου, τὶς φτυσιὲς τῶν παιδιῶν καὶ τὶς κοροϊδίες τοῦ κόσμου, παλεύουν γιὰ ἕνα κόκκαλο μὲ τὰ σκυλιά, καὶ γιὰ τὰ ἀπομεινάρια τοῦ τραπεζιοῦ μὲ τὶς γάτες, ὑπομένουν ἀγόγγυστα τὶς δυσκολίες ποὺ τοὺς φέρνει ἡ φύση ἀλλὰ καὶ τὶς δυσκολίες ποὺ τοὺς φέρνει ἡ ἀστυνομία… Τίποτα πιὸ ὑπομονετικό, τίποτα πιὸ πεισματάρικο ἀπὸ αὐτούς. Ἔκαναν σκοπὸ τῆς ζωῆς τους νὰ ξεγελάσουν τὴν ἀνθρωπότητα ὅλη καὶ τὸ πέτυχαν.

Λίγα χρόνια ἀργότερα, τὰ χαρακτηριστικὰ τῶν ἀδιστακτων καὶ ἀνελέητων  αὐτῶν ζητιάνων φαίνεται πὼς συμπυκνώνονται στὸν περίφημο Τζιριτόκωστα, κεντρικὸ χαρακτήρα τῆς νουβέλας τοῦ Καρκαβίτσα, Ὁ Ζητιάνος. Ὁ Τζιριτόκωστας, ἀπὸ τὰ Κράβαρα ὁρμώμενος, φτάνει στὸ Νυχτερέμι μὲ σκοπὸ νὰ ἐκδικηθεῖ καὶ νὰ καταστρέψει. Καὶ μέσα σὲ ἐλάχιστες μέρες καταφέρνει πραγματικὰ νὰ φέρει τὸν ὄλεθρο στὸ χωριό. Πότε μὲ ταπεινότητα, πότε μὲ δολοπλοκία, σπέρνει τὸν θάνατο καὶ ἀποκομίζει ὀφέλη καὶ πλούτη, ὥσπου ὅλοι οἱ ἄντρες τοῦ χωριοῦ νὰ ὁδηγηθοῦν στὴ φυλακή, τὸ χωριὸ νὰ ἀφανιστεῖ καὶ ὁ Τζιριτόκωστας μὲ τὸ ζητιανόπουλό του νὰ φύγει ἄθικτος καὶ πλούσιος, ἀναζητώντας νέα τρόπαια.

Ὁ Ζητιάνος παρουσιάζεται βεβαίως, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία γιὰ αὐτό, ὡς κακοῦργος. Ἐντούτοις, καμμιὰν ἀνάγκη δὲν νοιώθει ὁ συγγραφέας νὰ τὸν τιμωρήσει καὶ νὰ ἀποκαταστήσει τὴ δικαιοσύνη. Ἀντιθέτως, στὴν κατάληξη τοῦ ἔργου, ἐπισημαίνει ἀκριβῶς πὼς δικαιοσύνη δὲν ὑπάρχει:

Ἡ κοιλάδα πρόθυμη ἐδέχθηκε τὸν ζητιάνο στοὺς ὑγροὺς καὶ μαλθακοὺς κρυψῶνες της, ὅπως δέχεται τόσα κακοῦργα ἑρπετὰ καὶ παράσιτα. Ὁ ἄνθρωπος πολλὲς φορὲς δὲν βρίσκει τῆς ὑπάρξεώς τους τὸν σκοπό. Καὶ ὅμως τὰ κρατεῖ στοὺς κόρφους της ἡ Φύσις, θεότης ἀδιάφορη, ἀνεπηρέαστη, ἴση δείχνοντας ἀγάπη καὶ στοῦ Κάη τοὺς καρποὺς καὶ στὰ πρωτοτόκια τοῦ Ἄβελ.

Λίγες δεκαετίες μετὰ τὸν Ζητιάνο τοῦ Καρκαβίτσα (1923), σὲ μιὰν ἄλλη ἤπειρο, ὁ Tod Robbins γράφει ἕνα διήγημα, μὲ τὸν τίτλο Σπιρούνια[Spurs], ποὺ διαδραματίζεται σὲ ἕνα περιοδεῦον τσίρκο στὴ Γαλλία. Ὁ «καρπὸς τοῦ Κάη» ἐδῶ παίρνει τὴ μορφὴ μιᾶς ὡραίας γυναίκας, τῆς JeanneMarie, ἡ ὁποία πουλάει ἔρωτα σὲ ἕναν δύσμορφο νάνο, τὸν ὁποῖο παντρεύεται, μὲ σκοποὺς παρόμοιους μὲ τοὺς σκοποὺς τοῦ Τζιριτόκωστα: νὰ δολοφονήσει τὸν ἄντρα της καὶ κληρονομώντας τὴν περιουσία του νὰ ζήσει εὐτυχισμένη μὲ τὸν Simon, τὸν εὐσταλὴ καὶ εὐειδὴ ἐραστή της. Ἡ Jeanne Marie, ὅμως, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν Τζιριτόκωστα, ἀποτυγχάνει, ὁ ἐραστής της φονεύεται καὶ ἡ ἴδια τιμωρεῖται. Ἡ διαφορὰ εἶναι ὅτι ἡ Jeanne Marie εἶναι «φυσιολογική», ἀποδεκτὴ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ τσίρκου τῶν πλασμάτων τῶν ὁποίων ἡ δουλειὰ καὶ ἡ ζωὴ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τοὺς ἄλλους «φυσιολογικοὺς» ἀνθρώπους, ποὺ ἔρχονται καὶ πληρώνουν γιὰ νὰ θαυμάσουν τὶς τερατώδεις δυσμορφίες τῶν ἀνθρώπων τοῦ τσίρκου. Ἂν τὰ κατάφερνε ἡ Jeanne Marie, ὁ «φυσιολογικὸς» θεατὴς – ἀναγνώστης μπορεῖ νὰ λυπόταν γιὰ τὴν ἀδικία ἀπέναντι στὸν κακόμοιρο δύσμορφο νάνο καὶ τὰ ἔρημα πλάσματα τοῦ τσίρκου, ἀλλὰ τοὐλάχιστον δὲν θὰ αἰσθανόταν ὅτι ἀπειλεῖται: ἐφόσον τὰ θύματα τῆς ἀδικίας εἶναι οἱ περιθωριακοί, οἱ ἀνώμαλοι, οἱ ἀναξιοπαθοῦντες, ὁ ὁμαλός, φυσιολογικός, καθωσπρέπει ἀναγνώστης μπορεῖ νὰ κοιμᾶται ἥσυχος, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐκφράζει ποῦ και ποῦ, χωρὶς ἀναστολές, τὸν ἀποτροπιασμό του γιὰ τὴν ἀδικία στὸν κόσμο, μιὰ ἀδικία ποὺ δὲν τὸν ἀγγίζει˙ δεδομένου, ὅμως, ὅτι στὰ Σπιρούνια σκληρὴ τιμωρία χτυπάει τὴν Jeanne Marie, τὴ γυναίκα τῆς διπλανῆς πόρτας, τὴ μόνη μὲ τὴν ὁποία μπορεῖ ὁ ἀναγνώστης νὰ ταυτιστεῖ, ἐνῶ ὁ τιμωρὸς καὶ νικητὴς εἶναι ὁ τερατώδης νάνος, ἡ δικαιοσύνη ποὺ ἔχει ἀπονεμηθεῖ  φέρνει τὸν ἀναγνώστη σὲ ἀμηχανία, ἂν δὲν τοῦ προξενεῖ φόβο καὶ τρόμο τὸ ἐνδεχόμενο νὰ εἶναι ὁ ἴδιος τὸ ἑπόμενο δίκαιο θύμα.

Τὴν ἐποχὴ ποὺ γράφτηκαν τὰ Σπιρούνια, ἂς σημειώσουμε ὅτι λειτουργοῦσαν ἀκόμη στὴ Νέα Ὑόρκη καὶ στὸ Λονδίνο ζωολογικοὶ κῆποι ὅπου διαβιοῦσαν ὡς ἐκθέματα ἄνθρωποι διαφορετικοί: μαῦροι, νάνοι, ἰνδιάνοι, καθὼς καὶ κάποια ὑποτιθέμενα σφάλματα τῆς φύσεως. Τὰ περισσότερα, ὡστόσο, ἀπὸ αὐτὰ τὰ πλάσματα ποὺ θεωροῦνταν σφάλματα τῆς φύσης, τέρατα, παραδοξότητες στὴν καλύτερη περίπτωση, ἀλλὰ πάντως ὄχι ἄνθρωποι, ἐπιζοῦσαν, σὲ ἕναν κόσμο ὅπου ἡ πρόνοια ἦταν ὄχι ἁπλῶς ἄγνωστη ἀλλὰ ἀδιανόητη, εἴτε ζητιανεύοντας εἴτε αὐτογελοιοποιούμενα σὲ παραστάσεις εἰδικῶν τσίρκων, τῶν ἐπομαζόμενων freakshows. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ ζοῦσαν καὶ δούλευαν σὲ αὐτὰ τὰ τσίρκα ὀνομάζονταν freaks, δηλαδὴ ἀφύσικα τέρατα, ἐκτρώματα, ἐκ φύσεως τοποθετημένα ἐκτὸς τῆς κοινωνίας, ἀποσυνάγωγα, ἀντικείμενα χλευασμοῦ καὶ ἐκμετάλλευσης, κατάλληλα μόνο γιὰ νὰ προσφέρουν θέαμα διὰ τῆς ὑπάρξεώς τους στοὺς ἐλεήμονες φυσιολογικούς.

Τὸ διήγημα τοῦ Robbins ἀποτέλεσε τὴν πρώτη ὕλη γιὰ τὴ σπουδαία ταινία Freaks (1932) τοῦ Tod Browning, ποὺ εἶχε νωρίτερα σκηνοθετήσει τὸν Bella Lugosi ὡς Δράκουλα. Ἡ ταινία διαδραματίζεται σὲ ἕνα τέτοιο τσίρκο, σὲ ἕνα freakshow, ὅπου τὰ ἀποσυνάγωγα freaks συνασπίζονται γιὰ νὰ τιμωρήσουν μὲ τὸν πιὸ ἀδυσώπητο τρόπο τὴν γυναίκα ποὺ προδίδει καὶ συνωμοτεῖ γιὰ νὰ σκοτώσει ἕναν δικό τους νάνο. Ἡ γυναίκα ἐδῶ ὀνομάζεται Cleopatra καὶ ἡ τιμωρία της εἶναι νὰ μετατραπεῖ καὶ ἡ ἴδια σὲ freak: τῆς κόβουν τὰ πόδια, τῆς λιώνουν τὰ χέρια, τῆς καῖνε τὸ δέρμα μὲ πίσσα καὶ πούπουλα καὶ τὴν μεταμορφώνουν στὴ γυναίκα-πάπια. Ἂς σημειωθεῖ ὅτι, οἱ ἠθοποιοὶ στὸ Freaks δὲν εἶναι ἐπαγγελματίες ἠθοποιοί, ἀλλὰ ἄνθρωποι ἀπὸ τὰ freakshows, ἀληθινὰ freaks, ἐντείνοντας τὴν αἴσθηση ὅτι ὅλο αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκριβῶς μυθοπλασία, δὲν εἶναι μακρινὸ καὶ φανταστικό, εἶναι ὑπαρκτό, δυνητικὰ δίπλα μας.  Ἡ ταινία, φυσικά, κατατάσσεται στὶς ταινίες τρόμου, καὶ οἱ κριτικοὶ τῆς ἐποχῆς τὴν χαρακτηρίζουν ἀδιανόητη, φρικτή, ἀπωθητική,  ἐκφράζοντας μὲ ἀκρίβεια τὴν ἀντίδραση τῶν περισσότερων θεατῶν: τὸν τρόμο τους.

Freaks, βεβαίως, δὲν ὑπάρχουν πιά, δηλαδὴ δὲν κατονομάζονται ὡς τέτοια στὴν ἐποχὴ τῆς πολιτικῆς ὀρθότητας, ἀλλὰ ἄνθρωποι διαφορετικοί, ποὺ ἐξοστρακίζονται ἀπὸ τὸ κοινωνικὸ σῶμα, συχνὰ δὲ καὶ ἀπὸ τὶς (στοιχειώδεις, οὕτως ἣ ἄλλως, καὶ ἀνεπαρκεῖς) προνοιακὲς δομές, ἄνθρωποι ποὺ ἀπομονώνται καὶ ἐπιβιώνουν μόνο χάρη στὴ συχνὰ ἐπιδεικτικὴ ἐλεημοσύνη τῶν ξένων, τῶν «φυσιολογικῶν», ἐξακολουθοῦν νὰ ὑπάρχουν, ἀσφαλῶς, ὅλο καὶ περισσότεροι: ἄστεγοι, ἐπαῖτες, ζητιάνοι, ἀνίατοι, ποὺ σὲ πολλοὺς προξενοῦν μιὰν ἀντίδραση ἀποστροφῆς, μιὰν ἀντίδραση σιχασιᾶς ποὺ πασχίζει νὰ κρυφτεῖ πίσω ἀπὸ τὴν φιλανθρωπία. Ἡ δῆθεν φιλάνθρωπη ἐλεημοσύνη ποὺ τοὺς δίνεται δίνεται μόνο ὑπὸ τὸν ὅρο ὅτι οἱ ἐλεηθέντες θὰ παραμείνουν στὴ θέση τους, ἐκτός, μακρυά, εὐγνώμονες. Αὐτοὶ εἶναι τὰ σύγχρονα freaks, τὸ θέαμα ποὺ προκαλεῖ ἀπὸ ἀρρωστημένο ἐνδιαφέρον ὣς ἀποτροπιασμό, καὶ τὴν ἴδια στιγμὴ παρέχει τὴν ψευδαίσθηση τοῦ ἐλέους στοὺς κανονικούς. Αὐτοὶ εἶναι, ἐπίσης, οἱ ἥρωες τοῦ συνθετικοῦ ποιήματος τῆς Γλυκερίας Μπασδέκη, Μία Βοήθεια, Παρακαλῶ!

Τὸ ποίημα ἀφιερώνεται στὸν Ἀνδρέα Καρκαβίτσα: μιὰ προφανὴς ἀναφορά, βεβαίως, στὸν Ζητιάνο καὶ στὸν νεοέλληνα συγγραφέα ποὺ πρῶτος ἔβαλε στὸ κέντρο τῆς ἀφήγησής τους ἕναν τέτοιο, ἐξοστρακισμένο, φρικώδη χαρακτήρα, ὄχι ὅμως ὡς αὐτονόητο ἀποδέκτη ἐλεημοσύνης καὶ φιλανθρωπίας ἀλλὰ ὡς ἐκβιαστή, δολοπλόκο, δολοφόνο, ποὺ φονεύει καὶ καταστρέφει ὄχι μόνο μένοντας ἀτιμώρητος, ἀλλὰ καὶ ὠφελούμενος ἀπὸ τὰ ἐγκλήματά του. Ὁ Τζιριτόκωστας δὲν εἶναι ἕνας κακόμοιρος ποὺ ἱκετεύει γιὰ ἔλεος, εἶναι ἕνας ἀδίστακτος, διαβολικὸς τύπος. Τὸ ἔλεος ποὺ τοῦ δείχνουν οἱ χωρικοὶ δὲν δικαιώνεται, ἀλλὰ ἀκυρώνεται ἀπὸ τὴν πολιτεία του. Ἂν καὶ στερεοτυπικὰ θὰ μποροῦσε νὰ ἀντιμετωπισθεῖ ὡς θύμα τῆς κοινωνίας ποὺ τὸν ἔχει ἐξοστρακίσει, εἶναι στὴν πραγματικότητα θύτης καὶ τιμωρός: ἀπαιτεῖ καὶ λαμβάνει, μὲ τίμημα τὸν θάνατο καὶ τὸν ὄλεθρο.

Οἱ ζητιάνοι ποὺ μιλοῦν καὶ τραγουδοῦν στὸ Μία Βοήθεια, Παρακαλῶ! ἀποτελοῦν, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ἕναν ἀδίστακτο θίασο τεράτων, ἀποφασισμένων εἴτε μὲ ἐπίπλαστη κακομοιριὰ εἴτε μὲ πανουργία καὶ ἀπάτη νὰ ἀποσπάσουν τὴν ἐλεημοσύνη τοῦ ἐν πολλοῖς ἀόρατου στὸ ποίημα ἄλλου θιάσου, αὐτῶν ποὺ δὲν ἔχουν ἀνάγκη νὰ ζητιανεύουν ἀλλὰ ἔχουν τὴν δυνατότητα νὰ ἐλεοῦν – αὐτὸν τὸν θίασο τὸν συναποτελοῦμε, προφανῶς, οἱ ἀναγνῶστες, στοὺς ὁποίους ἀπευθύνονται, σὲ δεύτερο πληθυντικὸ πρόσωπο, οἱ ζητιάνοι τῆς Μπασδέκη. Πρόκειται γιὰ μιὰ σχέση σαφῶς ἀνάλογη μὲ τὴ σχέση τῶν Νυχτερεμιωτῶν καὶ τοῦ Τζιριτόκωστα, ἢ τῶν θεατῶν στὰ freakshows καὶ τῶν ἴδιων τῶν freaks. Οἱ ἀναγνῶστες καλούμαστε νὰ ἐπισκεφθοῦμε ἕνα ἀνθρώπινο μουσεῖο, ζωολογικὸ κῆπο, ἢ τσίρκο, ὅπου οἱ ζητιάνοι φαίνεται πὼς ἀνεβάζουν μιὰ παράσταση γιὰ τὴ διασκέδασή μας, ἕνα θέαμα γκροτέσκο, ἕνα λαϊκὸ πορνό, μὲ τίτλο Μία βοήθεια, παρακαλῶ!

Ἡ πορνογραφία, μᾶς λέει ἡ Sontag (The Pornographic Imagination, στὸ Styles of Radical Will),

κάνει χρήση ἑνὸς περιορισμένου ἀκατέργαστου λεξιλογίου αἰσθημάτων, ποὺ σχετίζονται εὐθέως μὲ τὴν προοπτικὴ τῆς πράξης: τὸ αἴσθημα ὅτι θέλει κανεὶς νὰ πράξει (ἡ λαγνεία) καὶ τὸ αἴσθημα ὅτι δὲν θέλει κανεὶς νὰ πράξει (ντροπή, φόβος, ἀποστροφή). Δὲν ὑπάρχουν ἀνώφελα ἢ μὴ λειτουργικὰ αἰσθήματα˙ ὅλες οἱ παρουσιαζόμενες σκέψεις, θεωρίες καὶ ἀπεικονίσεις σχετίζονται ἀποκλειστικὰ μὲ τὴ δουλειὰ ποὺ πρέπει νὰ γίνει.

Ὁμοίως, ἡ στοχοπροσήλωση τῶν ζητιάνων τῆς Μπασδέκη εἶναι μονολιθική: τίποτε δὲν συμβαίνει καὶ τίποτε δὲν λέγεται ποὺ νὰ μὴν στοχεύει ξεκάθαρα στὴν ἀπόσπαση τῆς ἐλεημοσύνης. Γνωρίζουν τὴν κατάστασή τους καλά, καὶ γνωρίζουν ἀκόμη καλύτερα τὴν κατάσταση τῶν ἀνθρώπων στοὺς ὁποίους ἀπευθύνονται. Ἔχουν ἐπίγνωση τῶν δεξιοτήτων ποὺ χρειάζεται νὰ ἐπιδείξουν ὥστε νὰ ἐπιτευχθεῖ ὁ στόχος:

Είναι σπουδαία τέχνη η ζητιανιά
Δεν δίνει ο πάσα ένας τον παρά
Δε σου χαρίζει το προπέρσινο παλτό
Δε χαλαλίζει το ληγμένο φαγητό
Πρέπει να είσαι της υπομονής
Να επιμένεις και να εκλιπαρείς

Οἰ ζητιάνοι ἐδῶ ἔχουν ἐπίσης ἄριστη γνώση τῶν ἀναγκῶν καὶ τῶν ἐπιθυμιῶν τῶν πελατῶν τους καὶ ἀξιοζήλευτη ἱκανότητα νὰ ἐργαλειοποιοῦν αὐτὴ τὴ γνώση ὥστε νὰ πετύχουν τὸ σκοπό τους καὶ ὁ κάθε πελάτης νὰ βάλει ἐπιτέλους τὸ χέρι στὴ βαθειά του τσέπη:

– ελέησόν με φοιτητή με τα αντίντας, τα κέρματά σου θέλω, τίποτ’ άλλο, δώσε εσύ κι η τύχη σου γυρίζει
–  ελέησόν με ξέρασμα ξερακιανή με την ελιά κι απ’ την καλή την πράξη θα ομορφύνεις
– ελέησόν με στέλεχος της πολυεθνικής με το τουπέ, ρίξε χαρτί καλέ και θα στα δώσει τρίδιπλα η σοφοκλέους

 – τι άγγελος κατέβηκε στη γης!… δεν είσαι για να πορπατείς στις λάσπες… για τα αιθέρια είσαι!… ουρανία!… τις βέτλανς νάουσα τις κουβερτούλες να με δώκεις κόρη μου κι εγώ θα σου τον φέρω τον μορόζο…

– της πειραϊκής πατραϊκής τα σεντονάκια θέλω και σε δυο τέρμινα θα γκαστρωθείς ψυχή μου…

Οἱ ζητιάνοι τῆς Μπασδέκη, ἐνσωματώνοντας τὴν πιὸ πορνὸ κυρίαρχη μικροαστικὴ ἀντίληψη γιὰ αὐτούς, σερβίρουν στοὺς πελάτες τους αὐτὸ ἀκριβῶς ποὺ οἱ πελάτες θέλουν. Ἂν τὸ κοινὸ ἐπιθυμεῖ νὰ δεῖ ἐπὶ σκηνῆς ἄρρωστους καὶ κακομοίρηδες, θὰ τοὺς δεῖ:

Πρέπει να δείχνεις χάλια για να πάρεις
Από υγεία αν σφύζεις και χαρά
Θα κόψει δρόμο, ξέχνα τα λεφτά

Οἱ συγκεκριμένοι ζητιάνοι, ὅμως, εἶναι ἱκανοὶ νὰ προχωρήσουν πολὺ περισσότερο˙δὲν κάνουν λογοτεχνία, κάνουν μιὰ δουλειὰ βιοποριστική, καὶ ἐὰν ὁ πελάτης-θεατὴς δὲν εἶναι διατεθειμένος νὰ ἄρει τὴν δυσπιστία του, ὁ ζητιάνος πρόθυμα θὰ προσαρμόσει τὴν πραγματικότητα στὸ ἐπιθυμητὸ πλαίσιο, ἀσχέτως τοῦ φαινομενικοῦ προσωπικοῦ κόστους. Μὲ γνήσια ἀδιαφορία γιὰ ὁτιδήποτε ποὺ δὲν ἅπτεται τῆς δουλειᾶς ποὺ πρέπει νὰ γίνει, δηλαδὴ τοῦ προσπορισμοῦ τῆς ἐλεημοσύνης, δὲν διστάζει πραγματικὰνὰ αὐτοτραυματισθεἶ, νὰ αὐτοσακατευθεἶ, νὰ μεταλλαχθεἶ σὲ αὐτὸ ποὺ ὁ ἐλεήμων πελάτης θέλει νὰ δεῖ, χωρὶς ὑποκρισία, νὰ μεταμορφωθεῖ δηλαδὴ σὲ ἀληθινὸ freak ἐὰν αὐτὸ ἐπιθυμεῖ τὸ φιλοθεάμον κοινό:

Ο ζήτουλας θα κάνει υποχωρήσεις
Θα σπάσει κι άλλο πόδι αν χρειαστεί
Τα μάτια του θα βγάλει, στην ανάγκη
Τη σπλήνα του παιδιού του την καλή
Τα δόντια μόνος του θα ξεριζώσει
Θα φάει τα πιο βρωμερά σκατά
Αν είναι την καρδιά σου να ραγίσει
Ολόκληρος  θα τυλιχτεί με ξερατά

Καὶ φυσικά, ἔχουν μεγάλη γκάμα τεχνικῶν καὶ τεχνασμάτων στὴ διάθεσή τους, δὲν περιορίζονται στὴν ἐκλιπάρηση καὶ στὴν ἱκεσία. Προκειμένου νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν ἀμοιβή τους, θὰ μετέλθουν ὅλα τὰ μέσα, συμπεριλαμβανομένων μαγγανειῶν, ἀπειλῶν καὶ ἐκβιασμῶν:

ελέησόν με όμορφη κερά να κάμεις γιούς πολλούς δικολαβαίους! τι μυτερή κοιλιά κοκόνα μου! διμάρικα αρσενικά θα κάμεις! σίγουρα λέγω! Δέκα  ευρώ για το ξεμάτιασμα μονάχα, έτοιμες να σε βασκανίσουν είν’ οι φίλες σου οι σκύλες, δώκε δώκε…

μία βοήθεια παρακαλώ!… πενήντα… εκατό διακόσιες… δεν ξέρετε με ποια τα βάζετε γουρούνια… τι λάσπη και χολή σας περιμένει αν δεν ελεήσετε…

Αὐτὴ ἡ πορνογραφικοῦ τύπου προσήλωση στὸν στόχο δὲν ἀφήνει,  πράγματι, περιθώρια γιὰ ἀνώφελα αἰσθήματα, γιὰ σκέψεις καὶ ἀπεικονίσεις ἄσχετες μὲ τὴ δουλειὰ ποὺ ἔχουν νὰ κάνουν. Τὸ ὑπερβατικὸ στοιχεῖο δὲν ἔχει καμμιὰ θέση ἐδῶ:

Αγίους δε φοβάται ο ζητιάνος
Τρόμο δεν έχει στο Θεό, δεν προσκυνάει
Με το σκουλήκι και το χώμα διασκεδάζει
Θέλει μονάχα κέρμα και φαγάκι
Ζωή να ζήσει ρέμπελη και φίνα

Ἀντιθέτως, καὶ ἡ μεταφυσικὴ ἀνησυχία καὶ ἡ θρησκευτικὴ πίστη ἐργαλειοποιοῦνται ἀδίστακτα στὰ χέρια τῶν ζητιάνων τοῦ θιάσου τοῦ Μία βοήθεια παρακαλῶ:

Χωρίς  ζητιάνους θα ’σασταν χαμένοι
Θα ’στελνε ο Θεός τους κεραυνούς του
Θα ᾽καιγε τα χωράφια και τις βίλλες

 Ό,τι κρατάει ο Θεός για Εκείνον
Το δίνουνε οι άνθρωποι σ’ ανθρώπους

Θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ πεῖ ὅτι οἱ ζητιάνοι τῆς Μπασδέκη, ὅπως καὶ ὁ Τζιριτόκωστας τοῦ Καρκαβίτσα, δὲν εἶναι ἀνθρώπινοι. Σύμφωνα μὲ ὅσα ἔχουμε δεῖ ὣς τώρα, πρόκειται γιὰ ἀπάνθρωπα τέρατα,  γιὰ «κακοῦργα ἑρπετὰ καὶ παράσιτα». Παράσιτα, ἰδίως, τὰ ὁποῖα ἐξαρτῶνται ἀπολύτως ἀπὸ τοὺς «φυσιολογικοὺς» ἀνθρώπους, τοὺς ἐνταγμένους στὸ κοινωνικὸ σύνολο, ὥστε νὰ ἐπιβιώσουν εἰς βάρος ἀκριβῶς αὐτοῦ τοῦ συνόλου, σὲ μιὰ ἀνώφελη ἐντέλει πορεία χωρὶς νόημα μὲ μοναδικὸ σκοπὸ τὸν προσπορισμὸ τοῦ πλούτου:

Του ζήτουλα ο νους είναι λιβάδι
Χορεύουνε παράδες στο χορτάρι
Στα μάτια σε κοιτάει μα δε σε βλέπει
Χωρίς τα κέρματα τη ζήση δεν αντέχει
Του κόσμου οι ομορφιές δεν τον αγγίζουν

Ὑπάρχουν, ὅμως, δύο στοιχεῖα ποὺ αὐτὴ ἡ ἑρμηνεία δὲν μπορεῖ νὰ ἐξηγήσει.

Τὸ πρῶτο εἶναι ἡ ἀντιστροφὴ τῆς λογικῆς τῆς παρασιτικῆς ὕπαρξης τοῦ ζητιάνου, ὁ ὁποῖος φαίνεται ὅτι ἐν προκειμένῳ θὰ μποροῦσε ἀκριβέστερα νὰ περιγραφεῖ ὡς χρήσιμο βακτήριο παρὰ ὡς ἐπιβλαβὲς παράσιτο: ἡ ὕπαρξή του καὶ ἡ πολιτεία του ἐξασφαλίζει στὸν ξενιστή του (γιὰ νὰ σπρώξω τὴ βιολογίζουσα μεταφορὰ ὣς τὸ μὴ περαιτέρω) ὄχι μόνο τὴν δυνατότητα τῆς σωτηρίας διὰ τοῦ ἐλέους, ἀλλὰ καὶ τὴν ἴδια τὴν ἐπιβίωσή του διὰ τῆς ἀνακατανομῆς τοῦ πλούτου:

Χωρίς  ζητιάνους θα ’σασταν χαμένοι
Θα ’στελνε ο Θεός τους κεραυνούς του
Θα ᾽καιγε τα χωράφια και τις βίλλες
Τα εξοχικά σας κι όλα τα κοπάδια
Δεν κάνει να μαζεύεται το χρήμα
Ν’ αλλάζουν χέρι πρέπει οι λιρίτσες
Χωρίς  εμάς θα φτάνατε στην ύβρη
Η ελεημοσύνη σώζει τα παιδιά σας
Κι η ζητιανιά το βιός σας αυγατίζει

Τὸ δεύτερο, καὶ σημαντικότερο στοιχεῖο, εἶναι ἡ ἀνατροπὴ ποὺ κρύβουν οἱ δύο τελευταῖες σελίδες τοῦ βιβλίου, ὅπου ἡ πορνογραφικὴ προσήλωση στὸν πλουτισμό, μὲ τρόπο παιγνιώδη καὶ ἀποκαλυπτικὀ ἀκυρώνεται˙ καὶ ἡ ὕπαρξη τοῦ ζητιάνου ἐξαίφνης νοηματοδοτεῖται. Ἡ παράσταση τοῦ παράδοξου αὐτοῦ θιάσου δὲν μᾶς εἶχε ὑποψιάσει πὼς θὰ μποροῦσε ὁτιδήποτε ἀνθρώπινο  νὰ κρύβεται πίσω ἀπὸ τὰ πρόσωπα τῶν ζητιάνων˙ ἀντιθέτως, μᾶς φαίνονταν ἄσπλαχνοι, ὑπολογιστές, ἀδίστακτοι, κακοποιοί, πορνογραφικὰ ανδρείκελα χωρὶς αἰσθήματα. Στὸν τελικὸ γκροτέσκο χορὸ τοῦ Μία βοήθεια, παρακαλῶ! μᾶς παρουσιάζεται ἐντούτοις, ὡς κίνητρο καὶ ὡς ἐπιθυμία, ἕνα γνήσιο, ἀνώφελο αἴσθημα, ὥστε νὰ ἀναρωτιέται κανεὶς ἄν, σὰν τὸν Hamm στὸ Endgame τοῦ Beckett, οἱ ἥρωες τῆς Μπασδέκη ἀνακαλύπτουν τελικά, καὶ μαζί τους καὶ ἐμεῖς, μιὰ ὑπόνοια νοήματος στὴν ὕπαρξή τους. Καὶ πράγματι, φαίνεται πὼς οἱ ζητιάνοι τῆς Μπασδέκη, τὰ ἐκδικητικὰ καὶ ἀπωθητικὰ αὐτὰ freaks, ἀνακαλύπτουν ἕνα κάποιο νόημα, μιὰ χρεωστούμενη δικαίωση:

μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα
για την αγάπη σου βγήκα στη ζητιανιά

μπλα μπλα μπλα μπλα,
μπλα μπλα μπλα μπλα
αν με φιλήσεις θα τα κάψω τα λεφτά

ΜΠΛΑ ΜΠΛΑ ΜΠΛΑ
ΜΠΛΑ ΜΠΛΑ ΜΠΛΑ
χωρίς εσένα να τα βράσω τα λεφτά

[κείμενο παρουσίασης στὴ Διεθνὴ Ἔκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης, 4 Μαΐου 2018]

Μὲ φόρεμα μαῦρο σὰν τοῦ λαγοῦ τὸ αἷμα: Γλυκερία Μπασδέκη, Η Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

  1. Ἡ Θεόδωρος

 Παληὰ δὲν μοῦ ἄρεσε ὁ Ἐγγονόπουλος. Πρόχειρο τὸν θεωροῦσα καὶ εὔκολο. Τὸν ἀπέρριπτα, μὲ συνοπτικὲς διαδικασίες. Τὰ τελευταῖα χρόνια, έντούτοις, ἐπιστρέφοντας στὰ ποιήματά του, ἐξεπλάγην. Μὲ τὸν ἑαυτό μου κυρίως. Πῶς εἶναι δυνατόν, ἀναρωτήθηκα, νὰ μὴν μοῦ ἄρεσε, ἂς ποῦμε, τὸ Γὺψ καὶ Φρουρά;

Μύκονος
Μυκῆναι
μύκητες
τρεῖς
λέξεις
ὅμως
δύο
μόνο
φτερά

Πιθανότατα, σκέφτηκα, ἤμουν πολὺ μικρὸς καὶ πολὺ ἀλαζόνας, δηλαδὴ πολὺ βλάκας. Ἴσως νὰ ἔπαιξαν καὶ κάποιο ρόλο οἱ διηγήσεις τῆς ἀγαπημένης μου δασκάλας τῶν γερμανικῶν περὶ τῶν τυχαίων συναντήσεών της μὲ τὴν κυρία Ἐγγονοπούλου στὸ κομμωτήριο – ἡ κυρία Ἐγγονοπούλου ἦταν, κατὰ τὶς διηγήσεις αὐτές, σνὸμπ καὶ ἀπόμακρη κι ἂς εἶχε δώσει, ἐν εἴδει ἐλεημοσύνης, στὴ δασκάλα μου ἕνα ὑπογεγραμμένο ἀντίτυπο τῆς Κοιλάδας μὲ τοὺς Ροδῶνες.

Ἐπίσης, δὲν γνώριζα τότε τί εἴδους ὑποδοχὴ ἐπεφύλαξε τὸ κοινό, φιλολογικὸ καὶ μή, στὸν Ἐγγονόπουλο ὅταν πρωτοεμφανίστηκε στὰ γράμματα, δὲν εἶχα ἰδέα γιὰ τὸ χλευασμὸ καὶ τὸν ἐξευτελισμό, δὲν φανταζόμουν ὅτι οἱ στίχοι του γίνανε ὣς καὶ νούμερο στὴν ἐπιθεώρηση γιὰ νὰ καγχάζουν οἱ σεφερλῆδες τοῦ καιροῦ ἐκείνου. Ὅλα αὐτὰ ἐνῶ ἐγώ, ὁ παραβατικὸς καὶ ἐλευθεριακὸς ἔφηβος, εἶχα τὴν ἐσφαλμένη ἐντύπωση  ὅτι ἐπρόκειτο ἁπλῶς περὶ ἑνὸς μεγαλοαστοῦ ποὺ ἔκανε τὸ ποιητικό του κέφι ἐξασφαλίζοντας μὲ τὸ ἀζημίωτο τὸν ἔπαινο τοῦ δήμου καὶ τῶν σοφιστῶν…

  1. Ἡ Γλυκερία

 Μὴν ἀνησυχεῖτε, δὲν διαβάζετε λάθος κείμενο, σωστὸς εἶναι ὁ τίτλος. Δὲν παρουσιάζεται ἐδῶ οὔτε ἡ αὐτοβιογραφία ἑνὸς ἐπηρμένου, οὔτε τὸ γνωστὸ ἤδη ἔργο τοῦ Ἐγγονόπουλου. Ἡ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης παρουσιάζεται, ἡ τρίτη κατὰ σειρὰ ποιητικἠ συλλογὴ τῆς ἀγαπημένης μου φίλης Γλυκερίας Μπασδέκη. Καὶ καθόλου δὲν θέλω νὰ ὑπονοήσω οὔτε ὅτι ἡ Γλυκερία ὑπερρεαλίζει ἐγγονοπουλικῶς, οὔτε ὅτι θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ἐμπνευσθεῖ ἐπιθεωρησιακὰ νούμερα χλευάζοντας τὴν ποίησή της.  Πιστεύω, ὅμως, ὅτι τῆς Γλυκερίας θὰ τῆς ἄρεσε ἡ ἱστορία μὲ τὸ κομμωτήριο τῆς κυρίας Ἐγγονοπούλου, ὅπως πιστεύω ἐπίσης ὅτι ὑπάρχει κάποια βαθύτερη σχέση ἀνάμεσα στὴν ποίηση τοῦ Ἐγγονόπουλου καὶ στὴν ποίηση τῆς Γλυκερίας.

Ἀλλὰ πρὶν μιλήσουμε γιὰ τὴν Γλυκερία, ἂς ποῦμε δυὸ λόγια γιὰ τὸν Ἀριστομένη ἀπὸ τὴν Ἀνδανία.  Ὁ Ἀνδανιεὺς Ἀριστομένης, λοιπόν, ἐπικεφαλῆς τῶν ὑποδουλωμένων ἀλλὰ ἐξεγερμένων Μεσσηνίων, συνελήφθη ἀπὸ τοὺς Λακεδαιμονίους, οἱ ὁποῖοι τὸν κατακρήμνισαν στὸν Καιάδα. Ὡς ἐκ θαύματος, ὅμως, τὴ γλίτωσε: ἕνας ἀετὸς καταρχὰς πέταξε κάτω ἀπὸ τὸ σῶμα του καὶ τὸν προσγείωσε ὁμαλά, μιὰ ἀλεποὺ ἐν συνεχείᾳ τὸν ὁδήγησε στὴν ἔξοδο τοῦ βαράθρου. Τὴν ἱστορία τοῦ ἡρωικοῦ Ἀριστομένη διηγεῖται ὁ Παυσανίας καὶ παραλλάσσει ὁ Ἐγγονόπουλος στὸ ποίημα ὁ Ἀνδανιεύς:

ἀθιγγανίδες χορεύουν
ὅμως δὲ λησμονοῦνται μέσα στὴν ἡδονή – τοὺς κύκλους – τοῦ χοροῦ
νὰ κοσμήσουν τὰ μακριὰ ὁλόμαυρα
μαλλιά τους
μὲ πολύχρωμα λουλούδια

οἱ γύφτισσες εἶναι – βέβαια – τρεῖς:
ἡ μία λέγεται Θοδώρα
ἡ ἄλλη Σουλτάνα
καὶ ἡ Τρίτη
εἶναι
ὁ στρατηγὸς Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

Ὥστε πίσω ἀπὸ τὴν Θεόδωρο Κολοκοτρώνη τῆς Γλυκερίας κρύβεται ὁ Ἀνδανιεὺς τοῦ Ἐγγονόπουλου καὶ ὁ θρυλικὸς μεσσήνιος Ἀριστμένης; Πιθανόν. Ἀλλὰ κυρίως στὸ βιβλίο τῆς Γλυκερίας καραδοκοῦν καθημερινά καὶ συγχρόνως ἀπόκοσμα κορίτσια ποὺ χορεύουν καὶ κοσμοῦν τὰ μαλλιά τους σὲ ἕνα περιβάλλον ὄχι ἁπλῶς διάψευσης ἀλλὰ βέβαιης, προδιαγεγραμμένης καταστροφῆς – ὁ δὲ θεοδωροκολοκοτρωνικὸς ἡρωισμός τους εἶναι ἡ ἴδια ἡ ὕπαρξή τους, μὲ τὴν έπίγνωση τῆς χλεύης τῶν ἀδαῶν, τῆς ἧττας καὶ τῆς φθορᾶς, τῆς ἀρρώστιας καὶ τοῦ θανάτου, μέσα στὸν ἐνθουσιασμὸ τῆς ἀμφίβολης, καὶ μᾶλλον ἤδη παρωχημένης, νεότητάς τους:

την κορόιδευαν
ήταν μιας άλλης ομορφιάς
μουστακαλού

                (H Θεόδωρος Κολοκοτρώνης)

 

κάτι ξανθούλες χαρωπές
τις πήρε ο ύπνος

               (Ο Καθείς και η Μοίρα του)

 

δες πώς γελάει στον τροχό
στα ξυραφάκια ξεκαρδίζεται
η χριστιανή

                (Η Καλόκαρδη)

 

έτσι καθώς
στεγνώνουνε μαλλιά
μαζί
και στάζουν σάλια
φτυστή Γoγγύλα μες στο γάλα η μια
κι η ἄλλη σα Σαπφώ με πιστολάκι

                 (Ασκούμενες κομμώτριες στη Λέσβο)

Στὰ ποιήματα τῆς Γλυκερίας παρελαύνουν ὅλες αὐτὲς οἰ σχεδὸν καθημερινὲς γυναῖκες, κομμώτριες, νοικοκυρὲς, πελαγωμένες μητέρες, μὶς τῶν καλλιστείων, παλαίμαχοι ποδοσφαιριστές, παιδάκια μὲ παιχνίδια καὶ γλυκίσματα˙ ἐπίσης ὅμως: νεκροὶ ποιητές, νεκρὲς καὶ ζωντανὲς ποιήτριες, ἅγιοι καὶ δαίμονες, πρίγκηπες τοῦ παραμυθιοῦ καὶ καρατομημένες βασίλισσες. Οἱ χῶροι στοὺς ὁποίους κινοῦνται τὰ μέλη αὐτοῦ τοῦ θιάσου εἶναι γνώριμοι, σχεδὸν καθημερινοὶ ἐπίσης: ἀστικὰ διαμερίσματα, ἡ ὁδὸς Σκουφᾶ, τὸ σοῦπερ μάρκετ Μασούτη, νοσοκομεῖα, τὰ Χόντος Σέντερ, ἐκκλησίες, ἡ Λάρισα, ἡ Κέρκυρα˙ καθὼς ἐπίσης δωμάτια βασανιστηρίων, ὀστεοφυλάκια, ἡ Place de la Concorde μὲ τὴν γκιλλοτίνα της, καὶ φυσικὰ ὁ ἄλλος κόσμος.

 

  1. Ἡ πραγματικότητα

Ἡ συνάντηση αὐτὴ τῆς καθημερινότητας καὶ τοῦ ἐφιάλτη, ἡ αἰφνιδιαστικὴ ἀποκάλυψη τῆς ἐφιαλτικῆς ὄψης τῶν πραγμάτων εἶναι ἴσως τὸ βασικὸ θέμα τῆς ποίησης τῆς Γλυκερίας. Ἐπιλέγω, σχεδὸν τυχαῖα, δύο ποιήματα ἀπὸ τὴν Θεόδωρο Κολοκοτρώνη γιὰ νὰ δείξω τί ἐννοῶ. Τὸ πρῶτο εἶναι οἱ Μύλοι Αγίου Γεωργίου (σελ. 43):

Μες στον Μασούτη, άλουστη,
λερή
ένα αλεύρι ήθελε, δεν προσδοκούσε
τίποτε, δεν ήξερε, εννιά παρά,
στο κλείσιμο

κι όμως
δεν έχει ώρες ο Ανελέητος,
δεν στέλνει μήνυμα πιο πριν, δεν
προειδοποιεί ο Αλήτης

εκεί, μπρος στο αλεύρι
ολικής, μετά τις
ζύμες
παραμόνευε

κι εκείνη άλουστη, λερή,
ένα αλεύρι μόνον
ήθελε

Ὣς ἐδῶ, τὰ πράγματα εἶναι ξεκάθαρα: ἡ σκηνὴ ἁπλή, καθημερινή, μιὰ γυναίκα πάει τελευταία στιγμὴ νὰ ψωνίσει κάτι στὸ σοῦπερ μάρκετ, ἀπροετοίμαστη, ἄλουστη, λερή, χωρὶς σχέδιο νὰ συναντήσει κανέναν, χωρὶς νὰ ὑποπτεύεται ὅτι ἐνδέχεται νὰ συναντήσει κανέναν, καὶ κάποιος ποὺ προφανῶς τὴν ἐνδιέφερε νὰ μὴν τὴν συναντήσει σὲ αὐτὴν τὴν κατάσταση, κάποιος γιὰ χάρη τοῦ ὁποίου θὰ ἤθελε νὰ εἶναι πιὸ ἑλκυστική, πιὸ ἐντυπωσιακή, γκόμενος πιθανῶς ἣ ὑποψήφιος, ἐμφανίζεται ἀκριβῶς ἐκείνη τὴν ἀκατάλληλη στιγμή ποὺ δὲν ὑπάρχει τὸ περιθώριο νὰ τοῦ κάνει καλὴ ἐντύπωση.

Καὶ ὕστερα ἔρχεται ἡ κατάληξη τοῦ ποιήματος καὶ μᾶς ἀναγκάζει νὰ ξαναεξετάσουμε τὰ γεγονότα, νὰ ἀντιληφθοῦμε τὶς ἐφιαλτικὲς ἐπιπτώσεις τους, νὰ  ἀναρωτηθοῦμε ποιός ἦταν τελικὰ ὁ Ἀνελέητος, ὁ Ἀλήτης καὶ τί θάνατος μπορεῖ νὰ κρύβεται σὲ ἕνα ἁπλὸ καθημερινὸ περιστατικό:

την κάρφωσε, την έλυωσε,
πάει στον αγύριστο
κι ακόμα παραπέρα η άλουστη

με το αλεύρι αγκαλιά αιώνες τώρα

 

  1. Ὁ Ἐφιάλτης

Στὸ δεύτερο ποίημα ποὺ θὰ παραθέσω, ἡ εἰκόνα αὐτὴ φαίνεται νὰ ἀντιστρέφεται. Πρόκειται γιὰ τὸ ποίημα  Υπό  Δαιμόνων (σελ. 41). Ἐδῶ ἡ ἐμπειρία ἀπὸ τὴν ὁποία ἀρχίζει τὸ ποίημα εἶναι κάθε ἄλλο παρὰ ἁπλὴ καὶ καθημερινή˙ τραβηγμένη θὰ τὴν ἔλεγε κανείς, κινηματογραφική, ὑπερβολική, ἐφιαλτικὴ μὲ τὴν ἔννοια τοῦ splatter, σὰν περιγραφὴ μιᾶς ἑλληνίδας Λίντα Μπλαὶρ στὴν ἐπαρχία, ποὺ τὴν ἐξορκίζουν μὲ μανία:

άρχισε τους εξορκισμούς,
τα απεταξάμην

βγάλε τη φούστα, το
σουτιέν,
στην τάρταρο το
φανελάκι

ακάθαρτη και
βελζεβούλα,
δράκαινα, τρεις
νύχτες
ούρλιαζε η
μικρή, πονούσε,

Ἐδῶ οἱ ἀναγνῶστες ἔχουμε κάπως καθησυχαστεῖ. Ὅλα αὐτὰ εἶναι παραμύθια καὶ ὑπερβολές, δὲν ὑπάρχουν δαίμονες καὶ δαιμονισμένες, ὡραία ἱστορία καὶ ὡραῖα εἰπωμένη, ὡραῖες οἱ δράκαινες καὶ οἱ βελζεβοῦλες ἀλλὰ δὲν μᾶς ἀφοροῦν, δὲν μᾶς φοβίζουν, ἢ ἂν μᾶς φοβίζουν μᾶς φοβίζουν μὲ τὸν τρόπο τῶν ταινιῶν τρόμου, τὶς ὁποῖες ἀπολαμβάνουμε διότι ξέρουμε ἀκριβῶς ὅτι δὲν εἶναι πραγματικές.

Καὶ πάλι ὅμως ὁ ἐφιάλτης καραδοκεῖ: αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν αἴσθηση καθησυχασμοῦ ἀνατρέπει στὴ συνέχεια τὸ ποίημα, ἀποκαλύπτοντας, αὐτὴ τὴ φορά, ὅτι δὲν ἦταν ἡ Λίντα Μπλαὶρ καὶ οἱ δαίμονες τὸ φόβητρο, δὲν ἦταν αὐτὸς ὁ ἐφιάλτης. Ὁ ἐφιάλτης εἶναι ἀντιθέτως ἡ ἀπουσία τους, ἡ ἄνυδρη καὶ ἔρημη καὶ ἀγεώργητη κατάσταση ὄχι τῆς δαιμονισμένης, βεβαίως, ἀλλὰ τῆς ἀδαιμόνιστης, τῆς ἀνέραστης, τῆς μόνης:

τα πόδια μούδιασαν
στον καναπέ
έτσι ανοιχτά, να φύγουν
τα δαιμόνια

να πάνε αλλού,

σε κόρη άλλη
άνυδρη και
έρημη
και αγεώργητη

 

  1. Ἡ ποίηση συμβαίνει

Λέει ὁ Borges, σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς διαλέξεις του ποὺ περιλήφθηκαν στὴν Τέχνη τοῦ Στίχου (Τὸ Αἴνιγμα τῆς Ποίησης, μετάφραση Μαρίας Τόμπρου, Πανεπιστημιακὲς ἐκδόσεις Κρήτης 2006):

Διάβασα κάποτε ὅτι ὁ Ἀμερικανὸς ζωγράφος Whistler βρισκόταν σὲ ἕνα καφενεῖο στὸ Παρίσι καὶ κάποιοι ἄνθρωποι συζητοῦσαν γιὰ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἡ κληρονομικότητα, τὸ περιβάλλον, ἡ πολιτικὴ κατάσταση τῆς ἐποχῆς καὶ τὰ τοιαῦτα ἐπηρεάζουν τὸν καλλιτέχνη. Καὶ τότε ὁ Whistler εἶπε: «Ἡ τέχνη συμβαίνει». Δηλαδή, ὑπάρχει κάτι τὸ μυστηριῶδες στὴν τέχνη. Θὰ ἤθελα νὰ διαβάσω tὴ φράση του μὲ ἕνα νέο νόημα. Θὰ ἔλεγα: Ἡ τέχνη συμβαίνει κάθε φορὰ ποὺ διαβάζουμε ἕνα ποίημα.

Στὴν περίπτωση τῆς Γλυκερίας, ἡ ποίηση συμβαίνει. Καὶ συμβαίνει τόσο τὴ στιγμὴ ποὺ γράφεται τὸ ποίημα ὅσο καὶ τὴ στιγμὴ ποὺ διαβάζεται. Καὶ πράγματι, ἔχει κάτι τὸ μυστηριῶδες, γιὰ τὴν ἀκρίβεια κάτι τὸ ἀποκαλυπτικό.

Ἡ ποίηση τῆς Γλυκερίας δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ κάποιοι ὀνομάζουν ψευδῶς μὲν μεγαλοπρεπῶς δὲ τεχνικὴ ποίηση. Δὲν πρόκειται γιὰ ποιήματα ποὺ ἔχουν συντεθεῖ μὲ προγραμματικὸ σχέδιο καὶ μὲ δυσκοίλια φιλοδοξία. Πρόκειται γιὰ ποιήματα ποὺ ἔχουν συμβεῖ. Καὶ ποὺ ἐξακολουθοῦν νὰ συμβαίνουν, εὐτυχῶς.

Φυσικά, αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι τὰ ποιήματα τῆς Γλυκερίας εἶναι ἀβίαστα, πηγαῖα, καὶ τέτοια ἠχηρὰ παρόμοια. Σημαίνει ὅμως ἀπαραιτήτως ὅτι τὰ ποιήματα αὐτὰ δὲν ἔχουν προκύψει ἀπὸ μιὰ διαδικασία προγραμματισμένης σύνθεσης, ἡ ποιήτρια προφανέστατα δὲν κάθεται στὸ γραφεῖο της ἢ στὸ τραπέζι τῆς κουζίνας νὰ πεῖ «τώρα θὰ γράψω ἕνα ποίημα», τὸ ποίημα τῆς συμβαίνει ἐξαίφνης καὶ στὴ συνέχεια ἡ ποιήτρια φροντίζει ὤστε νὰ ἀποτυπωθεῖ στὸ χαρτὶ μὲ τέτοιο τρόπο ὥστε νὰ συμβεῖ καὶ σὲ ἐμᾶς. Ἡ διαδικασία τοῦ ποιήματος ξεκινάει μὲ τὴ βίωση τῆς ἐφιαλτικῆς πραγματικότητας, περνάει στὴν ἀποτύπωσή της μέσα ἀπὸ ἐξαιρετικὰ προσεκτικὰ ἐπιλεγμένες λέξεις στὸ χαρτί καὶ ἀναπνέει κάθε φορὰ ποὺ τὸ ποίημα διαβάζεται καὶ ἀναγκάζει τὸν ἀναγνώστη νὰ γευθεῖ τὸ ἴδιο βίωμα, νὰ παγιδευθεῖ στὸν ἴδιο ἐφιάλτη.

Ἡ ποίηση συμβαίνει καθὼς ἀναδύονται οἱ Μυκῆνες καὶ ἡ Μύκονος ἀπὸ τοὺς μύκητες τοῦ Ἐγγονόπουλου, καθὼς ἀναδύεται ἡ στρατηγὸς Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ἀνάμεσα στὶς ἀθιγγανίδες ποὺ χορεύουν˙  καὶ εἶναι μιᾶς ἄλλης ὀμορφιᾶς, μουστακαλού.

 

[πρώτη δημοσίευση στὸ http://www.bibliotheque.gr]

Σύρε καλὲ τὴν ἅλυσον: σχετικὰ μὲ τὴ Γλυκερία Μπασδέκη καὶ τὴν ποίησή της

  1. Εἰσαγωγικά: ἡ Μπασδέκη καὶ ἡ ἐποχή της

Ἡ Γλυκερία Μπασδέκη γεννήθηκε στὰ 1969 καὶ ἐμφανίσθηκε στὰ ἑλληνικὰ γράμματα τὸ 1989 μὲ τὴ συλλογὴ Εἶναι ἐπικίνδυνο ν’ ἀνοίγεις τὴν πόρτα σου σὲ ἄγνωστες μικρές. Ἂν καί, βάσει τῆς ἡμερομηνίας ἔκδοσης τῆς πρώτης αὐτῆς συλλογῆς, θὰ ἔπρεπε ἡ Μπασδέκη νὰ ἐντάσσεται γραμματολογικῶς στὴ γενιὰ τοῦ 1980, θὰ ἤθελα σὲ αὐτὸ τὸ κείμενο νὰ ὑποστηρίξω ὅτι στὴν πραγματικότητα ἡ ποιήτρια ἀνήκει ἀντιθέτως στὴ λεγόμενη γενιὰ τοῦ 1990.

Πρόσθετα προβλήματα ὡς πρὸς τὴν γραμματολογικὴ κατάταξη τῆς Μπασδέκη δημιουργεῖ, ὅμως, τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ δεύτερη ποιητικὴ συλλογή της, Σύρε καλέ την άλυσον, πρωτοεκδοθηκε εἴκοσι τρία ὁλόκληρα χρόνια μετὰ τὴν πρώτη της συλλογή. Ἡ περίοδος αὐτὴ τῆς φαινομενικῆς σιωπῆς τῆς ποιήτριας θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ἰσχυρισθεῖ ὅτι δικαιολογεῖ τὴν ἄποψη ὅτι δὲν ὑπάρχει συνέχεια στὸ ποιητικὸ ἔργο τῆς Μπασδέκη, ὅτι δηλαδὴ ἡ πρώτη της ἐκείνη συλλογή, ἐξαντλημένη ἀπὸ χρόνια, περιλαμβάνει ἀποκηρυγμένα juvenilia καὶ δὲν συνδέεται μὲ τὴν δεύτερη, ὥστε ἡ οὐσιαστικὴ ἀφετηρία τῆς ποιητικῆς κατάθεσης τῆς Μπασδέκη βρίσκεται στὰ 2012, ὁπότε ἐκδόθηκε τὸ Σύρε καλέ την άλυσον, ἑπομένως ἡ Μπασδέκη θὰ πρέπει νὰ συγκαταλεχθεῖ στὴ γενιὰ τοῦ 2010 καὶ ὄχι στὴ γενιὰ τοῦ 1990.

Ἄν, βεβαίως, γίνει ἀποδεκτὴ αὐτὴ ἡ ἄποψη, ἡ Μπασδέκη παύει ἐκ τῶν πραγμάτων νὰ θεωρεῖται ποιήτρια τῆς νεότητος καὶ τῆς αὐθορμησίας, ἐφόσον δὲν λαμβάνεται ὑπόψη ἡ συλλογὴ ποὺ ἐξέδωσε ἡ ποιήτρια στὴν τρυφερὴ ἡλικία τῶν εἴκοσι μόλις ἐτῶν, ἀλλὰ ἀναδεικνύεται ὡς ποιήτρια τῆς ὡριμότητος, ἔχοντας ἐκδώσει τὸ πρῶτο της οὺσιαστικὸ ἔργο στὴν μέση ἡλικία, δηλαδὴ στὰ σαράντα τρία της ἀκριβῶς χρόνια.

Καίτοι, μὲ στοιχεῖα τόσο κειμενικὰ ὅσο καὶ βιογραφικὰ καὶ ἱστορικὰ καὶ φιλολογικά, διακρίνεται πράγματι μιὰ τομὴ στὸ ἔργο, ἀλλὰ καὶ στὸ βίο τῆς Μπασδέκη ἀπὸ τὸ 2012 καὶ μετά, θεωρῶ ὅτι ἡ ἄποψη περὶ τῆς ἐντάξεως τῆς Μπασδέκη στὴ γενιὰ τῶν ὡρίμων ποιητῶν τοῦ 2010 δὲν εὐσταθεῖ, ὅπως δὲν εὐσταθεῖ καὶ ἡ ἄποψη περὶ ἐντάξεώς της στὴ γενιὰ τοῦ 1980. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ὑπονοήσω ὅτι ἡ ποίησή της εἶναι ἀνώριμη, ἂν καὶ διακρίνονται ἀρκετὰ στοιχεῖα ποιητικῆς ἀνωριμότητος, πιθανότατα ἐμπρόθετης καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐκμαυλιστικῆς, στὴν ὕστερη περίοδο τῆς ποιήσεώς της. Οὔτε βέβαια θὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι ἡ ἴδια ἡ ποιήτρια εἶναι ἀνώριμη, διότι ὅσο εὐειδὴς καὶ ἂν παραμένει, εἶναι πλέον μιὰ γυναίκα σαράντα πέντε ἐτῶν, καὶ μάλιστα φιλόλογος, σύζυγος καὶ μητέρα δύο τέκνων.

Αὐτὸ τὸ ὁποῖο διατείνομαι εἶναι ὅτι ἡ ποίηση τῆς Μπασδέκη, καίτοι μοιράζεται κάποια χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα στὴν ὕστερη περίοδό της μὲ τὴν ποίηση ὡρίμων, καὶ ἐννοῶ μεσόκοπων, ποιητῶν ποὺ πρωτοεμφανίστηκαν τὴ δεκαετία τοῦ 2010, ἀποτελεῖ συνέχεια τοῦ ποιητικοῦ ὁράματος τὸ ὁποῖο ἐξήγγειλε ἡ ποιήτρια στὰ 1989, ὅταν ἀκόμη ἦταν μιὰ ἁπλὴ φοιτήτρια τῆς ἱστορίας μὲ καλλιτεχνικὲς ἀνησυχίες, δηλαδὴ μιά, γιὰ νὰ χρησιμοποιήσω τὰ λόγια τῆς ἴδιας τῆς ποιήτριας, μικρὴ στὴ ὁποία θὰ ἦταν ἐπικίνδυνο νὰ ἀνοίξει κανεὶς τὴν πόρτα του. Ἐπιπλέον, φρονῶ ὅτι τὸ ἴδιο ἀκριβῶς ποιητικὸ ὅραμα ὑπηρετοῦν καὶ οἱ ἄλλες ἀναζητήσεις τῆς Μπασδέκη, ἡ ὁποία φαίνεται ὅτι μετὰ τὴν ἔκδοση τῆς ἁλύσου, ἀπελευθέρωσε τὸν δημιουργικό της οἶστρο: συνέγραψε τέσσαρα θεατρικὰ ἔργα, συνέθεσε πολλὰ ἀκόμη ποιήματα τὰ ὁποῖα δημοσιεύονται σὲ ἐπιφανῆ λογοτεχνικὰ περιοδικά, ἔντυπα καὶ διαδικτυακά, τόσον τῆς πρωτευούσης ὅσον καὶ τῆς ἐπαρχίας (ὅπου, σημειωτέον, ἡ Μπασδέκη ζεῖ καὶ ἐργάζεται), ἐνῶ διατηρεῖ ἐπίσης ἱστολόγιο μὲ τὸν χαρακτηριστικὸ τίτλο Crying Game στὸν ἱστότοπο lifo.gr, ὄπου ἡ ποιήτρια δημοσιεύει σὲ τακτὰ χρονικὰ διαστήματα ὑβριδιακὰ κείμενα ποιητικῆς, ἀναμφίβολα, πνοῆς. Μὲ ἀνυπομονησία ἀναμένουμε ἐπίσης τὴν ἔκδοση τῆς φιλολογικῆς πραγματείας τῆς Μπασδέκη Ποίηση καὶ ποδόσφαιρο. Στὸ γήπεδο τοῦ Βασίλη Στεριάδη, ἡ ὁποία βασίζεται στὴ διατριβὴ ποὺ ἐκπόνησε ἡ ποιήτρια κατὰ τὴ διάρκεια τῶν μεταπτυχιακῶν σπουδῶν της στὴ δημιουργικὴ γραφή.

Πρόκειται ἑπομένως γιὰ πολυσχιδή, πολυποίκιλη καὶ πολυτάλαντη ἄνθρωπο τῶν γραμμάτων μας: φιλόλογο, δραματουργό, ἱστολόγο καὶ ποιήτρια. Ἐντούτοις, δὲν θὰ ἐπεκταθῶ ἐπὶ τοῦ παρόντος σὲ ἄλλες φιλολογικοῦ ἢ βιογραφικοῦ, ἢ τέλος πάντων, πραγματολογικοῦ ἐνδιαφέροντος πληροφορίες· θὰ ἀναφερθῶ ἁπλῶς ἐν μεγάλῃ συντομίᾳ στὰ βασικὰ χαρακτηριστικὰ τῆς ποιητικῆς γενιᾶς τοῦ 1990, στὴν ὁποία ὅπως προεῖπα κατατάσσω τὴν ποιήτρια˙ ἐν συνεχείᾳ, θὰ ἀντιδιαστείλω, μὲ σχετικὴ συντομία, τὰ χαρακτηριστικὰ αὐτὰ πρὸς τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς γενιᾶς τοῦ 2010, καὶ συγκεκριμένως τῆς ὑπογενιᾶς τῶν μεσόκοπων πρωτοεμφανιζόμενων κατὰ τὴ δεκαετία τοῦ 2010˙ καὶ ἀμέσως μετὰ θὰ προχωρήσω στὸ κύριο θέμα μου, ποὺ εἶναι ἡ πραγμάτωση τοῦ ποιητικοῦ ὁράματος τῆς Γλυκερίας Μπασδέκη κατὰ τὴν ὕστερη περίοδο τῆς ποιητικῆς της πορείας, τῆς ὁποίας βασικὸ δημοσιευμένο τεκμήριο ἀποτελεῖ μέχρι στιγμῆς ἡ συλλογὴ Σύρε καλέ την άλυσον.

 

  1. Ἡ σχέση τῆς Μπασδέκη μὲ τὶς γενιὲς τοῦ 1980 καὶ τοῦ 2010

Ἐσωστρέφεια, μετασυρρεαλισμός, ἀνυπαρξία ἑνοποιητικοῦ προγραμματικοῦ ἱστοῦ: αὐτὰ θὰ μποροῦσε κανείς, συμφωνώντας μὲ τὸν  Ἀμανατίδη, καὶ ἐν μέρει μὲ τὸν Κεφάλα, νὰ ἰσχυρισθεῖ ὅτι εἶναι τὰ βασικὰ γνωρίσματα τῆς ποίησης τῆς γενιᾶς τοῦ 1990. Σὲ αὐτὰ θὰ πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ προστεθοῦν ἡ ἀγωνία τῆς ἐπίδρασης καὶ ἡ ὑπαρξιακὴ ἀγωνία, διότι παραμένει πάντα ὠφέλιμο ὅποτε γίνεται λόγος περὶ ποιήσεως νὰ ἀναφέρονται καὶ οἱ δύο αὐτὲς ἀγωνίες. Ἡ γενιὰ τοῦ 1990 παράγει μιὰ ποίηση ἐσωτερικοῦ χώρου, ποὺ ἔχει ἤδη ἐγκαταλείψει ἀκόμη καὶ τὸ ἰδιωτικὸ ὅραμα τῆς ἀμέσως προηγούμενης γενιᾶς τοῦ 1980, μιὰ ποίηση χωρὶς ὅραμα, ἴσως μάλιστα μιὰ ποίηση ποὺ τὴ χαρακτηρίζει ἡ ἐγκατάλειψη τοῦ ὁράματος, ὄχι μόνο σὲ ἐπίπεδο θεματολογίας, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ σὲ ἐπίπεδο μορφικῶν ἢ ἄλλων ἀναζητήσεων, καθὼς κανένα κίνημα, καμμιὰ τάση δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πλέον κυρίαρχη, ἀλλὰ ἀντιθέτως ὅλες οἱ τάσεις, ὅλες οἱ μορφικὲς ἀναζητήσεις, ὅλοι οἱ ποιητικοὶ τρόποι εἶναι διαθέσιμοι πρὸς ἀξιοποίηση. Ὁ μοναδικὸς κοινὸς τόπος ὅπου συναντιοῦνται οἱ ποιητὲς τῆς γενιᾶς τοῦ 1990 εἶναι ἡ δεδομένη μετασυρρεαλιστικὴ καὶ μεταμοντερνική τους καταγωγή.

Ἀντιθέτως, στὴ γενιὰ τοῦ 2010, ἡ ὑπαρξιακὴ ἀγωνία παραμένει μὲν παρούσα, ἀλλὰ ὁ μετασυρρεαλισμὸς ὑποχωρεῖ πρὸς ὄφελος μιᾶς μᾶλλον ρεαλιστικῆς, ἐνίοτε, δέ, νατουραλιστικῆς καὶ ὁπωσδήποτε κατὰ κανόνα ὀρθολογικῆς προσέγγισης στὸ ἀντικείμενο, ἡ ἐσωστρέφεια σταδιακὰ ἐγκαταλείπεται, ἡ ἀγωνία τῆς ἐπίδρασης ὡριμάζει καὶ μεταμορφώνεται σὲ ἐπίδειξη εὐρυμάθειας, ἡ μεταμοντέρνα συνθήκη ἀναβιώνει καὶ ἐνθαρρύνει τὴν νεκρανάσταση παραδοσιακότερων ποιητικῶν τρόπων, ἐνῶ ἐπανεμφανίζεται ἐπίσης, ὑποβοηθούμενη ἢ ἐνδεχομένως καὶ ἐπιβαλλόμενη ἀπὸ τὴν διάχυση τῆς πληροφορίας καὶ τὴν κοινωνικὴ δικτύωση στὴ μεταψηφιακὴ ἐποχή, ἡ αὐτοσυνειδησία τῆς γενιᾶς ὡς τέτοιας, τῆς ὁποίας βασικοὶ ἐκπρόσωποι δημιουργοῦν καὶ πάλι συντροφιές, περιοδικά, ραδιοφωνικὲς ἐκπομπές, ἱστότοπους, καὶ συμμετέχουν συλλογικὰ σὲ ἐκδηλώσεις καὶ δρώμενα ποὺ σκοπὸ ἔχουν κυρίως, ἂν ὄχι ἀποκλειστικά, τὴν διάδοση καὶ προώθηση τῆς ποίησεώς τους καθὼς καὶ τὸν ἀναγκαῖα παρεπόμενο ἀποκλεισμὸ τῶν ἑτερόδοξων. Χαρακτηριστικὸ μάλιστα εἶναι ὅτι οἱ ἐν λόγῳ ποιητὲς καὶ ποιήτριες συνδέονται μεταξύ τους μὲ φιλικὲς καὶ ἄλλες σχέσεις, οἱ ὁποῖες φαίνεται πὼς ἐπιβεβαιώνουν κατὰ κάποιον ἔμμεσο τρόπο τὴ λογοτεχνική τους συνάφεια. Ἀκόμη καὶ στὴν περίπτωση αὐτῶν ποὺ ὀνομάζω ἡλικιακὰ ὥριμους ποιητὲς τῆς γενιᾶς τοῦ 2010 – καὶ ἀναφέρομαι ἐδῶ σὲ μεσόκοπους ἤδη, ποὺ λογικὰ θὰ ἀνῆκαν στὴν γενιὰ τοῦ 1980 ἢ ἔστω τοῦ 1990 ἀλλὰ καθυστέρησαν νὰ ἐμφανισθοῦν στὰ γράμματα – παρατηροῦμε τὰ ἴδια γνωρίσματα, μὲ τὴν ἐξαίρεση, ἴσως καὶ λόγῳ ἡλικίας, τῆς ἐπίμονης κοινωνικῆς δικτύωσης.

Ἡ Μπασδέκη, ἂν καὶ ἐν πολλοῖς ἀπούσα ἀπὸ τὰ λογοτεχνικὰ δρώμενα στὴ διάρκεια τῆς δεκαετίας τοῦ 1990, εἶναι σαφὲς ὅτι σὲ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴ γενιὰ ἀνήκει: τὴν γενιὰ τῆς κατάρρευσης τοῦ ἰδιωτικοῦ ὁράματος, ὅπου ὁ μετασυρρεαλιστικὸς παραλογισμὸς ἀποτελεῖ κοινὸ τόπο, ἡ ἐσωστρέφεια κανόνα καὶ ἡ χαοτικὴ ἀποδόμηση τῆς ποιητικῆς νόρμας σύνηθες φαινόμενο. Σαφέστατα δὲν ἔχει, καὶ δὲν νομίζω ὅτι θέλει νὰ ἔχει, σχέση μὲ τὴν φαντασμαγορικὴ eruditio τῶν ποιητῶν τῆς γενιᾶς τοῦ 2010, μὲ τὴν ὀρθολογική τους προσέγγιση στὰ πράγματα, μὲ τὴν ἐξωστρεφή τους εἰρωνεία καὶ τὴν αὐτιστική τους ὡραιοπάθεια. Ἡ ποιήτρια Γλυκερία Μπασδέκη εἶναι ὡραία χωρὶς νὰ εἶναι ὡραιοπαθής, ἡ εἰρωνεία της εἶναι κεντρομόλος, ὁ στίχος της εἶναι καίριος κι εὐθύς, τὸ ὅραμά της εἶναι ἀκριβῶς ἡ κατάρρευση τῶν ὁραμάτων. Τὸ γεγονὸς ὅτι, ὅπως ἰσχυρίζομαι, ἀνήκει σὲ μιὰ γενιὰ ἀπὸ τὴν ὁποία ἐπέλεξε νὰ εἶναι ἀπούσα ἀποδεικνύει, ἐνισχύει καὶ θωρακίζει αὐτή της τὴ στάση.

  1. Τὰ ποιήματα τοῦ «Σύρε καλέ την άλυσον»

Ἑδῶ θὰ πρέπει νὰ συγχαρῶ τοὺς ἀναγνῶστες ποὺ ἐξακολουθοῦν νὰ διαβάζουν τὸ παρὸν κείμενο˙ τοὺς γενναίους, ποὺ κατέφεραν νὰ ἀντέξουν αὐτὴν τὴν δῆθεν περισπούδαστη ἐπίδειξη κριτικοφιλολογικῆς κακογουστιᾶς καὶ ναρκισσευόμου ἀκκισμοῦ. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἀφθονοῦν αὐτοῦ τοῦ εἴδους οἱ προσεγγίσεις, ἰδιαίτερα ὅταν γίνεται λόγος περὶ ποιήσεως, ὅπως ἀφθονοῦν ἐπίσης καὶ τὰ ἀντίστοιχα ποιήματα, στὰ ὁποῖα ταιριάζει γάντι ὁ κενὸς αὐτὸς λόγος. Τὰ ποιήματα τῆς Γλυκερίας Μπασδέκη, ὅμως, δὲν ἔχουν στὴν πραγματικότητα σχέση μὲ ὅλα αὐτά. Καὶ δὲν ἔχουν ἐπίσης σχέση μὲ τὴν ποίηση τοῦ συρμοῦ, αὐτὴν ποὺ ἔχουν μάθει νὰ θαυμάζουν οἱ περισσότεροι. Μὲ ἄλλα λόγια, τὰ ποιήματα τῆς Μπασδέκη δὲν εἶναι εὔκολα.

Τὰ ποιήματα τοῦ Σύρε καλέ την άλυσον εἶναι κατὰ κανόνα ὀλιγόστιχα, χωρὶς περιττὲς λέξεις, χωρὶς περιττὲς φράσεις, χωρὶς φιοριτοῦρες. Ἡ ποίηση τῆς Μπασδέκη ἀποστρέφεται τὴ συναισθηματολογία, τὸν λόγο δηλαδὴ περὶ συναισθημάτων, τὴν μίμηση τοῦ συναισθήματος, τὴν ἐπιφανειακὴ ἔκφραση τῆς συναισθηματικῆς ἔξαψης ποὺ σὲ κάποιους κύκλους περνιέται γιὰ λυρισμός. Αὐτὸ δὲν σημαίνει βέβαια ὅτι δὲν ὑπάρχει συναίσθημα˙ κάθε ἄλλο: ὑπάρχει φόβος, ὑπάρχει πόθος, ὑπάρχει πένθος.

Ἡ ποιήτρια ἀποστρέφεται τὴν καλολογία, δὲν προσπαθεῖ νὰ βρεῖ λέξεις ὡραῖες, εὔηχες ἣ ποιητικὲς μέσῳ τῶν ὁποίων νὰ ὑποκριθεῖ ὅτι μιλάει ἢ ὅτι αἰσθάνεται. Μιλάει μὲ εὐθύτητα, πολλὲς φορὲς μὲ σοκαριστικὴ εὐθύτητα, καὶ συνθέτει στίχους ἄμεσους, σύντομους, ποὺ χτυπᾶνε σὰν πρόκες κατευθείαν στὸ κόκαλο. Προσγειώνει καὶ γειώνει τὸ συναίσθημα, τὸ τοποθετεῖ στὸν χῶρο τῆς πραγματικῆς ζωῆς, καὶ συχνὰ σαρκάζει τὴν ὑφέρπουσα διάθεση  ἀνάτασης γιὰ νὰ τὴν ἐξορκίσει.

Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι, βεβαίως, ὅτι μὲ τὴν ἐξουδετέρωση τῆς συναισθηματολογίας ἀνακύπτει ἀληθινό, καὶ ἀποτρόπαιο, τὸ συναίσθημα. Τὸ ὕφος εἶναι συχνὰ πεζολογικὸ, σχεδὸν καθημερινῆς συνομιλίας, χαμηλόφωνο, ὑπόκωφο, χωρὶς ἐξάρσεις, μὲ ἐλάχιστα ἢ καθόλου σχήματα λόγου: αὐτὸ τὸ ὁποῖο λέγεται εἶναι τόσο δυνατό, ὥστε τὶς περισσότερες φορὲς δὲν χρειάζεται, καὶ δὲν χρησιμοποιεῖ, τέτοιου εἴδους δεκανίκια.

Χαρακτηριστικὸ αὐτῆς τῆς ἐξουδετέρωσης τῆς συναισθηματολογίας εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ λίγα, ἐλάχιστα, ἐρωτικὰ ποιήματα τῆς συλλογῆς, ποὺ τιτλοφορεῖται «Love me tender» καὶ τὸ παραθέτω ὁλόκληρο:

θα πρέπει
να με αγαπάς πολύ
για ν’ αγνοείς
τις δυο αιμορροΐδες.

Ἀλλὰ ἀκόμη καὶ ὅταν πρόκειται γιὰ ἀρνητικὰ συναισθήματα, τὰ ὁποῖα ἐξάλλου κυριαρχοῦν στὰ ποιήματα τῆς Γλυκερίας, ὄχι τυχαῖα, δεδομένου ὅτι μόνον διὰ τῆς λύπης εἴμεθα εἰσέτι ποιητές, ἀκόμη καὶ ὅταν τὰ ποιήματα μιλᾶνε γιὰ τὸν φόβο, ἢ γιὰ τὸ πένθος, τὰ πράγματα λέγονται μὲ τὸ ὄνομά τους. Ὁ θάνατος εἶναι θάνατος, δὲν εἶναι ποιητικῇ ἀδείᾳ κατάβαση τῆς ψυχῆς στὸν Ἄδη, ἔρχεται ξαφνικά, καὶ τονίζει τὴ γελοιότητα τῆς ζωῆς μὲ ὅλα της τὰ συμπαρομαρτοῦντα:

DON’T SMOKE IN BED

εννιά Μαρτίου
πέθανες
κανονικά
με έμφραγμα,
εντατική,
νεκρώσιμα,
σαράντα
απ’ τη Μαρί το έμαθα
πάει ο Πανούλης, κλαίγαμε ,
πέφταν σακούλες, σαμπουάν,
χαρτιά υγείας
έβγαινα, βλέπεις, απ’ τον Μαρινόπουλο
– ώρα που βρήκα

Καὶ ὁ φόβος ἐπίσης κατονομάζεται. Στὴν ἀρχὴ ὑποκρίνεται κανεὶς ὅτι δὲν ὑπάρχει, ὅτι δὲν τὸν αἰσθάνεται˙ καθὼς ὁ φόβος δυναμώνει, ἀναζητεῖ κανεὶς περισπασμοὺς σὲ κοινωνικὲς συναναστροφὲς, κι ἂς ξέρει ἤδη πόσο ἀτελέσφορες εἶναι, πόσο ἄχρηστες˙ καὶ ὅταν πιὰ ὁ φόβος προξενεῖ παράλυση, δὲν μένει τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ καταφύγει κανεὶς στὴν τέλεια ματαιότητα: ξόρκια, μαγγανεῖες, προσευχές. Ἑνῶ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ γνωρίζει: οὔτε νὰ τὸ σκεφτεῖς τὸ θαῦμα ντάρλινγκ, μᾶς ἔχει προειδοποιήσει ἡ Μπασδέκη ἀπὸ τὸ πρῶτο κιόλας ποίημα τῆς συλλογῆς. Γνωρίζει ὅτι δὲν ὑπάρχει σωτήρας καὶ σωτηρία, δὲν ὑπάρχει διέξοδος. Ἄλλωστε ὅ,τι συμβαίνει στὸν κόσμο της συμβαίνει τυχαῖα, μὲ μπεκετικὴ ματαιότητα.

Καὶ οἱ μαγικὲς ἐπικλήσεις, τὰ ξόρκια, οἱ τελετές, τὰ σταυροκοπήματα ἀποκτοῦν ἁπλῶς τὸ νόημα τῆς ἐπιβεβαίωσης τῆς ματαιότητας, τῆς ἀνάδειξης τῆς ἐγγενοῦς γελοιότητας τῆς ἀνθρώπινης κατάστασης. Στὸ ποίημα «Εθνικός οργανισμός παροχής υπηρεσιών υγείας», προτείνεται ἡ ἀκόλουθη συνταγὴ γιὰ νὰ ἀναστηθοῦν οἱ γιατροὶ ποιητὲς Σινόπουλος, Παπαδίιτσας, Ἀναγνωστάκης, Χειμωνᾶς:

χτυπήστε νύχτα το
κουδούνι,
πάρτε τον πετεινό σας
αγκαλιά,
λαλήστε
τρις
και
να
μπροστά σας
οι
γιατροί
ολόδροσοι

Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν διαφυγή, μόνο χλεύη. Τὰ ποιήματα τῆς Μπασδέκη μιλοῦν γιὰ ἕναν ἐγκλεισμὸ ποὺ φαίνεται νὰ ξεκινάει πάρα πολὺ νωρίς, ἀπὸ τὴν μήτρα ἤδη τῆς μάνας («Ένα ζων αρτιμελές άρρεν»), περνάει ἀπὸ τὴν μέγγενη τῆς οἰκογένειας, τὶς θεῖες, τὰ ξαδέλφια, τὰ σόγια, τὴ γειτονιὰ («Μη με ρωτάς γιατί πονάει το κεφάλι μου Δευτέρα πρωί», «Κι ύστερα βγήκαμε μια ωραία φωτογραφία»), ἐκτίει τὴν εἱρκτὴ τῆς ἐνήλικης ζωῆς, μὲ συζύγους, παιδιά, ὑποχρεώσεις («Η μαμά είναι ποιήτρια», «Το σύνδρομο Μπάαντερ Μάινχοφφ»), περνᾶ ἀπὸ θαλάμους νοσοκομείων («Παθολογικὴ Β´») καὶ ψυχιατρικῶν ἱδρυμάτων («Αυτός ο άντρας κατάπιε ένα τραγούδι»), ἀφήνεται, ἔστω γιὰ μιὰ τελευταία φορά, νὰ ἀποπλανηθεῖ μέσα ἀπὸ τὴν ψευδαίσθηση τῆς κοινότητας βιωμάτων καὶ ἐπιθυμιῶν («Δεν θα υπάρξει άλλη φορά»), καὶ καταλήγει ἐκεῖ ἀπὸ ὅπου ξεκίνησε ἡ συλλογή: ἐκεῖ ὅπου πιάνει κόκαλο η αλυσίδα, ἐκεῖ ὅπου ἡ γυναίκα τοῦ πρωτομάστορα χτίζεται καὶ χάνεται καὶ θαῦμα δὲν ὑπάρχει.

Ἡ ἱστορία, προσωπικὴ (ὅπως στὸ ποίημα «Εις πείσμα όλων») ἢ δημόσια (ὅπως στὰ «Γαργαλίδης-Λεοναρδόπουλος» και «28η Ὀκτωβρίου») θυμίζει τὸν ἐφιάλτη τοῦ Στῆβεν Ντένταλους, μόνο ποὺ στὴν περίπτωση τῆς Μπασδέκη δὲν εἶναι οὔτε κἂν ἐφιάλτης ἀπὸ τὸν ὁποῖο προσπαθεῖ κανεὶς νὰ ξυπνήσει, εἶναι ἔνας ἐφιάλτης, παληός, ἐξουδετερωμένος, ὑποβιβασμένος στὸ ἐπίπεδο μιᾶς ὑποσημείωσης, ἀσήμαντος, ἐκτὸς ὕλης, ἕνας ἐφιάλτης ἀκόμη πιὸ δραστικὸς ἐπειδὴ ἀκριβῶς κανεὶς δὲν τοῦ δίνει σημασία.

Ἡ παιδικὴ ἡλικία, ἡ πρώτη νεότητα, περιγράφεται μὲ φαινομενικὴ νοσταλγία (ποὺ τὴν ἀκυρώνει, ὅμως, ἡ φρικτὴ ἐπίγνωση τῆς ἐλάχιστης διάρκειάς της, ὅπως στὸ «Τρίτη Δημοτικοῦ»). Ἀλλὰ ἡ πρώτη νεότητα ἔχει ἐπίσης καὶ μιὰ σκοτεινή, δαιμονικὴ πλευρά, ὅπως γνωρίζουμε ἀπὸ τὸ Στρίψιμο τῆς βίδας. Στὴν Μπασδέκη, τὰ δαιμονικὰ αὐτὰ πλάσματα εἶναι ἀθῶα νεαρὰ κορίτσια, ὅπως στὸ «28η Ὀκτωβρίου» καὶ στὸ «Τέρας»: πρόθυμα νὰ βοηθήσουν, ἀκόμη καὶ νὰ ἀγαπήσουν, ἀλλὰ ἐξ ὁρισμοῦ ἀναποτελεσματικά. Στὴ μία περίπτωση, τὸ ἀντικείμενο τῆς ἀγάπης, ὁ ἀνάπηρος μήνας Ὀκτώβριος, μένει νὰ ἀκουμπᾶ τὴ θλίψη του στοὺς ἁγίους, ἐνῶ στὴν ἄλλη, τὸ τέρας καταφεύγει σὲ μαγγανεῖες καὶ στοιχειωμένα βάλς.

υπάρχουν κι οι μικρές της χορωδίας
με τις λευκές μάλλινες κάλτσες τους
τα ψύχραιμα λουστρίνια
αυτές μπορεί και να το αγαπήσουν
να το καλέσουν για καφέ ή βόλτα κυριακάτικη
στο Ζάππειο
το τέρας όμως πάντα μαγεμένο
πλην δέσμιο της ασχήμιας του
ξερνάει σε πάλκα βρώμικα
ψαλμούς ανάβει και χορεύει στοιχειωμένα βαλς

Τὸ τέρας, ἑπομένως, δὲν μπορεῖ νὰ ἀνταποκριθεῖ, δὲν τὰ καταφέρνει, εἶναι μαγεμένο, εἶναι μαγικό, ἀλλὰ οἱ νοσηρὲς λολίτες τῆς χορωδίας παραμένουν ἡ μόνη ἐλπίδα, ἡ ἐξ ἀρχῆς ἀκυρωμένη, ἡ μακρινή, καθὼς ὑπάρχουν πιὰ μόνο ὡς νοσταλγικὴ ἀνάμνηση.

Παρ᾽ ὅλο τὸ ζόφο, ἢ ἴσως ἐξαιτίας του, γιὰ νὰ τὸν ἐξορκίσει μὲ τὸν γνωστό, ἂν καὶ μάταιο μαγικό του τρόπο, τὸ βιβλίο κλείνει μὲ ἕνα πανηγυρικὸ προσκλητήριο νεκρῶν καὶ τὴν ἔκφραση πίστης στὴν ἀνάστασή τους. Πρόκειται φυσικὰ γιὰ μιὰ πίστη παράλογη, μιὰ ἀκόμη ἐπιβεβαίωση τῆς μπεκετικῆς ματαιότητας ποὺ διατρέχει ὅλα τὰ ποιήματα τῆς συλλογῆς. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ τὸ κλείσιμο ματιοῦ τοῦ τελευταίου, παρενθετικοῦ διστίχου, ὅπου σὰν νὰ μᾶς προσκαλεῖ ἡ ποιήτρια νὰ ἀναλογισθοῦμε κι ἐμεῖς τοὺς δικούς μας, ἐμᾶς.

ΠΡΟΣΔΟΚΩ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΝΕΚΡΩΝ

συγκεκριμένα της μητέρας μου,
της φίλης μου Ελευθερίας Σαπουντζή,
της Αγαθής,
του Παναγιώτη,
των ποιητών
Βασίλη Στεριάδη,
΄Εκτορα Κακναβάτου,
Νίκου Καρούζου
( καθώς και μερικών
ακόμα )

[πρώτη δημοσίευση στὸ http://www.oanagnostis.gr ]