κενὰ σημαίνοντα ἐσκεμμένως ἐρριμμένα

Ἂν καὶ συχνὰ οἱ ποιητὲς ὁμνύουν στὴν ἁπλότητα, ἡ ποίηση ποὺ παράγουν, καὶ ἰδιαίτερα ἡ σύγχρονη, σπανίως εἶναι ἁπλή. Ἀντιθέτως, τὶς περισσότερες φορὲς δὲν εἶναι εὔκολο ὁ ἀναγνώστης νὰ κατανοήσει τί ἀκριβῶς θέλει νὰ πεῖ ὁ ποιητής˙ καὶ ἂν προσπαθήσει νὰ περιγράψει τί ἤθελε νὰ πεῖ ὁ ποιητής, θὰ μιλήσει ἀναγκαστικὰ χωρὶς σιγουριά, προτείνοντας τὴν “ἀνάγνωσή” του ὡς μία ἀπὸ τὶς πιθανὲς ἀναγνώσεις, ὁπωσδήποτε ὄχι τὴ μοναδική.

 

Αὐτὴ ἡ πολλαπλότητα τῶν πιθανῶν ἐκδοχῶν εἶναι, ἀναμφίβολα, ἕνα ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς ποίησης ποὺ γοητεύουν πολλοὺς ἀναγνῶστες. Αὐτό, ὅμως, ποὺ συχνὰ παρατηρῶ στὴν παραγωγὴ πολλῶν σύγχρονων ποιηματογράφων εἶναι κάτι διαφορετικό: δὲν πρόκειται γιὰ ποιήματα τὰ ὁποῖα ξεκινοῦν ἀπὸ κάπου, ἔχουν κάτι νὰ ποῦν, ἀλλὰ συγχρόνως ἐπιτρέπουν ἐνδεχόμενες διαφορετικὲς ἀναγνώσεις˙ πρόκειται μᾶλλον γιὰ ποιήματα ποὺ ἐσκεμμένα στριμώχνουν στοὺς στίχους τους ὅσο περισσότερα (ταιριαστὰ καὶ ἀταίριαστα) σημεῖα καὶ σύμβολα μπορεῖ ὁ δημιουργός τους, μὲ στόχο ἀκριβῶς νὰ χτισθεῖ μιὰ πλαστὴ πολυσημία ποὺ θὰ κρύψει τὴν ἀπουσία νοήματος ἤ, ἀκόμη χειρότερα, τὴν κοινοτοπία τοῦ νοήματος.

 

Ἂς διαβάσουμε ἕνα παράδειγμα τέτοιου ποιήματος:

 

Με αγκάλιασες
και τα χέρια σου
σαν άνθη σαρκοβόρα
αιχμαλώτισαν
του κορμιού μου τις ελπίδες
για να με σκορπίσουν ύστερα
στάχτη στο πέλαγος
μιας άνυδρης εγκατάλειψης.

 

Τί θέλει νὰ πεῖ, λοιπόν, ἐδῶ ἡ ποιήτρια; Ὅτι τὴν ἐγκατέλειψε τὸ ἀντικείμενο τοῦ ἔρωτά της καὶ ἡ ἐγκατάλειψη αὐτὴ τὴν ἔκανε νὰ νιώσει σὰν νεκρή; Ὅτι οἱ ἐλπίδες της διαψεύσθηκαν; Ὅτι τὸ ἀντικείμενο τοῦ ἔρωτά της, καίτοι ὡραῖο σὰν ἄνθος, τὴν ἔφαγε ζωντανή; Ὅτι τὸν χωρισμὸ ἀκολούθησε ἡ ξηρασία; Ἢ μήπως ἡ ὑγρασία, λόγῳ τοῦ πελάγους; Ἢ ὑπονοεῖται ὁ πνιγμός;

 

Ἡ ἀπάντηση μᾶλλον εἶναι “τίποτε ἀπὸ ὅλα αὐτά”, ἢ “ὅλα αὐτά”, ποὺ ὅμως εἶναι τὸ ἴδιο, καθὼς ὅλα αὐτὰ δὲν εἶναι παρὰ κοινοτοπίες ποὺ θὰ συγχωρούσαμε ἴσως σὲ μιὰ φίλη ποὺ ὑποφέρει ἀπὸ ἐρωτικὴ ἀπογοήτευση, καὶ ποὺ ἴσως θὰ μποροῦσαν νὰ ἐμπνεύσουν κάποτε κάποιο ποίημα, ἀλλὰ ὡς ἔχουν δὲν εἶναι ποίημα. Ἁπλῶς οἱ κοινοτοπίες ἔχουν μεταμφιεσθεῖ ἐδῶ σὲ ποίημα διὰ τῆς (κοινῆς) μεθόδου τῶν σχετικῶς μὴ ἀναμενόμενων ἢ καὶ ἀντιφατικῶν συμφράσεων καὶ τῆς (ἐκ)βιασμένης δῆθεν πολυσημίας. Παραμένει ποιητικὰ ἀδικαίωτο ὅτι τὰ χέρια παρομοιάζονται μὲ ἄνθη, καὶ μάλιστα σαρκοβόρα˙ ὅτι τὰ σαρκοβόρα ἄνθη αἰχμαλωτίζουν καὶ δὲν καταβροχθίζουν˙ ὅτι τὰ ἄνθη αἰχμαλωτίζουν, καὶ μάλιστα ἐλπίδες, καὶ αἰχμαλωτίζουν ἐλπίδες τοῦ κορμιοῦ καὶ ὄχι, ἂς ποῦμε, τοῦ μυαλοῦ˙ ὅτι ξαφνικὰ ἡ τροφὴ τῶν σαρκοβόρων ἀνθέων μετατρέπεται σὲ στάχτη καὶ σκορπίζεται στὸ πέλαγος˙ ὅτι παρὰ τὸ πέλαγος, ἡ ἐγκατάλειψη εἶναι ἄνυδρη. Πρόκειται, βεβαίως, γιὰ ἐξυπνακισμούς: ἂς χώσω καὶ μιὰ ἄνυδρη ἐδῶ, λίγη στάχτη ἐκεῖ, κανένα σαρκοβόρο παραπέρα, ὥστε τὸ ἀποτέλεσμα νὰ εἶναι σκοτεινότερο, ποιητικότερο, ὑπερβατικότερο. Ὁ πληθωρισμὸς τῶν ἀτάκτως ἐρριμμένων καὶ στανικῶς παραταχθέντων σημαινόντων ἀκυρώνει, στὴν πραγματικότητα, τὸ ποίημα καὶ ἀποκαλύπτει πὼς ἡ πικρὴ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἡ ποιήτρια δὲν εἶχε νὰ πεῖ τίποτα, ἢ δὲν εἶχε νὰ πεῖ τίποτα ποὺ νὰ ἀξίζει νὰ ἀκουσθεῖ.

 

Αὐτὸ ποὺ μᾶλλον δὲν ὑποψιάζονται πολλοὶ ἐπίδοξοι ποιητὲς εἶναι ὅτι ἂν πράγματι ἔχουν κάτι νὰ ποῦν (καὶ ἐννοῶ ἂν ἔχουν νὰ ποῦν κάτι διαφορετικὸ ἀπὸ τὸ “θαυμᾶστε με, εἶμαι κι ἐγὼ ποιητής!”), ὁ ποιητικὸς τρόπος νὰ τὸ ποῦν ἀποστρέφεται τὸν πληθωρισμὸ τῶν σημαινόντων καὶ ἀνοίγει πραγματικὰ ὁρίζοντες πολυσήμαντων ἀναγνώσεων μέσα ἀπὸ μιὰ ἐπιφανειακὰ μονοσήμαντη, συνεκτικὴ γραφή. Τὸ παρακάτω ποίημα, γιὰ παράδειγμα, τῆς Ἀγγελικῆς Ἐλευθερίου (ἀπὸ τὴ συλλογή της Θὰ Καπνίζω, τοῦ 2004) θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ὑποθέσει ὅτι ξεκινᾶ ἀπὸ μιὰ παρόμοια ἀφετηρία, ἐρωτικῆς ματαίωσης, ἐγκατάλειψης, χωρισμοῦ ἢ θανάτου. Ἐδῶ, ὅμως, ἡ γραφή εἶναι πεζολογική, μᾶλλον περιγραφική, καὶ μόνο μιὰ λέξη φαίνεται ἀσυνήθιστη μέσα στὰ συμφραζόμενά της: ἡ λέξη “μπρούντζινη”, τὸ μοναδικὸ ἐπίθετο τοῦ ποιήματος, ὄχι τυχαῖα τοποθετημένη στὸν τελευταῖο στίχο, ὅπου νοηματοδοτεῖ τὸ ποίημα καὶ τὸν ἑαυτό της.

 

Δεν σε ρώτησα
Δεν πρόλαβα
Δεν το ᾽χα σκεφτεί
Δεν το περίμενα
Ούτε στιγμή δεν το περίμενα
Επιστρέφω ξανά και ξανά
Στο πρόσωπό σου
Στη φωνή σου – σαν μέσα από ρωγμή –
Τι ήθελε να μου πει
Εκείνη την μπρούτζινη μέρα

 

Δὲν ἰσχυρίζομαι ὅτι ὁ τρόπος τῆς Ἁγγελικῆς Ἐλευθερίου σὲ αὐτὸ τὸ ποίημα εἶναι ὁ μοναδικὸς ποιητικὸς τρόπος. Διατείνομαι, ὅμως, ὅτι αὐτὸς ὁ τρόπος εἶναι πράγματι ποιητικός, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ προηγούμενο παράδειγμα, γιατὶ ἐδῶ τὸ “ἀνοιχτὸ” σημαῖνον (ἡ μπρούντζινη μέρα) δικαιώνεται ἀπὸ τὸ σύνολο τοῦ ποιήματος ποὺ ὁδηγεῖ σὲ αὐτό ἀντὶ νὰ στριμώχνεται σὲ ἕνα σωρὸ ψευδοποιητικῶν συμφράσεων καὶ νοηματικῶν συμφύρσεων χωρὶς σκοπό. Καὶ ἡ μπρούντζινη μέρα τῆς Ἐλευθερίου μένει στὴ μνήμη τοῦ ἀναγνώστη ὡς σύμβολο, ἐνῶ τὰ σαρκοβόρα ἄνθη, οἱ ἐλπίδες τοῦ κορμιοῦ καὶ ἡ ἄνυδρη ἐγκατάλειψη τῆς ἄλλης ποιήτριας θὰ ξεχαστοῦν στὴν ἑπόμενη σελίδα, ἂν βεβαίως δὲν κλείσει ὁ ἀναγνώστης τὸ βιβλίο ὁριστικὰ προτοῦ κἂν γυρίσει σελίδα.

 

 

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]