Ὁ ἀκαταμάχητος στίχος: “Ἡ Ἄρκτος” τῆς Ἀλόης Σιδέρη

Μερικὲς φορὲς ἀρκεῖ ἕνας στίχος γιὰ νὰ δικαιωθεῖ ἕνα ποίημα. Ὄχι ἀπαραιτήτως ἐπειδὴ ὁ ἐν λόγῳ στίχος εἶναι ἀξιομνημόνευτος ἢ ἐντυπωσιακός, ἀλλὰ ἐπειδὴ ὅλο τὸ ὑπόλοιπο ποίημα φωτίζεται μὲ ἕνα διαφορετικὸ φῶς χάρη στὸν στίχο αὐτό, ἡ ἀνάγνωσή μας τοῦ ὑπόλοιπου ποιήματος ἀνανοηματοδοτεῖται καὶ ἐνδεχομένως ἀνατρέπεται χάρη στὸν στίχο αὐτό. Συνήθως πρόκειται γιὰ τὸν τελευταῖο στίχο, ὅπως, γιὰ παράδειγμα, στὸ παρακάτω ποίημα τῆς ἀγαπημένης μου Ἁλόης Σιδέρη:

Ἡ κατοικία μου εἶναι μακριὰ ἀπ᾽ τὴ θάλασσα
ἐγὼ ὅμως τὴ νύχτα ἀκούω τὰ κύματα νὰ ὁρμοῦν ἕνα ἕνα
τὸ πρῶτο ὣς τὰ γόνατα
τὸ δεύτερο στὴ μέση μου
τὸ τρίτο στὸ λαιμό μου, τὸ τέταρτο…

Αὐτὲς τὶς νύχτες δὲν ἔχει φεγγάρι
βγαίνει μόνο ἡ ἄρκτος

Δὲν χρειάζεται νὰ ἐξηγήσω γιατί ὁ τελευταῖος στίχος δικαιώνει τὸ ποίημα˙ ἄλλωστε, καὶ ἡ ποιήτρια τιτλοφορεῖ τὸ ποίημα “Ἡ Ἄρκτος”, δηλώνοντας ποῦ ἀκριβῶς κατοικεῖ ἡ ποίηση μέσα στὸ ποίημά της. Καὶ εἶναι ἰδιαίτερα ἐνδιαφέρον ὅτι ὁ ἐπίμαχος στίχος δὲν μπορεῖ νὰ λειτουργήσει ἀπομονωμένος, δὲν μπορεῖ νὰ ἀποκοπεῖ ἀπὸ τὸ ποίημα καὶ νὰ ἀναπαραχθεῖ ὡς σλόγκαν ἢ ὣς στάτους εὐαίσθητης ψυχῆς στὸ φέησμπουκ˙ λειτουργεῖ μόνο σὲ σχέση καὶ σὲ σύνδεση μὲ τοὺς ὑπόλοιπους στίχους τοῦ ποιήματος˙ καὶ γι᾽ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ δικαιώνει.

Νομίζω πὼς εἶναι πολὺ πιὸ εὔκολο νὰ γράψει κανεὶς ἕναν ἀπομονώσιμο στίχο, ἕναν στίχο ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ λειτουργήσει ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ ποίημα μέσα στὸ ὁποῖο ἐντάσσεται, παρὰ νὰ γράψει ἔνα ποίημα σὰν τὴν Ἄρκτο. Ἡ σημαντικὴ διαφορὰ εἶναι ὅτι, σὲ περιπτώσεις ὅπως τῆς Ἄρκτου, ὁλόκληρο τὸ ποίημα ἔχει ἀναπτυχθεῖ μὲ τρόπο ὥστε ὁ ἐπίμαχος στίχος ὄχι μόνο νὰ τὸ δικαιώσει, ἀλλὰ καὶ νὰ δικαιωθεῖ: ὁ στίχος νοηματοδοτεῖ τὸ ὑπόλοιπο ποίημα ἀλλὰ συγχρόνως νοηματοδοτεῖται ἀπὸ αὐτό. Διότι τὸ ποίημα λειτουργεῖ ὡς σύνολο, ὅπου τίποτε ἀπολύτως δὲν εἶναι περιττό: ὅλοι οἱ στίχοι εἶναι ἀναγκαῖοι, δὲν περισσεύει τίποτα καὶ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ λείπει τίποτα, διότι τότε καὶ ὁ ἐπίμαχος στίχος θὰ ἔμενε μετέωρος καὶ τὸ ποίημα θὰ κατεδαφιζόταν.

Δυστυχῶς, αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰ ποιήματα σπανίζουν. Ἐνῶ ἀφθονοῦν ὅσα ἀναπτύσσονται (τρόπος τοῦ λέγειν) γύρω ἀπὸ τὸ εὔρημα ἑνὸς στίχου-σλόγκαν, ἐλπίζοντας πὼς ἡ ἐντύπωση ποὺ πάντα κάνουν τὰ εὐρηματικὰ σλόγκαν θὰ θολώσει τὸ βλέμμα τοῦ ἀναγνώστη ὥστε νὰ μὴν προσεχθεῖ ἡ βιασύνη, ἡ ἐπιπολαιότητα καὶ ἐν τέλει ἡ κακοτεχνία ποὺ χαρακτηρίζει τοὺς ὑπόλοιπους, ἀτάκτως ἐρριμμένους στίχους τοῦ (κατεδαφιστέου, ἂς μὴ γελιόμαστε) ὑποτιθέμενου συνόλου.

[πρώτη δημοσίευση στὸ http://www.bibliotheque.gr]

Ἡ ἐφιαλτικὴ ὄψη τῶν πραγμάτων: ἕνα ἀπὸ τὰ Εἴδωλα Καμόντων τῆς Ἀλόης Σιδέρη

Ὑπάρχουν κάτι ποιήματα ποὺ προκαλοῦν μιὰν ἄμεση, σχεδὸν ἐνστικτώδη ἀντίδραση. Τὰ διαβάζεις καὶ κοντοστέκεσαι. Ἀναφωνεῖς “αὐτὸ εἶναι ποίημα”. Καὶ τὰ ξαναδιαβάζεις, μὲ θαυμασμό.

Τὰ διαβάζεις, ἢ τὰ ἀκοῦς, καὶ νομίζεις πὼς βλέπεις τὴν εἰκόνα ποὺ φιλοτεχνοῦν, πὼς παρακολουθεῖς τὴν ἱστορία ποὺ ἴσως διηγοῦνται,  πὼς ἀναγνωρίζεις, τέλος πάντων, οἰκεῖες σκηνές, οἰκεῖες καταστάσεις, ἀκόμη καὶ οἰκεῖα πρόσωπα, ἀκόμη καὶ τὸν ἑαυτό σου ἐνίοτε. Καὶ ξαφνικά, ὁ τελευταῖος στίχος, καμμιὰ φορὰ καὶ τὸ τελευταῖο ἡμιστίχιο ἢ καὶ ἡ τελευταία λέξη τοῦ ποιήματος, ἀνατρέπει ὅλα ὅσα νόμιζες καὶ διαπιστώνεις πὼς δὲν ἦσαν ἔτσι ὅπως σοῦ παρουσιάζονταν τὰ πράγματα, δὲν ἦσαν ἔτσι ὅπως τὸ ποίημα σὲ εἶχε πείσει πὼς ἦσαν, πὼς αὐτὰ ποὺ ἔβλεπες δὲν ἦσαν αὐτὰ ποὺ πραγματικὰ εἶναι.

Τὸ ποίημα, ἀντιλαμβάνεσαι μὲ τρόμο, σὲ ἐξαπάτησε, καμωνόταν πὼς σοῦ λέει αὐτὰ ποὺ ἤδη ἔβλεπες, αὐτὰ ποὺ ἤδη ἔβλεπες, σοῦ ἔκλεινε τὸ μάτι, σὲ καθησύχαζε, καὶ τὴ στιγμὴ ἀκριβῶς ποὺ ἤρεμος ἀπολάμβανες τὴν οἰκεία ὄψη τῆς καθημερινότητας, σοῦ ἔδωσε μιὰ καίρια μαχαιριά: σοῦ ἀποκάλυψε τὴν πραγματικότητα πίσω ἀπὸ τὴν πραγματικότητα, τὴν ἐφιαλτικὴ ὄψη τῶν πραγμάτων. Καὶ σὲ ἐγκατέλειψε, μετέωρο καὶ ἀμφίβολο.

Ἂς διαβάσουμε, ὡς ἔξοχο παράδειγμα αὐτοῦ τοῦ τρόπου τῆς ποίησης, ἕνα ἐξαιρετικὰ σύντομο ποίημα τῆς ἀγαπημένης μου Ἀλόης Σιδέρη, ἀπὸ τὴν συλλογὴ Τὸ ὄνειρο τῆς γάτας:

Ἐσένα ἐσένα!
Βλέπω τὸ πρόσωπό σου μέσα ἀπὸ τὸ παράθυρο τοῦ φερέτρου.

[Ἀλόη Σιδέρη, “Εἵδωλα Καμόντων,  VIII”, Τὸ Ὄνειρο τῆς Γάτας, Ἄγρα 1990]

Ὥσπου νὰ φθάσεις στὴν τελευταία λέξη τοῦ ποιήματος, τίποτε δὲν σὲ ὑποψιάζει. Στὸν πρῶτο στίχο κάποιος σοῦ ἀπευθύνεται, σὲ διαλέγει ἴσως, σὲ ξεχωρίζει (ἐσένα, ἐσένα λέω!), μὲ ἐπιμονή, ἐπαναληπτικά, μὲ ἔνταση, μὲ θαυμαστικὸ στὸ τέλος.

Ὁ δεύτερος στίχος ὁρίζει τὸ περιβάλλον: ἐσὺ εἶσαι κάπου ἔξω, αὐτὸς ποὺ σοῦ ἀπευθύνεται βρίσκεται σὲ ἐσωτερικὸ χῶρο, σὲ βλέπει μέσα ἀπὸ τὸ παράθυρο καὶ αὐτὸ στὸ ὁποῖο ἑστιάζει εἶναι τὸ πρόσωπό σου.

Ὕστερα ἔρχεται σὰν πρόκα ἡ τελευταία λέξη (: τοῦ φερέτρου)  καὶ ἀποκαλύπτει ὄχι ἁπλῶς τί εἴδους ἐσωτερικὸς χῶρος ἦταν αὐτὸς στὸν ὁποῖο ὁ συνομιλητής σου εἶναι κλεισμένος, ἀλλὰ καὶ τί εἴδους φρικώδης συνομιλητὴς σοῦ ἔτυχε. Καὶ ξαφνικὰ τὸ γεγονός ὅτι σοῦ ἀπευθύνεται, ὅτι σὲ ἐπιλέγει, ὅτι ἑστιάζει στὸ πρόσωπό σου, ἀποκτᾶ μιὰν ἄλλη σημασία: ξαναδιαβάζεις τὸ ποίημα καὶ ἀνατριχιάζεις.

Δὲν εἶναι βέβαια αὐτὸς ὁ αἰφνιδιασμὸς καὶ ἡ ἐξαπάτηση ποὺ περιέγραψα, οὔτε ἐπαρκὲς οὔτε ἀναγκαῖο χαρακτηριστικὸ τῆς ποίησης.  Πολλὲς φορὲς ὁ αἰφνιδιασμὸς εἶναι ἀναμενόμενος, κοινότοπος ἣ ἁπλῶς ἀσήμαντος καὶ δὲν ὁδηγεῖ σὲ καμιὰν ἀναθεώρηση, τὸ μοναδικό του ἐπακόλουθο εἶναι μιὰ βραχύβια καὶ περιορισμένη ἔκπληξη. Καὶ πολλὰ ἀγαπημένα ποιήματα (γιὰ παράδειγμα, ὅλα τὰ ἐρωτικὰ τοῦ Καβάφη) οὔτε ἀνοικειώνουν, οὔτε ἐξαπατοῦν, οὔτε αἰφνιδιάζουν, ἐντούτοις ἐπηρεάζουν μὲ τρόπο καταλυτικό. Ἀλλὰ τὰ ποιήματα τῆς ἐξαπάτησης, ἐφόσον εἶναι ποιήματα, ἔχουν τὸ μοναδικὸ προσὸν ὅτι τὰ ἀναγνωρίζουμε ἀμέσως καὶ αὐθορμήτως καὶ τὰ ξαναδιαβάζουμε πάραυτα φωτισμένοι ἀπὸ τὸν αἰφνιδιασμὸ τοῦ τελευταίου στίχου. Καὶ χαμογελᾶμε τρομαγμένοι – ἐμεῖς οἱ παραλυτικοί, τοὐλάχιστον, ποὺ ἀσχολούμαστε ἀκόμη μὲ τὴν ποίηση.

[πρώτη δημοσίευση στὸ http://www.bibliotheque.gr ]