Τώρα ἀγρυπνῶ κι ἡ Μούσα μου κοιμᾶται: ἡ ὀξεία ποίηση τῆς Ὄλγας Παπακώστα

Φυλλομετρώντας κανεὶς τὸ ποιητικὸ βιβλίο ὅχι ἀκόμη Κάρμεν τῆς Ὄλγας Παπακώστα, ἀντιλαμβάνεται ἀμέσως ὅτι δὲν πρόκειται γιὰ τὸ εἶδος τοῦ βιβλίου ποὺ θὰ περίμενε κανεὶς ἀπὸ μιὰ πρωτοεμφανιζόμενη ποιήτρια. Στὴ δεύτερη καὶ στὴν τρίτη ἀνάγνωση, οἱ λόγοι γιὰ τοὺς ὁποίους ἡ ποίηση τῆς Παπακώστα φαίνεται τόσο ὥριμη, γίνονται σαφέστεροι· ἡ ποίηση αὐτὴ δὲν διαθέτει κανένα ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικὰ τῶν νέων, ἀβέβαιων ποιητικῶν φωνῶν:

  • Ἡ “ποιητικὴ” τῆς Παπακώστα δὲν μεγαλορρημονεῖ καὶ δὲν αὐτοδιαφημίζεται. Ἡ ποιήτρια δὲν αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη νὰ μᾶς εἰσαγάγει δειλὰ καὶ βαθμιαῖα στὸ ποιητικό της σύμπαν: ἡ «ἐκκίνηση» βρίσκεται ἤδη στὴ μέση τῆς ἀφήγησης καὶ ἁπλώνεται πρὸς πολλὲς κατευθύνσεις ὁρίζοντας ἕνα πολυπρισματικὸ ποιητικὸ σύμπαν, ποὺ ἀπαιτεῖ πολλαπλὲς ἀναγνώσεις καὶ προκαλεῖ πολλαπλὲς ἀπολαύσεις.
  • Ἡ συλλογή της δὲν ἀποτελεῖ συλλογὴ ἑτερόκλητων ποιημάτων μιᾶς τυχαίας καὶ συμπιληματικῆς ποιητικῆς ἐκκίνησης, ἀλλὰ ἕνα ἑνιαῖο σύνολο μὲ γερὲς θεματικές, γλωσσικὲς καὶ ποιητικὲς συντεταγμένες.
  • Ἡ ποιητικὴ πράξη δὲν ἀκολουθεῖ εὔκολα ἀναγνωρίσιμους κανόνες καὶ δὲν μιμεῖται ἄλλες ποιητικὲς φωνές, ἂν καὶ διαλέγεται μὲ πολλοὺς ποιητὲς καὶ πολλοὺς ποιητικοὺς τρόπους, καθὼς καὶ μὲ τη μουσική, τὸν κινηματογράφο, τὸ θέατρο καὶ τὶς πλαστικὲς τέχνες.
  • Ἡ θεματολογία αὐτῆς τῆς ποίησης δὲν ἐνδοσκοπεῖ καὶ δὲν συναισθηματολογεῖ, ἀκόμη καὶ ὅταν ἀφορᾶ τὰ πιὸ ἔντονα συναισθήματα τὸ χιοῦμορ, ἡ εἰρωνεία καὶ ἡ διακειμενικότητα ἐπιστρατεύονται σταθερὰ καὶ ἐπιτυχῶς γιὰ νὰ ὑπονομεύσουν κάθε ἐντύπωση ναρκισσιστικοῦ αὐτοκαθρεφτισμοῦ.
  • Τὰ ποιήματα τῆς συλλογῆς δὲν ἐπιχειροῦν τὸν ἐντυπωσιασμὸ μέσῳ τῆς γλώσσας ποὺ χρησιμοποιοῦν, δὲν καταφεύγουν σὲ σπάνιες λέξεις, ποιητικίζουσες συντακτικὲς δομές, ἐπιδεικτικὲς συνηχήσεις ἢ αὐτάρεσκες ρίμες ἐντούτοις, ἢ μᾶλλον γι᾽αὐτὸ ἀκριβῶς, ἡ ποίηση τῆς Παπακώστα εἶναι γλωσσικὰ ἄψογη, στιβαρή, καὶ δὲν διστάζει νὰ ἀξιοποιήσει, μὲ τρόπο συνήθως περιπαικτικὸ καὶ αὐτοαναιρετικό, τὶς δυνατότητες τῶν ἤχων, τῶν λέξεων, τῶν στιχουργικῶν δομῶν, τῶν συντακτικῶν δομῶν, ἀλλὰ καὶ τὸν διάλογο μὲ πιὸ παραδοσιακὲς ποιητικὲς φόρμες.

Ἡ συλλογὴ εἶναι σχετικὰ ὀγκώδης (περὶ τὶς ἑκατὸ ὠφέλιμες σελίδες, μὲ ἐνενήντα τέσσερα σύντομα, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ποιήματα), ἀλλὰ κανένα ἀπὸ τὰ ποιήματα ποὺ τὴν συναποτελοῦν δὲν φαίνεται νὰ περισσεύει, κανένα δὲν φαίνεται πιὸ ἀδύναμο ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα. Κάποια ἀπὸ τὰ ποιήματα ἐμφανίζονται σὲ τυπικὴ μορφὴ στίχων, ἐνίοτε μὲ κεφαλαῖο τὸ πρῶτο γράμμα κάθε στίχου κατὰ τὴ βρετανικὴ παράδοση, ἄλλα ἐμφανίζονται σὲ μορφὴ πεζοῦ, κάποια μὲ καθέτους ποὺ χωρίζουν τὸ κείμενο σὲ φράσεις ἢ νοούμενους στίχους, ἄλλα μὲ ἀπολύτως πεζογραφικὴ μορφή, ἄλλα χωρὶς στίξη καὶ χωρὶς προφανὴ διάταξη, ἐνῶ δὲν λείπουν καὶ ποιήματα σὲ μορφὴ ἡμερολογίου, ποιήματα ποὺ μοιάζουν μὲ ἀποσπάσματα κριτικῶν δοκιμίων, ποιήματα σὲ μορφὴ δραματικοῦ μονολόγου ἢ καὶ διαλόγου, ποιήματα σὲ αὐστηρὲς παραδοσιακὲς φόρμες, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ ἕνα ποίημα ποὺ παραπέμπει σὲ μουσικὸ βίντεο στὸ you tube καὶ χορεύει cheek to cheek.

Θὰ ἐπιχειρήσω νὰ δείξω κάποιες ἀπὸ τὶς κατακτήσεις τῆς ποιητικῆς τῆς Παπακώστα παραθέτοντας καὶ ἐξετάζοντας δύο σύντομα ποιήματα ἀπὸ τὸ ὄχι ἀκόμη Κάρμεν. Φυσικά, δεδομένης τῆς πολυπρισματικότητας τῆς ποίησης αὐτῆς, ἡ ἐξέταση δύο μόνο, σχεδὸν τυχαῖα ἐπιλεγμένων, ποιημάτων εἶναι ἀναγκαστικὰ περιοριστικὴ καὶ πολὺ λίγο ἀντιπροσωπευτική· δίνει, ὅμως, ἐλπίζω, μιὰ πρόγευση τοῦ ἔργου γιὰ τὸ ὁποῖο μιλᾶμε ποὺ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ δοθεῖ μέσω γενικόλογων διαπιστώσεων ποὺ δὲν ἀναφέρονται μὲ σαφήνεια στὰ ἴδια τὰ ποιήματα.

Παραθέτω κατ᾽ ἀρχὰς τὸ ποίημα Η ΓΑΤΑ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ (σελ. 76):

Εγώ δεν είμαι Άργος. Όταν τον είδα να μπαίνει στην αυλή μετά τόσα χρόνια, του γύρισα επιδεικτικά την πλάτη. Ξόδεψα επτά ζωές στα γόνατα της Πηνελόπης περιμένοντάς τον. Βαρέθηκα τον χτύπο του αργαλειού και τα ψαροκόκκαλα των μνηστήρων. Πάω να πεθάνω κάπου ήσυχα, να ξεχάσω το χάδι του.

Ὁ τίτλος μᾶς τοποθετεῖ ἤδη σὲ μιὰ ἀφήγηση ποὺ δὲν ἔχει σχέση μὲ ὅσα ξέρουμε, ἐντούτοις προϋποθέτει ὅτι ξέρουμε αὐτὰ ποὺ θὰ ὑπονομευθοῦν: ἐξ ὅσων γνωρίζουμε, ὁ Ὀδυσσέας δὲν εἶχε γάτα, ἀλλὰ σκύλο, ὀνόματι Ἄργο, ὁ ὁποῖος  ἔσπευσε νὰ ὑποδεχθεῖ μὲ ἀγάπη τὸν Ὀδυσσέα καίτοι ἐγκαταλελειμμένος ἐπὶ εἴκοσι ἔτη, ἐνίπλειος κυνοραιστέων, καὶ ξεψύχησε πάραυτα (Ὀδύσσεια, ρ 290 κ.ἑ.). Ἤδη, ὅμως, μὲ τὸν τίτλο, ἡ ποιήτρια ἀλλάζει τὴν ἀφήγηση, δημιουργεῖ τὴ γάτα τοῦ Ὀδυσσέα, τῆς ὁποίας ἡ ἐξομολόγηση ἀποτελεῖ τὸ σῶμα τοῦ ποιήματος.

Ἡ τραγικότητα τῆς ἡρωίδας τοῦ ποιήματος (συμβατικά, τῆς –ἀνώνυμης– γάτας τοῦ Ὀδυσσέα) δὲν συνίσταται στὸ γεγονὸς τοῦ ἐπικείμενου θανάτου της, ἀλλὰ στὴν ἐπιθυμία της νὰ ξεχάσει τὸ χάδι αὐτοῦ τὸν ὁποῖο περίμενε ἐπὶ ἑπτὰ ζωές. Ἂν καὶ δὲν ἐγκαταλείφθηκε, δὲν πετάχθηκε στὸν δρόμο, ὅπως ὁ Ἄργος, παρὰ παρέμεινε στὴν ἀγκαλιὰ τῆς Πηνελόπης, δὲν εἶχε αὐτὸν ποὺ ἐπιθυμοῦσε. Καὶ δὲν τὸν συγχωρεῖ: τοῦ γυρίζει ἐπιδεικτικὰ τὴν πλάτη. Παρὰ ὅμως τὴ διαρκή, μακροχρόνια ματαίωση ποὺ ὑπέστη, δὲν ἔχει ἀκόμη καταφέρει νὰ ξεχάσει “το χάδι του”. Ὁ μόνος τρόπος γιὰ νὰ γλιτώσει ἀπὸ τὸ φάντασμα αὐτῆς τῆς ἐπιθυμίας εἶναι ὁ θάνατος, τὸν ὁποῖο ἐπιλέγει.

Ἑπομένως τὸ ποίημα μιλάει γιὰ τὴν ἐπιθυμία, γιὰ τὴν ἀντιφατικότητα τῆς ἐπιθυμίας, γιὰ τὴν συναισθηματικὴ κατάσταση ἐκείνη κατὰ τὴν ὁποία ἐπιθυμεῖς καὶ συγχρόνως εὔχεσαι νὰ μὴν ἐπιθυμεῖς, ἀποστρέφεσαι τὴν ἐπιθυμία σου, ἀπεχθάνεσαι τὸ ἀντικείμενό της.  Ἡ ποιήτρια δὲν ἐπιλέγει νὰ μιλήσει γιὰ αὐτὸ μέσῳ δακρύβρεχτων ἢ ποιητικιζουσῶν ἀποστροφῶν, ἀλλὰ πεζολογώντας καὶ διαστρέφοντας μιὰ γνωστή, συγκινητικὴ μάλιστα γιὰ πολλούς, ποιητικὴ ἀφήγηση, καὶ ἐντάσσοντας ἕναν καινούριο contra χαρακτήρα σὲ αὐτήν ὁ ὁποῖος μᾶς πιέζει νὰ δοῦμε τὴν «οἰκεία» πραγματικότητα ἀπὸ μιὰν ἀνοίκεια ὀπτικὴ γωνία. Τὸ στοιχεῖο αὐτὸ τῆς «ἀνοικείωσης» ἀποτελεῖ βασικὸ χαρακτηριστικὸ τῆς ποίησης τῆς Παπακώστα, χάρη στὸ ὁποῖο ἡ ποίησή της ἀνακαλεῖ καὶ ἐνεργοποιεῖ μυχιότατα συναισθήματα χωρὶς ποτὲ νὰ ξεπέφτει σἐ συναισθηματολογίες.

Τὸ δεύτερο ποίημα ποὺ θὰ παραθέσω τιτλοφορεῖται περιπαικτικὰ ΠΑΛΙΟΜΙΣΟΦΟΡΙΑ (σελ. 91):

Βρήκα προχθές την Κατερίνα στο συρτάρι, μια κόκκινη κουκκίδα στὰ Φηρά
δίπλα στη Ρούλα και την Τόνια.
Διακοπές χωρίς εμένα ή εγώ χωρίς εκείνες το καλοκαίρι του ογδόντα εννιά.
Ο έρως εργαζόμενος ίδρωνε τα σεντόνια.

Τώρα κόβω την τράπουλα κι ανακατεύω τα χαρτιά
Ώστε ουδείς να μην γνωρίζει ποια είναι ποια.

Η μια παντρεύτηκε μ’ έναν ζωγράφο από το Εκουαδόρ και ζει στο Σαν Φρανσίσκο.
Η άλλη τυραννάει παιδάκια κι έχει όλα τα βινύλια των Beatles.
Η τρίτη πρόσφατα με καταράστηκε.

Διαφορετικοῦ, φαινομενικὰ τοὐλάχιστον, ὕφους ἀπὸ τὴ «Γάτα τοῦ Ὀδυσσέα», τὸ ποίημα αὐτὸ μᾶς παραπέμπει στὴν ἀμερικανικὴ ἐξομολογητικὴ ποίηση τοῦ δεύτερου μισοῦ τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα. Φαίνεται αὐτοβιογραφικό, εἶναι γραμμένο σὲ ἕνα πρῶτο πρόσωπο ποὺ θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ὑποθέσει ὅτι ταυτίζεται μὲ τὴν ποιήτρια, φαίνεται νὰ μιλᾶ γιὰ ἀναμνήσεις ἐμπειριῶν τῆς πρώτης νεότητας: οἱ φίλες ποὺ πηγαίνουν διακοπὲς μαζί, ἐρωτεύονται, διασκεδάζουν, τραβοῦν φωτογραφίες. Μετὰ ἀπὸ χρόνια μία ἀπὸ αὐτὲς κοιτάζει τὶς φωτογραφίες καὶ ἀναθυμᾶται καὶ σκέφτεται τί ἀπέγιναν οἱ φίλες αὐτὲς τῆς νεότητάς της· ἢ περίπου.

Διότι καὶ αὐτὸ τὸ ποίημα ἀνατρέπει τὴν φαινομενικὰ γραμμικὴ ἀφήγηση. Ἤδη ἀπὸ τὴν πρώτη στροφή, ἂν καὶ οἱ τρεῖς φίλες κατονομάζονται καὶ ἡ τοποθεσία καὶ ἡ χρονολογία δηλώνονται, δὲν γνωρίζουμε ἀκριβῶς ποιές ἀπεικονίζονται, οὔτε ἂν ἡ ἀφηγήτρια συμπεριλαμβάνεται σὲ αὐτές («Διακοπές χωρίς εμένα ή εγώ χωρίς εκείνες»). Ἐντούτοις, ὁ τρίτος στίχος μᾶς διαβεβαιώνει ὅτι οἱ ἡρωίδες ἀπόλαυσαν ἔρωτες στὴ διάρκεια αὐτῶν τῶν διακοπῶν – ἢ στὴ διάρκεια τῆς νεότητάς τους: «Ο έρως εργαζόμενος ίδρωνε τα σεντόνια». Ὁ ἀναπάντεχος μουσικὸς ρυθμὸς καὶ οἱ συνηχήσεις τοῦ στίχου αὐτοῦ τοῦ δίνουν μεγαλύτερη ἔμφαση, τὸν φέρνουν στὸ προσκήνιο, τονίζουν τὴν πληροφορία ποὺ μᾶς δίνει: ὅτι ἔρωτας ὑπῆρξε (ἀπὸ) τότε, καὶ μάλιστα ἐξόχως σωματικός.

Στὴ δεύτερη στροφή, ποὺ ξεχωρίζει καὶ λόγῳ τῆς θέσης της, καὶ λόγῳ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν στίχων (δίστιχη, ἐνῶ οἱ ἄλλες δύο στροφὲς εἶναι τρίστιχες), καὶ λόγῳ τῆς ὁμοιοκαταληξίας, καὶ τυπογραφικὰ μὲ τὴ χρήση κυρτῶν στοιχείων, ἐπικυρώνεται θεαματικὰ αὐτὸ ποὺ ἤδη ὑποψιαζόμασταν ἀπὸ τὴν ἀρχή, ὅτι δηλαδὴ ἡ ταυτότητα τῶν τριῶν γυναικῶν εἶναι ἄγνωστη, ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ ξέρουμε ποιά εἶναι ποιά,  καὶ ὅτι ἡ σύγχυση αὐτὴ ὀφείλεται στὴν ἴδια τὴν ἀφηγήτρια τοῦ ποιήματος ποὺ ἐπιλέγει νὰ μὴν προσδιορίσει ποιᾶς εἶναι ἡ κάθε μοίρα ποὺ περιγράφεται στὴν ἑπόμενη στροφή.

Ἡ τελευταία στροφὴ ξεκινᾶ καὶ πάλι κουβεντιαστά, ἐξομολογητικά, ὅπως ἡ πρώτη. Στὸν δεύτερο στίχο, ὅμως, εἰσβάλλει ὁ ἐφιάλτης: ἡ δεύτερη «τυραννάει παιδάκια» ἐνδεχομένως βιοποριστικά, ὡς δασκάλα, ἀλλὰ ποτὲ δὲν μπορεῖς νὰ εἶσαι βέβαιος – καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς συνιστᾶ τὴν ἐφιαλτικὴ ὄψη τῆς πραγματικότητας, μαζὶ μὲ τὴ λεπτομέρεια περὶ τῶν beatles ποὺ τῆς δίνει καὶ πάλι μιὰ πιὸ ἀνθρώπινη, καὶ συγχρόνως παληομοδίτικη, ὄψη. Ὁ τελευταῖος στίχος εἶναι σὰν πρόκα: «Η τρίτη με καταράστηκε». Δὲν ξέρουμε ποιά εἶναι ἡ τρίτη, δὲν ξέρουμε ποιά εἶναι ποὺ τυραννάει παιδάκια καὶ ποιά παντρεύτηκε περιπετειωδῶς, δὲν ξέρουμε ποιά καταριέται ποιά καὶ γιατί. Αφού «ουδείς» […] «γνωρίζει ποιά είναι ποιά», ἡ κατάρα θὰ μποροῦσε νὰ βαρύνει ὁποιανδήποτε, νὰ ἔχει ἐκτοξευθεῖ ἀπὸ ὁποιανδήποτε, ἡ λυρικὴ ἐξομολογικότητα μὲ τὴν ὁποία ξεκίνησε τὸ ποίημα ἀναιρεῖται ὁριστικά, ἡ ἀφήγηση καὶ οἱ χαρακτῆρες ἔχουν ὑπονομευθεῖ ἀνεπανόρθωτα, μένει μόνο μιὰ αἴσθηση ἀπειλῆς, τόσο στὴν οἰκογενειακὴ κατάσταση, ὅσο καὶ στὴν βιοποριστικὴ ἐργασία τοῦ (ὁμοούσιου καὶ ἀδιαίρετου;) ποιητικοῦ ὑποκειμένου, μιὰ αἴσθηση κατάρας.

Καὶ αὐτὸς εἶναι ἕνας ἄλλος, παράλληλος δρόμος τῆς ποιητικῆς τῆς Παπακώστα: ἡ ἀνατροπὴ τοῦ λυρισμοῦ, τῶν ἀναγνωστικῶν προσδοκιῶν, τῶν εὐθύγραμμων ἀφηγήσεων, τῶν δεδομένων χαρακτήρων καὶ ἡ ἀντικατάστασή τους ἀπὸ μιὰ αἴσθηση ἀπειλῆς ἀποκάλυψης τῆς ἄλλης ὄψης τῆς πραγματικότητας, τῆς ὄψης ποὺ οἱ ποιητὲς βλέπουν καὶ ἀποκαλύπτουν, δεδομένου ὅτι τῶν ποιητῶν τὸ βλέμμα εἶναι ὀξύτερον.

Καὶ τὸ ὀξύτερον βλέμμα τῆς Ὄλγας Παπακώστα κοιτάζει συνεχῶς τὸν ἀναγνώστη καὶ τὸν ξεγυμνώνει, τὸν ἀποκαλύπτει ἐνώπιον μιᾶς ἀνοίκειας πραγματικότητας σὲ αὐτὴν τὴν ὑπέροχα πυκνή, ἀνατρεπτικὴ καὶ ἀπολύτως ὥριμη ποιητικὴ συλλογή.

[πρώτη δημοσίευση: http://unfollow.com.gr ]