ἡ ὡραία μούχλα

Πολὺ συχνὰ ὅταν παρακολουθῶ μιὰ κινηματογραφικὴ ταινία δυσκολεύομαι. Δὲν ξέρω ἂν τὸ πρόβλημα ὀφείλεται στὴν ἐλαττωματική μου ὅραση, σὲ κάποια ἀδιάγνωστη διάσπαση προσοχῆς, ἢ σὲ κάτι ἄλλο ἀκόμη πιὸ δυσοίωνο, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ μοῦ συμβαίνει εἶναι ὅτι μοῦ διαφεύγουν σκηνές. Τὶς βλέπω, πιθανόν, ἀλλὰ δὲν ἐγγράφονται, δὲν ἀντιλαμβάνομαι δηλαδὴ τί ἔχω δεῖ, μερικὲς φορὲς μάλιστα δὲν ἀντιλαμβάνομαι κἂν ὅτι ἔχω δεῖ κάτι. Ὁ ἥρωας, ἂς ποῦμε, ἀγοράζει κάτι ἀπὸ ἕνα κατάστημα καὶ ἐγὼ δὲν ἔχω δεῖ τί ἀγόρασε ἢ δὲν ἔχω ἀντιληφθεῖ ὅτι μπῆκε σὲ κάποιο κατάστημα.

Δυστυχῶς γιὰ μένα, σχεδὸν πάντα ἀποδεικνύεται στὴ συνέχεια ὅτι οἱ φαινομενικὰ μικρὲς λεπτομέρειες ποὺ δὲν ἔχω δεῖ ἢ δὲν ἔχω ἀντιληφθεῖ ὅτι εἶδα ἀποτελοῦν δομικὰ στοιχεῖα τῆς ἀφήγησης, σημαντικὲς παραμέτρους τοῦ θέματος ποὺ πραγματεύεται ἡ ταινία, ὅπως ἐπίσης καὶ χαρακτηριστικὲς ἐκφάνσεις τοῦ ὕφους τοῦ σκηνοθέτη. Χωρὶς αὐτὲς τὶς χαμένες σκηνὲς ἡ παρακολούθηση τῆς ταινίας γίνεται ὅλο καὶ δυσχερέστερη, ἐνίοτε δὲ καὶ ἀδύνατη, καθὼς ἐκπυρσοκροτοῦν ὅλα τὰ τσεχωφικὰ πιστόλια ποὺ ἔχουν κρυφὰ ἀπὸ μένα συσσωρευτεῖ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ταινίας!

Ἴσως αὐτὴ ἡ ἀναπηρία μου νὰ εὐθύνεται γιὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ὡς ἀναγνώστης ἀπολαμβάνω περισσότερο αὐτὸ ἀκριβῶς ποὺ στεροῦμαι ὡς θεατὴς ταινιῶν. Ὡς ἀναγνώστης προσέχω κάθε φαινομενικὰ ἀσήμαντο περιστατικό, ἐγγράφω κάθε ὑπόνοια συμβάντος, ἀναπλάθω κάθε εἰκόνα ποὺ ὁ συγγραφέας ἔχει κάνει τὸν κόπο νὰ περιγράψει˙ πάντα μὲ τὴ βεβαιότητα ὅτι θὰ τὰ χρειαστῶ ὅλα αὐτὰ στὴ συνέχεια, ὅτι μεγάλως θὰ μοῦ χρησιμεύσουν στὴν ἀποκρυπτογράφηση τοῦ κειμένου. Καὶ ἐνίοτε, δικαιώνομαι.

Ἀλλὰ τὴ μεγαλύτερη ἀγαλλίαση σὲ ἀνθρώπους μὲ τὴ δική μου ἀναπηρία τὴν προσφέρει ἕνα συγκεκριμένο εἶδος ποίησης (ἂς τὸ ὀνομάσουμε: καλὴ ποίηση), ὅπου φωτίζονται αὐτὰ ἀκριβῶς τὰ ἀσήμαντα περιστατικά, ἢ μᾶλλον ψήγματα περιστατικῶν ἐν προκειμένῳ, ποὺ εὔκολα μᾶς διαφεύγουν στὴν καθημερινὴ ζωή. Ἀναφέρομαι σὲ ποιήματα τὰ ὁποῖα ξεκινοῦν ἀπὸ κάτι μικρὸ καὶ ἀδιόρατο, ποὺ βλέπουμε συνήθως ἀλλὰ δὲν ἐγγράφουμε, καὶ ἑστιάζουν σὲ αὐτό, τὸ ἀποκαλύπτουν, τοῦ δίνουν τὸν πρῶτο ρόλο καὶ μᾶς ἀναγκάζουν νὰ τὸ βλέπουμε πεντακάθαρα στὸ ἐξῆς, καὶ μάλιστα νὰ τὸ βλέπουμε μὲ τρόπο διαφορετικό, ἰδιαίτερο, μὲ τὸν τρόπο δηλαδὴ ποὺ τὸ συγκεκριμένο κάθε φορὰ ποίημα ἔχει ἀνανοηματοδοτήσει τὴν πραγματικότητά μας.

Ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ χαρακτηριστικὰ ποιήματα αὐτοῦ τοῦ εἴδους εἶναι τὸ ἀριστουργηματικὸ  «Περιστατικὸ μὲ φίδι» τοῦ Νίκου Φωκᾶ, ὅπου ὄχι μόνο φωτίζεται ἕνα τέτοιο καθημερινὸ ψῆγμα περιστατικοῦ, ἀλλὰ ἐπίσης σχολιάζεται καὶ ἡ ἴδια ἡ διαδικασία ἀποκάλυψης καὶ ἀνανοηματοδότησης τῆς πραγματικότητας, ποὺ προσπαθῶ ἐδῶ νὰ περιγράψω ὡς βασικὴ λειτουργία τῆς (καλῆς) ποίησης. Στὸ ἐν λόγῳ ποίημα, ὁ ἀφηγητὴς μᾶς λέει ὅτι καθὼς πήγαινε στὴ δουλειά του «πῆρε τὸ μάτι» του ἕνα φίδι στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου, ποὺ ἔμοιαζε «σὰν ἀκαθαρσία ἀνθρώπινη», θέαμα ἀνοίκειο, ἀταίριαστο στὸ ἀστικὸ τοπίο. Οἰ περισσότεροι, κι ἂν τὸ βλέπαμε, θὰ νομίζαμε ὅτι ἦταν κάτι ἄλλο, ἀκαθαρσία ἔστω, θὰ προσπερνούσαμε καὶ θὰ συνεχίζαμε ἀκλόνητοι. Ἀλλὰ καὶ ἂν στεκόμασταν νὰ τὸ κοιτάξουμε καὶ πιστεύαμε στὰ μάτια μας καὶ ἀναγνωρίζαμε τὸ παρείσακτο φίδι στὸν κόσμο μας, πιθανότατα καὶ πάλι θὰ προσπερνούσαμε τελικὰ καὶ θὰ βιαζόμασταν νὰ ἐπιστρέψουμε στὴ δουλειά μας.

Τὸ ποίημα τοῦ Φωκᾶ δὲν μᾶς ἀποκαλύπτει ἁπλῶς τὸ φίδι, ὅμως. Ὁ ἀφηγητὴς μᾶς λέει πὼς γιὰ χάρη τοῦ φιδιοῦ ἀνέτρεψε ὅλη τὴ ζωή του, πὼς αὐτὸ τὸ φαινομενικὰ ἀσήμαντο περιστατικὸ μὲ τὸ φίδι ἄλλαξε τὰ πάντα:

῾Ωστόσο ἡ ἀλήθεια εἶναι ἄλλη˙ τὸ συμβὰν
Μ’ ἔκανε νὰ παραιτηθῶ ἀπ’ ὁπουδήποτε πήγαινα
Καὶ νὰ χάσω τὴ δουλειά μου
Γιὰ ἕνα μάθημα σοφό:
Ὅσο σπουδαῖο κι ἂν εἶναι αὐτὸ ποὺ βλέπουμε μπροστά μας
Ὑπάρχει πάντα στὰ ἄκρα κάτι
Ποὺ ἀπειλεῖ, πηδώντας στὸ ὀπτικό μας πεδίο,
Κυριολεκτικὰ νὰ κλέψει τὴν παράσταση.

Ἡ (καλὴ) ποίηση, ἀκόμη κι ἂν ἐλλοχεύει ἀνάμεσα σὲ ἀκαθαρσίες ἀνθρώπινες, φροντίζει βεβαίως νὰ ἀποκαλύψει τὸ φίδι ποὺ  ἀπειλεῖ νὰ κλέψει τὴν παράσταση, ἀλλὰ κυρίως μᾶς ἀναγκάζει νὰ ἀνατρέψουμε τὴν πραγματικότητά μας ὥστε τὸ φίδι νὰ χωρέσει σὲ αὐτήν. Κατὰ μία ἔννοια, ἡ καλὴ ποίηση εἶναι τὸ φίδι ποὺ κλέβει τὴν παράσταση. Διότι (καὶ πάλι μὲ τὰ λόγια τοῦ Φωκᾶ, ὅπως μοῦ τὰ μετέφερε ἡ κυρία Ἀγγέλα Φωκᾶ), ἡ πραγματικὴ ποίηση εἶναι σὰν τὴ μούχλα: ὅσο καὶ ἂν βάφεις τοὺς τοίχους ἐλπίζοντας ὅτι θὰ τὴν κρύψεις, ἡ μούχλα θὰ ξαναβγεῖ ἀργὰ ἢ γρήγορα στὴν ἐπιφάνεια και, ἂν μή τι ἄλλο, ἡ ὀσμή της θὰ σὲ ἐξαναγκάσει νὰ στρέψεις τὸ κεφάλι καὶ νὰ τὴν δεῖς. Καὶ τότε ἡ ἀντίληψή σου τοῦ χώρου ὅπου βρίσκεσαι θὰ ἀνατραπεῖ.

Ἡ κακὴ ποίηση, θὰ προσέθετα ἐγώ, εἶναι ἡ μπογιὰ μὲ τὴν ὁποία βάφουνε τοὺς τοίχους γύρω μας. Ἀκριβὴ ἐνίοτε, καὶ ἀκριβοπληρωμένη, παραμένει ἐπιφανειακὴ καθὼς  προσπαθεῖ νὰ καλύψει ἀντὶ νὰ ἀποκαλύπτει, νὰ ἀφομοιωθεῖ ἀντὶ νὰ ἀνατρέπει.

[πρωτοδημοσιεύτηκε στὴ bibliothèque]

λύπη

Μόνον διὰ τῆς λύπης: τίτλος συνθετικοῦ ποιήματος, δημοσιευμένου τὸ 1976, τοῦ σπουδαίου Βύρωνα Λεοντάρη. Τὸν τίτλο, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρο τὸ καταληκτικὸ δίστιχο τοῦ ποιήματος ποὺ τὸν περιέχει, δανείσθηκε ὁ Λεοντάρης ἀπὸ μιὰ ἐπιστολὴ ἑνὸς ἐλάσσονος ποιητῆ τῆς δεκαετίας τοῦ 1880, τοῦ Νίκου Καμπᾶ. Ὁ Καμπὰς ἐξέδωσε μιὰ μόνο ποιητικὴ συλλογὴ σὲ ἡλικία 23 ἐτῶν. Δημοσίευσε ἐπίσης κάποια ποιήματα σὲ περιοδικὰ τῆς ἐποχῆς καὶ ἐν συνεχείᾳ σταμάτησε˙ σώπασε. Ἀφήνοντας, ἐν εἴδει σημειώματος ποιητικῆς αὐτοκτονίας, τὴν ἑξῆς αἰτιολογία σὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸν Παλαμά:

“Μὴν ἐλπίσεις παρ’ ἐμοῦ οὔτε στίχους οὔτε ἄλλο τι. Μόνον διὰ τῆς λύπης εἶμαι εἰσέτι ποιητής. Ὅλοι οἱ ἄλλοι παράγοντες ἐξέλιπον”.

Δὲν γνωρίζουμε ποιοί μπορεῖ νὰ ἦσαν οἱ ἄλλοι παράγοντες διὰ τῶν ὁποίων ὁ Καμπὰς θὰ μποροῦσε νὰ συνεχίσει νὰ εἶναι ποιητής. Στὴν περίπτωση του, ἡ λύπη προφανῶς δὲν ἦταν ἐπαρκής. Στὸ ποίημα τοῦ Λεοντάρη, ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, οἱ ἄλλοι παράγοντες παραλείπονται, καὶ στὴ λύπη ἐπιφυλάσσεται πρωτεύων ρόλος, καθὼς τῆς παραχωρεῖται τὸ ἰδιαίτερο βάρος τῆς κατάληξης ἑνὸς μεγάλου ποιήματος. Ἔτσι, στὰ μαγικὰ χέρια τοῦ Λεοντάρη, φαίνεται ἡ λύπη νὰ μὴν εἶναι πιὰ μιὰ ἀνεπαρκὴς συνθήκη γιὰ τὴν δημιουργία τῆς ποίησης, ἀλλὰ νὰ ἀποκτᾶ τὴ σημασία τῆς ἀναγκαίας προϋπόθεσης τῆς ποιητικῆς πράξης. Ἐνῶ ὁ Καμπὰς σταματάει διότι τὸ μόνο ποὺ τοῦ ἔχει μείνει εἶναι ἡ λύπη, ὁ Λεοντάρης μοιάζει, ἀντιθέτως, νὰ ἐπιστρατεύει τὴ λύπη ὥστε νὰ συνεχίσει.

Ἴσως αὐτὴ νὰ εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς ποίησης καὶ τῶν προσπαθειῶν τῶν περισσότερων ἀπὸ ἐμᾶς νὰ γράψουμε κάτι ποὺ νὰ τὴν θυμίζει: ἡ πραγματικὴ ποίηση καταφέρνει νὰ ἀξιοποιήσει τὸ συναίσθημα ποὺ τὴν κινεῖ, τὴ λύπη ἐν προκειμένῳ, ἀπομακρυνόμενη ἀπὸ αὐτὸ τόσο ὥστε νὰ μπορέσει ποιητικὰ νὰ τὸ τιθασεύσει˙ ἡ ersatz ποίηση, ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, ἔχοντας ἄγνοια τῶν ἀπαιτήσεων ἀλλὰ καὶ τῶν περιορισμῶν της, ὑποκύπτει καὶ καταντᾶ συναισθηματολογία. Ὁ Καμπὰς ἐνδεχομένως ἀναγνώρισε τὸν κίνδυνο, διεῖδε τὴν ἀποτυχία, καὶ σώπασε ἐγκαίρως. Καὶ γι᾽ αὐτὸ ἡ σιωπή του ἦταν τόσο ἄμεμπτα ἠθικὴ ὅσο αἰσθητικὰ καὶ ἠθικὰ ἀπαράδεκτη εἶναι ἡ διάρροια συναισθηματολογίας τῶν ersatz στιχουργημάτων μὲ τὰ ὁποῖα μᾶς κατακλύζουν οἱ πολλοί.

[πρωτοδημοσιεύτηκε στὴ bibliotheque]

ἀποφθεγματικότητα

Συχνὰ συναντάει κανεὶς σὲ ποιήματα ἀποφθεγματικοὺς στίχους˙ μερικὲς φορὲς συμβαίνει μάλιστα τὸ ποίημα νὰ εἶναι ὁλόκληρο ἕνα ἀπόφθεγμα, ποὺ καρφώνεται στὸ χαρτὶ εὐελπιστώντας μὲ τὴν ἴδια εὐθυβολία νὰ καρφωθεῖ καὶ στὸν νοῦ τοῦ ἀναγνώστη ὥστε νὰ προκαλέσει τὴν εὐπρόσδεκτη ἀπορία καὶ τὸν πολυπόθητο θαυμασμό.

 

Εἶναι φυσικὸ ὅτι πολλοὶ ποιητὲς βρίσκουν ἑλκυστικὸ τὸν ἀποφθεγματικὸ λόγο: κατ᾽ ἐξοχὴν πυκνὸς καὶ ἐκφραστικός, ἀλλὰ καὶ μὲ σαφὴ τὴν ἀξίωση τῆς καθολικῆς ἀποδοχῆς, ὁ ἀποφθεγματικὸς λόγος φαίνεται νὰ ταιριάζει γάντι στὶς ἀπαιτήσεις τῆς ποίησης. Ἐπιπλέον, ὁ ἀποφθεγματικὸς λόγος ἐντυπώνεται στὴ μνήμη, ἑπομένως ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ προσφέρει στοὺς ἐπίδοξους ποιητὲς κάτι ἰδιαίτερα πολύτιμο: τὴν προοπτικὴ οἱ ἀναγνῶστες νὰ θυμηθοῦν κάποιους στίχους σὲ ἀνύποπτη στιγμή, καὶ νὰ τοὺς ἐντάξουν σὲ κάποιαν ἐπὶ ἀσχέτου θέματος συζήτησή τους μὲ τὴν τιμητικὴ προσθήκη “ὅπως λέει καὶ ὁ ποιητής”.

 

Τὸ πρόβλημα, δυστυχῶς, εἶναι ὅτι στὴν ποίηση, ὅπως καὶ σχεδὸν παντοῦ ἀλλοῦ, οἱ εὔκολες λύσεις σπανίως ἀποδεικνύονται ἐπαρκῶς ἀποτελεσματικές. Διότι τὸ ἀπόφθεγμα ἀπὸ μόνο του, ἂν δηλαδὴ δὲν ὑποστηρίζεται ἀπὸ  ὑπόλοιπα στοιχεῖα τῆς δομῆς τοῦ ποιήματος, ἂν οὔτε προκύπτει ὡς κατάληξη καὶ ἐπισφράγιση οὔτε τίθεται ὡς προϋπόθεση τῆς ποιητικῆς ἐμπειρίας δὲν δικαιώνεται ποιητικά, ὅσο κι ἂν ἀκούγεται πιασάρικο, ὅσο κουραστικὰ κι ἂν ἐπαναλαμβάνεται στὴν λογοτεχνίζουσα ἀλλὰ καὶ στὴν πραγματικὴ ἀγορὰ δίκην ἀτάκας. Καὶ μοῦ φαίνεται ὅτι τὶς περισσότερες φορὲς ἔτσι μόνο λειτουργεῖ πιὰ ὁ ἀποφθεγματικὸς λόγος στὴν ποίηση, σὰν σλόγκαν ἣ σὰν ἐξυπναδούλα ποὺ κυκλοφορεῖ στὴν ἀγορά, ἀποκομμένος καὶ ἄμουσος, συνοδευόμενος ἀπὸ ὑπομειδιάματα ἀναγνώρισης τῆς εὐστοχίας καὶ τῆς ἑτοιμολογίας του, πρὸς πᾶσαν χρῆσιν.

 

Διότι ὑπάρχει τεράστια ἀπόσταση μεταξὺ τοῦ “ὄττω τις ἔραται […] ἔμμεναι κάλλιστον” τῆς Σαπφοῦς (ἡ ὁποία στὸ κάτω κάτω εἶχε τὴν σεμνότητα νὰ τοῦ προτάξει τὸ λυρικὸ “ἔγω δὲ”) καὶ τοῦ “σπουδαῖο εἶναι αὐτὸ ποὺ ποθεῖ ἡ ψυχή σου” ποὺ ἀκούει κανεὶς στὶς σαπουνόπερες καὶ στὰ λαϊκότροπα τραγούδια τοῦ συρμοῦ. Στὴν πρώτη περίπτωση, αὐτὸ ποὺ κανεὶς ἀγαπᾶ ἐμφανίζεται ὡς ἡ ποιητικὴ ἀπάντηση στὸ προσγειωμένο ἐρώτημα ποὺ θέτει τὸ ποίημα˙ καί, κυρίως, αὐτὸ ποὺ ἀγαπᾶ κανεὶς ἀντιδιαστέλλεται μὲ τὴ μαύρη γῆ τῆς ὁποίας τὴ ματαιότητα πολλαπλὰ καὶ ὀδυνηρὰ προϋποθέτει.  Στὴ δεύτερη περίπτωση, τὸ ἀπόφθεγμα εἶναι ἁπλῶς ἕνας passe-partout χρησμός, ποὺ αὐθαίρετα διεκδικεῖ καθολικὴ ἐμβέλεια, χωρὶς τὸ ἀνύπαρκτο ἔτσι κι ἀλλιῶς συγκείμενο νὰ τὸν δικαιολογεῖ ἢ νὰ τὸν δικαιώνει.

 

Ἡ εὔκολη λύση λοιπὸν τοῦ πιασάρικου ποιητικόμορφου σλόγκαν τὸ πιθανότερο εἶναι νὰ ἐκθέσει τὸν ποιητή, ἀποκαλύπτοντας τὴν ἀνειλικρίνεια τῆς πρόθεσής του. Διότι ἡ αὐθεντία τοῦ ποιήματος μόνο ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ ποίημα ἐκπηγάζει˙ ἂν ἐπιχειρήσεις νὰ τοῦ τὴν ἐπιβάλλεις, κοινῶς νὰ τοῦ τὴν φορέσεις, τὸ ποίημα σὲ ἐκδικεῖται δι᾽ ἐξοστρακισμοῦ.

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]

ἐπικαιρικὰ

Στὴν ποίηση δὲν ὑπάρχουν θεματολογικοὶ κανόνες: δὲν ὑπάρχουν θέματα ἐγγενῶς ποιητικὰ καὶ θέματα ἀπαγορευμένα. Τίποτε, λοιπόν, δὲν ἀποκλείει τὸ ἐνδεχόμενο νὰ γράφονται καὶ ποιήματα τῆς ἐπικαιρότητας, ποιήματα ἐμπνευσμένα ἀπὸ ἕνα ἐπίκαιρο γεγονός, ἢ ἀκόμη καὶ ποιήματα ποὺ σχολιάζουν τὰ ἐπίκαιρα γεγονότα. Χρειάζεται, ὅμως, ἀνεξαρτήτως τῆς θεματολογίας, ἐντιμότητα˙ καὶ χρειάζεται, ἐπίσης, χρόνος.

Διότι τὸ “θέμα” ἑνὸς ἀληθινοῦ ποιήματος δὲν εἶναι τὸ ἴδιο τὸ πραγματικὸ γεγονὸς ποὺ ἐνδεχομένως ἐμπνέει τὸν ποιητή, ἀλλὰ ἡ στάση τοῦ ποιητῆ ἀπέναντι στὸ γεγονὸς αὐτό: ἡ διαδικασία κατὰ τὴν ὁποία τὸ ἐξωτερικὸ γεγονὸς μετατρέπεται σὲ βίομμα (κατὰ τὴν εὑρηματικὴ ἀνορθογραφία τοῦ Γιώργου Χειμωνᾶ), ἡ διαδικασία δηλαδὴ κατὰ τὴν ὁποία τὸ ὀξὺ βλέμμα τοῦ ποιητῆ συλλαμβάνει τὸ γεγονός, τὸ οἰκειοποιεῖται, καὶ τὸ μετατρέπει σὲ ποιητικὴ πρώτη ὕλη. Ἡ ἐντιμότητα γιὰ τὴν ὁποία μιλῶ ἐπιβάλλει ὅτι ἡ ποιητικὴ πρώτη ὕλη ἀντλεῖται ἀπὸ αὐτὸ τὸ βιομματικὸ κοίτασμα καὶ ὄχι ἀπὸ μιὰ ἀνεπεξέργαστη πραγματικότητα ποὺ παραμένει ἐξωτερικὴ ἀφήνοντας τὸν ποιητὴ ψυχρό.

Ὁ χρόνος ποὺ πρέπει νὰ διατεθεῖ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα εἶναι ὁ χρόνος τῆς ἐπεξεργασίας τῆς πρώτης αὐτῆς ὕλης: ὁ χρόνος ποὺ ἀφιερώνεται, δηλαδή, κατ᾽ ἀνάγκην, στὴν δόμηση τοῦ ποιήματος καὶ στὴν ἀποκρυστάλλωση τῆς μορφῆς του. Καὶ αὐτός, στὶς περισσότερες περιπτώσεις, εἶναι πολὺς χρόνος καὶ δύσκολος˙ καὶ εἶναι, ἐπίσης, ψυχρὸς χρόνος, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι, καὶ πάλι γιὰ λόγους ἐντιμότητας, ἐπιβάλλεται ἡ ἀποστασιοποίηση τοῦ ποιητῆ ἀπὸ τὴν συγκίνηση τοῦ βιόμματος ὥστε νὰ γίνει δυνατὸς ὁ μέγιστος βαθμὸς συγκέντρωσης στὰ ἐκφραστικὰ μέσα, ποὺ θὰ ὁδηγήσει στὴν μέγιστα ἀκριβὴ ἀποτύπωση τοῦ βιόμματος αὐτοῦ μὲ ποιητικὸ τρόπο – ἐν θερμῷ, δηλαδὴ ὅσο ἀκόμη βρίσκονται ὑπὸ τὴν ἐπήρεια τοῦ βιόμματος, ἐλάχιστοι, νομίζω, ποιητὲς θὰ μποροῦσαν νὰ δομήσουν μὲ ἐπιτυχία καὶ μὲ ἀκρίβεια ἕνα ποίημα.

Μιλῶ, ἑπομένως, γιὰ μιὰ πορεία οἰκείωσης τοῦ γεγονότος κατ᾽ ἀρχὰς καὶ ἀποστασιοποίησης ἀπὸ τὸ βίομμα στὴ συνέχεια˙ γιὰ μιὰ πορεία κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ὁποίας ὀφείλει ὁ ποιητὴς μὲ ἐντιμότητα νὰ ἀντιμετωπίζει τὴν ἰσχυρὴ πιθανότητα ἀποτυχίας εἴτε στὴν πρώτη φάση εἴτε στὴ δεύτερη, ὥστε νὰ εἶναι ἕτοιμος καὶ πρόθυμος νὰ ἐγκαταλείψει τὴν προσπάθεια ἐφόσον τὸ διαφαινόμενο ἀποτέλεσμα δὲν εἶναι ποιητικό, δὲν εἶναι, δηλαδή, εἰλικρινές.

Ἴσως ἡ κύρια δυσκολία ποὺ ἀντιμετωπίζει ἡ ποίηση ἐπικαιρικῆς θεματολογίας νὰ εἶναι ἀκριβῶς ὅτι, ἐφόσον τὸ ποίημα δημοσιοποιεῖται ὅσο ἀκόμη ἡ θεματολογία παραμένει ἐπίκαιρη, μᾶλλον δὲν περισσεύει ἀρκετὸς χρόνος ὥστε ἡ διαδικασία τῆς σύνθεσης νὰ ὁλοκληρωθεῖ μὲ ἐπιτυχία. Ἄν, δέ, τύχει (ὅπως συχνὰ τυχαίνει) ἡ ἐπικαιρότητα νὰ ἀσκεῖ τὶς δικές της πιέσεις γιὰ τὴν ταχύτερη καὶ μαζικότερη δημοσιοποίηση τῶν ἐν λόγῳ ἐπίκαιρων πονημάτων, καὶ ὁ ποιητὴς διακρίνει (ὅπως συχνὰ διακρίνει) τὴν προοπτικὴ μιᾶς ἐξίσου μαζικῆς ὑποδοχῆς τῶν γραφτῶν του καὶ ἀποδοχῆς τοῦ ἴδιου, τότε ἡ ἀποτυχία τῶν δημοσιοποιηθέντων δῆθεν ποιημάτων εἶναι τόσο ἀναπόφευκτη ὅσο καὶ ὁ καταποντισμός, ἐν τέλει, τοῦ ποιητῆ, ὅταν τὰ περιρρέοντα θὰ ἔχουν πιὰ ξεχαστεῖ, συμπαρασύροντας στὴ λήθη καὶ τὰ ἀνέντιμα κατασκευάσματα ποὺ παρουσιάστηκαν κάποτε ὡς “ποιήματα ἐποχῆς”.

[πρώτη δημοσίευση στὴ bibliothèque]

ὀλιγόστιχα

Ὁ πεζὸς λόγος ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ ἁπλώνεται στὸν χῶρο καὶ στὸν χρόνο, διαθέτει τὴν πολυτέλεια τῆς ἔκτασης, μπορεῖ νὰ ταξιδέψει ὅσο θέλει, μπορεῖ νὰ συμπεριλάβει ὅσα ἐπιθυμεῖ. Ἡ ποίηση, ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, ἑστιάζει, προσηλώνεται, συμπυκνώνει. Στὴν ἔκταση ἐπὶ τῆς ὁποίας ἁπλώνεται ὁ πεζογράφος, ὁ ποιητὴς ἀντιπαραθέτει τὴν ἀκραία ἔνταση τῆς δικῆς του σύνθεσης.

Γνωρίζω, βεβαίως, πὼς κομίζω γλαύκα εἰς Ἀθήνας ἐπαναλαμβάνοντας αὐτὲς τὶς κοινότοπες διαπιστώσεις. Ἀναρωτιέμαι, ὅμως, μήπως στὴ διάρκεια τῶν δεκαετιῶν κατὰ τὶς ὁποῖες διατυπώνονται καὶ ἐπαναδιατυπώνονται, ἔχει ἐκφυλισθεῖ κάπως ἡ ἀντίληψή μας τῆς ἔννοιας αὐτῆς τῆς ποιητικῆς ἔντασης, μήπως ἔχει ὑπερτονισθεῖ ἡ ἀντίθεση μὲ τὴν ἔκταση τῆς πεζογραφίας, κατὰ τρόπο ὥστε πλέον νὰ θεωρεῖται ὅτι ἀρκεῖ ἡ μικρὴ ἔκταση γιὰ νὰ χαρακτηρισθεῖ ἕνα κείμενο ποιητικό. Μοῦ φαίνεται ὅτι ὑπάρχει σαφῶς μιὰ τάση ἀνάμεσα στοὺς σύγχρονους ποιητές μας, νὰ καταφεύγουν σὲ σύντομες ποιητικὲς φόρμες μὲ τὴν ψευδαίσθηση ὅτι ἀπὸ μόνη της ἡ συντομία θὰ σώσει τὶς γραφές τους˙ συχνὰ μάλιστα ἡ ψευδαίσθηση αὐτὴ συνοδεύεται ἀπὸ δεδηλωμένη καὶ ἐνίοτε θεωρητικοποιημένη περιφρόνηση πρὸς τὶς πιὸ πολύστιχες ἢ/καὶ ὀγκώδεις ποιητικὲς συνθέσεις, οἱ ὁποῖες θεωροῦνται αὐτοδικαίως ἔνοχες ἐγκλημάτων ὄπως ἡ φλυαρία, ἡ χαλάρωση, ἡ ἔλλειψη ἑστίασης, ἡ ἔλλειψη προσήλωσης, ἡ ἕλλειψη πύκνωσης.

Ἀσφαλῶς εἶναι πιθανὸ ἕνα πολύστιχο ἢ ὀγκῶδες ἔργο ποὺ παρουσιάζεται ὡς ποιητικὸ νὰ εἶναι, πράγματι, ἔνοχο αὐτῶν τῶν ἐγκλημάτων καὶ ἑπομένως νὰ μὴν εἶναι, τελικά, ποιητικό. Ἐξίσου πιθανὸ εἶναι, ὅμως, ἐπίσης, ἕνα σύντομο ἢ συντομότατο στιχούργημα νὰ εἶναι ἁπλῶς ἕνα σλόγκαν, ἕνα ἀνόητο ἀπόφθεγμα, ἕνα ἀσήμαντο λογοπαίγνιο, ποὺ θὰ λειτουργοῦσε ἐνδεχομένως ὡς διασκεδαστικὴ συνεισφορὰ κάποιου ἑτοιμόλογου συνομιλητῆ σὲ μιὰ κουβέντα, ἀλλὰ δὲν διαθέτει τὴν ἀναγκαία ἔνταση ὥστε νὰ λειτουργήσει ὡς ποίημα, κι ἂς μᾶς ἐκβιάζει γιὰ νὰ τὸ θαυμάσουμε ἡ ὡραιοπαθὴς πόζα του στὸ κέντρο τῆς ἄδειας σελίδας.

Ἀλλὰ τὸ λίγο δὲν εἶναι πάντα πυκνό, οὔτε τὸ πολὺ εἶναι πάντα νερωμένο. Ἡ ἔνταση εἶναι ἐξίσου ἀφόρητη καὶ στὰ εὐσύνοπτα Lustra καὶ στὰ ἐπικὰ Cantos τοῦ Πάουντ, γιὰ νὰ χρησιμοποιήσω διαφορετικὲς στιγμὲς τοῦ ἴδιου ποιητῆ ὡς παράδειγμα. Ὅπως ἡ ποσότητα δὲν μετατρέπεται αὐτομάτως καὶ ἀβρόχοις ποσὶ σὲ ποιητικὴ ποιότητα ἔτσι καὶ ἡ ποιότητα δὲν διατίθεται ἀπαραιτήτως, οὔτε καὶ ἀποκλειστικά, σὲ περιορισμένες ποσότητες. Ἡ ἀγωνία τῆς πύκνωσης δὲν μπορεῖ νὰ ὑποκατασταθεῖ ἀπὸ τὴν εὐκολία τῆς κενῆς ἀτάκας, ὅσο κι ἂν ἡ τελευταία μᾶς προδιαθέτει ὅτι δὲν μπορεῖ, ὅλο καὶ κάποια προσπάθεια θὰ ἔχει καταβληθεῖ, ὅλο καὶ κάποιο νόημα κάπου θὰ ἐλλοχεύει καὶ θὰ μᾶς διαφεύγει, τῶν ἀδαῶν. Ἀλλὰ ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς καμμιὰ φορά, ὁ βασιλιὰς εἶναι ἐντελῶς γυμνός, κι ἂς θαυμάζουν τὰ μινιμαλιστικά του ἐνδύματα οἱ αὐλικοί.

[πρώτη δημοσίευση στὴ bibliothèque]

ἀτελῆ

Διαβάζω τὰ ἀτελῆ ποιήματα τοῦ Καβάφη στὴν ἔκδοση τῆς Lavagnini, ὅπου δεκάδες προσχέδια, σχεδιάσματα, ἐκδοχές, διορθώσεις, παραλλαγὲς παρουσιάζονται γιὰ κάθε ποίημα. Μπορεῖ κανείς, ἂν ἔχει τὸν χρόνο καὶ τὸ κουράγιο, νὰ τὰ μελετᾶ γιὰ ὧρες καὶ νὰ διαπιστώνει πόσος κάματος ἀπαιτήθηκε καὶ πόση ἀβεβαιότητα συνόδευσε τὸν κάθε στίχο˙ καὶ παρ᾽ ὅλα αὐτά, ὁ ποιητὴς ἐγκατέλειψε κάποια στιγμὴ τὴν προσπάθεια, ἢ ἴσως δὲν πρόκαμε, δὲν ἔφθασαν τὰ ἔτη τοῦ βίου του, νὰ τὴν ὁλοκληρώσει: τὰ ποιήματα αὐτὰ ἔμειναν ἀτελῆ καὶ θὰ ἔμεναν ἴσως γιὰ πάντα θαμμένα ἂν δὲν ἔπεφταν στὰ χέρια τῶν φιλολόγων τὰ κατάλοιπα τοῦ ποιητῆ, ἢ ἂν ὁ ποιητὴς ἦταν κάποιος ἄσημος τοῦ μεσοπολέμου καὶ ὄχι ὁ Καβάφης.

Σκέφτομαι ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ τὰ σημειώματα, τὰ διάφορα “not for publication” ποὺ καρφίτσωνε πάνω σὲ ἀρκετὰ γραπτά του, καὶ ἀναρωτιέμαι: ἀλήθεια, ὁ ποιητὴς δὲν ἐπιθυμοῦσε νὰ δημοσιευθοῦν ποτὲ αὐτὰ τὰ γραπτά, ἢ μήπως προέβλεπε (καὶ ὑπομειδιοῦσε καθὼς τοῦ ἔρχονταν στὸ νοῦ οἱ μελλοντικὲς αὐτὲς δόξες) ὅτι κάποτε ὣς καὶ τὶς λίστες γιὰ τὰ ψώνια του θὰ θεωρήσουν ἄξιες δημοσίευσης οἱ μεγάλοι μας φιλόλογοι καὶ οἱ οἰκογένειές τους;

Πάντως, ἀκόμη κι ἂν ἤξερα μὲ βεβαιότητα ὅτι πράγματι δὲν ἤθελε νὰ δημοσιευθοῦν, ὅτι τὰ ἐννοοῦσε ὅλα ἐκεῖνα τὰ “not for publication, but may remain here”, ἀκόμη κι ἂν τὸν ἔβλεπα νὰ βρικολακιάζει ἔξαλλος γιὰ τὴν περιφορὰ τῶν καταλοίπων του στὴν ἀγορά, θὰ ἐπέμενα νὰ δημοσιευθοῦν, νὰ μᾶς δοθοῦν, νὰ τὰ διαβάσουμε, καὶ τὰ προσχέδια, καὶ τὰ σχέδια, καὶ τὶς διορθώσεις καὶ τὶς παραλλαγές˙ καὶ τὰ κρυμμένα, καὶ τὰ ἀδημοσίευτα, καὶ τὰ ἀποκηρυγμένα καὶ τὰ μισοτελειωμένα. Ὅσα ἔχουν μείνει, ὅσα ἔχουν διασωθεῖ, ἀλύπητα νὰ παραδοθοῦν στὴν πιὸ ἀδυσώπητη δημοσιότητα.

Γιατὶ τώρα πιὰ σπανίζουν αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰ κατάλοιπα, οἱ ποιητὲς γράφουν καὶ διαγράφουν σὲ ἐπεξεργαστὲς κειμένου, ἐξαφανίζουν αὐτόματα τὰ ἐπώδυνα ἴχνη τῶν ποιημάτων πατώντας ἕνα κουμπί, ἐξοστρακίζουν τὰ ἀτελῆ καὶ τὰ ἀποκηρυγμένα στὸ ψηφιακὸ ὑπερπέραν, ἐνῶ διατηροῦν ἀρχεῖα τέλεια, προσεκτικὰ τακτοποιημένα στοὺς σκληροὺς δίσκους του, μὲ κωδικὸ ὄνομα “ματαιοδοξία”, ἐλπίζοντας πὼς κάποιος ὑπότροφος θὰ βρεθεῖ καὶ γι᾽ αὐτούς, καὶ πὼς μετὰ ἀπὸ χρόνια ὅλο καὶ κάποιο ἐφοπλισμένο ἵδρυμα πολιτισμοῦ θὰ χρηματοδοτήσει τὴν μελέτη τῶν ἀσήμαντων ἀρχείων τους, ἐξασφαλίζοντάς τους τὴ μόνη τῆς ζωῆς τους ὑστεροφημία.

[πρώτη δημοσίευση στὴ bibliothèque]

φθόνος

Πάντα πίστευα πὼς μιὰ γρήγορη ἀνάγνωση ἀρκεῖ, ἂν ὁ σκοπὸς εἶναι ἁπλῶς ἀναγνωριστικός:  φαίνεται πρὶν ἀκόμη τελειώσει κανεὶς τὴν πρώτη ἀνάγνωση ἂν αὐτὸ ποὺ διαβάζει εἶναι πράγματι ποίημα ἣ ἁπλῶς παριστάνει τὸ ποίημα˙ δὲν χρειάζεται κανεὶς νὰ ἐπιμείνει, δὲν χρειάζεται νὰ βασανιστεῖ.

 

Τελευταῖα ἔχω ἀρχίσει νὰ ἀμφιβάλλω. Ὄχι γιὰ τὰ κείμενα ἐκεῖνα ποὺ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ θεωροῦσα ποιητικά, δὲν ἀμφιβάλλω γι᾽αὐτά, διότι αὐτὰ  παραμένουν ποιήματα μὲ ὅση καχυποψία καὶ ἂν τὰ ξαναδιαβάζω. Ἀμφιβάλλω, ὅμως, ὅλο καὶ περισσότερο, γιὰ ὅσα ἔχω ἀπορρίψει. Διότι μπορεῖ ἐμένα νὰ μοῦ φαίνεται ὄτι τὰ ἴδια τὰ ὑποτιθέμενα αὐτὰ ποιήματα δὲν ἔχουν λόγο ὕπαρξης, ἀλλὰ εἶναι πάρα πολλοὶ αὐτοὶ ποὺ διαλαλοῦν ὅτι τὰ ἀσήμαντα αὐτὰ κειμενάκια εἶναι ὄχι ἁπλῶς ποιήματα, ἀλλὰ σπουδαῖα ποιήματα.

 

Φαίνεται λοιπὸν πὼς δικό μου ἦταν τὸ λάθος, πὼς ἡ ἀντίληψή μου περὶ τῆς «ποιητικότητας» δὲν εἶχε καμμιὰ σχέση μὲ τὴν πραγματικότητα. Ἐξάλλου, ὅσο κι ἂν προσπάθησα, ὅσο κι ἂν μελέτησα, ποτὲ δὲν κατάφερα νὰ ὁρίσω τὴν «ποιητικότητα», ποτὲ δὲν κατάφερα νὰ περιγράψω τί εἶναι αὐτὸ ποὺ κάνει τὸ ποίημα ποίημα, τί εἶναι αὐτὸ ποὺ ὅταν λείπει, λείπει καὶ ἡ ποίηση. Ἁπλῶς ἀποφαινόμουν τόσα χρόνια, μὲ ἐπιπολαιότητα ὅπως προκύπτει, ὅτι ἐτοῦτο τάχα εἶναι ποίημα καὶ ἐκεῖνο τάχα δὲν εἶναι, στηριγμένος σὲ κάποιο ἀσαφὲς ἔνστικτο ποὺ προφανῶς λόγῳ ἀλαζονείας ἢ βλακείας θεωροῦσα ἀλάθητο, τρομάρα μου!

 

Βέβαια, ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, θὰ πρέπει νὰ μοῦ ἀναγνωρισθεῖ ὅτι μόνο ὡς πρὸς τίς, ἂς ποῦμε, ἀρνητικὲς κρίσεις ἔσφαλα: γιὰ ὅσα ποιήματα ἔχω θεωρήσει καλά, σπανίως διατυπώνουν ἀμφιβολίες οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ τὰ ποιητικὰ πράγματα˙ στὴ χειρότερη περίπτωση, δὲν διατυπώνουν τίποτα. Ἄρα, κατέληξα, τὸ πρόβλημά μου εἶναι πὼς δὲν μπορῶ νὰ διακρίνω τὴν ποίηση παντοῦ ὅπου ὑπάρχει, ὄχι πὼς δὲν μπορῶ νὰ τὴν διακρίνω καθόλου. Καὶ καθὼς ποιήματα προσπαθῶ κι ἐγὼ νὰ γράφω, ἐνδέχεται ὅλα ἐκεῖνα τὰ ποιήματα ποὺ ἐπαινοῦν οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ τὰ ποιητικὰ πράγματα ἐγὼ νὰ τὰ ἀπορρίπτω ὄχι μόνο λόγῳ ἀλαζονείας καὶ βλακείας, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ φθόνο. Εἶναι, μάλιστα, πολὺ πιθανὸ νὰ μὲ τυφλώνει ὁ φθόνος ἀκριβῶς ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ τὰ ποιητικὰ πράγματα ἐπαινοῦν ὅλα ἐκεῖνα τὰ ποιήματα, ἐνῶ σωπαίνουν (ὅταν εἶμαι τυχερός, διότι ἐνδέχεται καὶ νὰ ψέγουν) γιὰ τὰ δικά μου.

 

Αὐτὴ ἡ φρικτὴ ὑποψία (ἡ τόσο προφανής, ἐντούτοις, ἡ τόσο τετριμμένη) πολὺ μὲ ἔχει ταράξει. Καὶ προσπαθώντας νὰ τὴν ἀποδείξω ψεύτικη, ἐπιστρέφω τὸν τελευταῖο καιρὸ ὅλο καὶ συχνότερα σὲ ποιήματα ποὺ ἔχω κατὰ καιροὺς ἀποφασίσει ὅτι δὲν εἶναι ποιήματα, ἐπιστρέφω μὲ πρόθεση νὰ βασανίσω τὰ κριτήριά μου καὶ νὰ ἀποκαλύψω τὰ ταπεινὰ κίνητρά μου, ἐπιστρέφω καὶ ξαναδιαβάζω, καὶ ξαναδιαβάζω, καὶ ξαναδιαβάζω καὶ προσπαθῶ, καὶ προσπαθῶ πολὺ σκληρά, νὰ βρῶ τί μοῦ κρύβει τόσα χρόνια ὁ τυφλός μου φθόνος, ποιά πολύτιμη ποιητικὴ οὐσία ἀρνοῦμαι τόσα χρόνια νὰ ἀναγνωρίσω. Ἀλλὰ ἐξακολουθῶ νὰ μὴν βρίσκω τίποτα.

 

Καὶ τώρα ποὺ τὸ σκέφτομαι λίγο πιὸ ψύχραιμα, ἀντιλαμβάνομαι ὅτι δὲν θὰ βρῶ: δὲν μπορεῖ νὰ βρεῖ κανεὶς κάτι ποὺ δὲν ὑπάρχει. Ἡ λύση τοῦ προβλήματος δὲν εἶναι νὰ βρῶ τὴν «ποιητικότητα» ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ ἁπλῶς νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι τὴν βρῆκα, καὶ (ἂν τὸ ἀντέξει τὸ στομάχι μου) νὰ διαλαλήσω κι ἐγὼ ὅσα ἀκριβῶς διαλαλοῦν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ τὰ ποιητικὰ πράγματα. Διότι ἡ πραγματικὰ φρικτὴ ὑποψία ποὺ πιστεύω ὅτι μὲ πολὺ πιὸ ἐκκωφαντικὸ τρόπο ἐπιβεβαιώνεται εἶναι πὼς κάποιοι τοὐλάχιστον ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους γνωρίζουν ἐπίσης καλὰ ὅτι «ποιητικότητα» δὲν ὑπάρχει ἐκεῖ ὅπου διαλαλοῦν ὅτι κατοικεῖ. Ἔχουν ὅμως γερὸ στομάχι καὶ ἀποτελεσματικότατη μέθοδο γιὰ νὰ μὴν χρειαστεῖ νὰ φθονήσουν κανέναν ποτέ: νὰ λένε αὐτὸ ποὺ εἶναι χρήσιμο καὶ νὰ σωπαίνουν γιὰ ὅσα εἶναι ἀληθινά.

 

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]

φιλοδοξία

Ὅλοι ὅσοι γράφουμε καὶ ἐκθέτουμε τὰ γραπτά μας σὲ δημόσια θέα εἴμαστε φιλόδοξοι. Γράφουμε προφανῶς γιὰ νὰ μᾶς διαβάσουν καὶ πιστεύουμε (ἢ τοὐλάχιστον ἐλπίζουμε) ὅτι αὐτὰ ποὺ γράφουμε ἀξίζει νὰ διαβαστοῦν. Ἡ φιλοδοξία αὐτὴ μοῦ φαίνεται ἀναγκαία, καθὼς ἡ ἔλλειψή της ἀναγκαστικὰ συνεπάγεται τὴ σιωπή.

 

Οἱ περισσότεροι, ὅμως, ἀπὸ τοὺς διακινούμενους ποιητὲς φαίνεται πὼς ὑποκινοῦνται ἀπὸ  μιὰ φιλοδοξία διαφορετικοῦ τύπου, μιάν, ἂς ποῦμε, ρεαλιστικὴ φιλοδοξία (κατὰ τὴν Realpolitik):  νὰ συνθέσουν ποιήματα ποὺ νὰ ἀρέσουν στοὺς δυνάμει ὁμοίους τους, ποιήματα ποὺ θὰ τοὺς ἐξασφαλίσουν τὴν ἔνταξή τους στὸ κλὰμπ τῶν ποιητῶν καὶ τῶν ἀνθρώπων τῶν γραμμάτων, ὥστε νὰ συλλέξουν τὰ σχετικὰ ὀφέλη, ἄυλα (ἀναγνώριση, ἐπαίνους, βραβεῖα, δόξα) ἀλλὰ καὶ χειροπιαστἀ (δημόσιες ἢ ἡμιδημόσιες ἀμειβόμενες θέσεις, ἐπιχορηγήσεις, ὑποτροφίες, ἴσως ἀκόμη καὶ εἰσπράξεις ἀπὸ πωλήσεις ἢ δραματοποιήσεις ποιημάτων).

 

Συνήθως ἡ ρεαλιστικὴ φιλοδοξία παράγει ποιήματα πολτοῦ, ἀλλὰ ἂν εἴμαστε δίκαιοι θὰ πρέπει νὰ παραδεχθοῦμε, κι ἂς μὴν τὸ θέλουμε, ὅτι ὑπάρχουν σαφῶς καὶ περιπτώσεις ρεαλφιλόδοξων ποιητῶν ποὺ γράφουν καλὰ ποιήματα. Στὸ κάτω κάτω δὲν εἶναι τόσο δύσκολο νὰ γράψει κανεὶς ἕνα καλὸ ποίημα. Ἀρκεῖ νὰ ξέρει γράμματα, νὰ διαθέτει λίγο μυαλὸ καὶ νὰ εἶναι ἀποφασισμένος: μπορεῖ τότε νὰ ἐφαρμόσει ὅσα τὸν διδάσκει ἡ μελέτη τῆς ποίησης ὥστε τεχνικὰ νὰ εἶναι ἀποδεκτὸ τὸ δημιούργημά του, νὰ ἐπιλέξει κάποιο θέμα ἐνδιαφέρον καὶ κατὰ προτίμηση ἐπίκαιρο, νὰ τὸ ἐπεξεργασθεῖ μὲ τρόπο ὑπολογισμένα καινοφανή, καὶ νὰ ξοδέψει κάποιες ὧρες συνθέτοντας τὸ ποίημά του μὲ προσοχὴ καὶ μὲ σεβασμὸ στὶς σύγχρονες τάσεις καὶ στὶς ἀπαιτήσεις τῆς ἐποχῆς.

 

Φοβᾶμαι, ὅμως, πὼς ἡ ρεαλιστικὴ φιλοδοξία ἔχει μᾶλλον κοντὰ ποδάρια. Διότι στὴν καλύτερη περίπτωση θὰ ὁδηγήσει σὲ λίγα καλὰ ποιήματα καὶ στὴν χειρότερη σὲ λίγα πρόσκαιρα ὀφέλη. Ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νὰ  ὁδηγήσει σὲ ποιήματα σημαντικά. Τὸ σημαντικὸ προϋποθέτει ἄλλου εἴδους φιλοδοξία, τὸ σημαντικὸ προϋποθέτει νὰ ἐπιθυμεῖ κανεὶς νὰ συνθέσει ἕνα ποίημα ποὺ θὰ ἀξίζει νὰ διαβαστεῖ, δηλαδὴ ἕνα ποίημα ποὺ θὰ διαφέρει, ποὺ θὰ προσθέτει, ποὺ θὰ προωθεῖ τὴν ὑπόθεση τῆς ποίησης – καὶ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰ ποιήματα ἀντιμετωπίζουν τὴν ἐχθρότητα τῶν ρεαλιστῶν˙ καὶ δικαίως, διότι καθὼς ἀνατρέπουν τὰ δεδομένα, ἀποτελοῦν ἀπειλή, τόσο γιὰ τοὺς ρεαλφιλόδοξους, ὅσο καὶ γιὰ ἐκείνους ποὺ τρέφουν καὶ ἀνταμείβουν τὶς ρεαλιστικὲς φιλοδοξίες ὥστε νὰ διασωθοῦν.

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]

ἡ πλήρης τάξη

Προσφάτως μὲ ρώτησε καλὸς φίλος τὴ γνώμη μου γιὰ ἕναν σύγχρονο ποιητή. «Καλὸς εἶναι» τοῦ εἶπα, «ἐνίοτε μάλιστα πολὺ καλός, ἀλλὰ δὲν εἶναι σημαντικός». Τὴν ἰδιωτικὴ αὐτὴ ἐτυμηγορία τὴν ξεστόμισα χωρὶς νὰ πολυσκεφτῶ καὶ χωρὶς νὰ εἶμαι καθόλου σίγουρος ὅτι θὰ μποροῦσα νὰ ἐξηγήσω τί ἐννοῶ «σημαντικός». Καὶ φυσικά, τιμωρήθηκα. Ἀμέσως ὁ φίλος μου, χαμογελώντας σαρδόνια,  μὲ ρώτησε, πλατωνικῷ τῷ τρόπῳ, «τί εἶναι σημαντικός;». Ἀπάντηση, βέβαια, δὲν μπόρεσα νὰ δώσω, ἀλλὰ ἔδωσα, τοὐλάχιστον, ἕνα ἀμφιλεγόμενο, ὅπως ἀποδείχθηκε, παράδειγμα. Ὁ Σινόπουλος, τοῦ εἶπα, εἶναι μᾶλλον καλὸς ποιητής, ὄχι ὅμως σημαντικός. Ὁ Παπατσώνης, ὅμως, εἶναι προφανῶς σημαντικός. Ἡ σχετικὴ συζήτηση μὲ τὸν σαρδόνιο φίλο δὲν κράτησε πολύ˙ σχεδὸν ἀμέσως ἄλλαξα θέμα, καθὼς διαπίστωσα ὅτι δὲν μποροῦσα νὰ ἐκφράσω αὐτὸ ποὺ ἐννοοῦσα, διότι ἴσως δὲν ἤξερα καλὰ καλὰ τί ἐννοοῦσα.

 

Παρηγορήθηκα κάπως, ἐκ τῶν ὑστέρων, γιὰ τὴν ἀποτυχία μου νὰ λύσω τὸ πρόβλημα ἑρμηνείας ποὺ δημιούργησα, ξαναδιαβάζοντας ἕνα κείμενο τοῦ Ἔλιοτ, μὲ τίτλο «What is Minor Poetry?» δημοσιευμένο πρὶν ἑβδομήντα χρόνια. Παρηγορήθηκα, διότι καὶ ὁ Ἔλιοτ φαίνεται νὰ δυσκολεύεται νὰ ὁρίσει τί εἶναι μείζων καὶ ἐλάσσων ποίηση, καὶ μάλιστα δηλώνει ἐξ ἀρχῆς καὶ ἀπερίφραστα ὅτι δὲν προτίθεται νὰ τὴν ὁρίσει στὶς δεκαοκτὼ σελίδες ποὺ ἀκολουθοῦν! Βεβαίως, ἕνας μείζων ποιητὴς δὲν εἶναι ἀπαραιτήτως καὶ σημαντικός, οὔτε ἕνας ἐλάσσων ἀσήμαντος, ἀλλὰ ὁ Ἔλιοτ στὴν πραγματικότητα μιλᾶ γιὰ σημαντικὴ ἢ σπουδαία ποίηση, χρησιμοποιώντας τὸ important καὶ τὸ major ὡς συνώνυμα.

 

Γιὰ τὸν Ἔλιοτ, σημαντικὸς ποιητὴς δὲν εἶναι ἀπαραιτήτως αὐτὸς ποὺ ἔχει γράψει μεγάλα, συνθετικὰ ποιήματα, οὔτε ἐλάσσων ἢ ἀσήμαντος αὐτὸς ποὺ ἔχει γράψει μόνο μικρὰ ποιήματα. Τὸ πρῶτο κριτήριο ποὺ θέτει ἔχει νὰ κάνει μὲ τὴν ἀντίδραση ποὺ προκαλεῖ τὸ ἔργο στὸν ἀναγνώστη ποὺ ἀγαπᾶ τὴν ποίηση: τὸ ἔργο ἑνὸς μείζονος ποιητῆ, μᾶς λέει, παρωθεῖ τοὺς ἀναγνῶστες νὰ ἀναζητήσουν, καὶ νὰ διαβάσουν, ὅ,τι ἄλλο ἔχει γράψει ὁ ἐν λόγῳ ποιητής. Βεβαίως, τὸ κριτήριο αὐτὸ δὲν εἶναι ἐπαρκῶς άσφαλές, καθὼς ὁ ἀναγνώστης, ἀκόμη καὶ ὁ ἐραστὴς τῆς ποίησης, θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ἁπλῶς κακόγουστος καὶ ἐντελῶς ἀπρόθυμος νὰ προσπαθήσει νὰ βελτιώσει τὸ γοῦστο του. Τὸ ἑπόμενο κριτήριο ποὺ θέτει, ὅμως, ὁ Ἔλιοτ, μοῦ φαίνεται πιὸ ἀσφαλές, ἂν καὶ ὄχι ἀπαραίτητα πιὸ σαφές: ὁ μείζων ποιητὴς χαρακτηρίζεται, μᾶς λέει, ἀπὸ μιὰ ἑνότητα ποὺ διατρέχει τὸ ἔργο του, τέτοια ὥστε ἡ ἀνάγνωση ὅλου τοῦ ἔργου φωτίζει τὴν ἀνάγνωση τῶν μεμονωμένων ποιημάτων. Καὶ μάλιστα, διαβάζοντας τὸ ἕνα ποίημά του μετὰ τὸ ἄλλο, ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι δὲν πρόκειται γιὰ μία ἀπὸ τὰ ἴδια, δὲν πρόκειται γιὰ ἁπλὴ ἐπανάληψη μιᾶς πετυχημένης συνταγῆς (ὅπως, ἂς ποῦμε, στὴν περίπτωση πολλῶν συγχρόνων ποιητῶν καὶ ποιητριῶν στὴ χώρα μας), ἀλλὰ τὸ κάθε ποίημα προσθέτει κάτι στὸ σῶμα τοῦ ἔργου καὶ ἐπιπροσθέτως ἡ γνώση τοῦ ὅλου ἔργου προσθέτει κάτι στὸ κάθε ποίημα. Ἡ πιὸ χαρακτηριστικὴ περίπτωση μείζονος ποιητῆ, μὲ αὐτὴ τὴν ἔννοια, στὰ καθ᾽ ἡμᾶς, εἶναι προφανῶς ὁ Καβάφης.

 

Ἐπιστρέφοντας, ὅμως, στὸ παράδειγμα ποὺ ἔδωσα στὸν σαρδόνιο φίλο, μοῦ φαίνεται πὼς καὶ ὁ Παπατσώνης εἶναι ὁπωσδήποτε μείζων μὲ τὴν ἐλιοτικὴ ἔννοια: ἔργο σχετικὰ μικρὸ σὲ ἔκταση, ὅπου κάθε ποίημα προσθέτει στὸ ὅλο οἰκοδόμημα καὶ ἐπιπλέον ἡ γνώση τοῦ οἰκοδομήματος ἐντείνει τὴν ἀναγνωστικὴ ἀπόλαυση ποὺ προσφέρει τὸ κάθε ποίημα. Ὁ Σινόπουλος ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἂν καὶ προφανέστατα ἡ πρόθεση καὶ ἡ ἐπιδίωξή του ἦταν ἀκριβῶς νὰ δημιουργήσει μεῖζον ἔργο στὰ χνάρια τοῦ Σεφέρη, δὲν μοῦ φαίνεται νὰ ἔχει ἐπιτύχει: τὰ ποιήματά του διαβάζονται βεβαίως, καὶ κάποια εἶναι καλά, ἀλλὰ στὸ ἔργο του λείπει ἡ ἑνότητα, λείπει ἡ πρόσθετη νοηματοδότηση ποὺ τὰ μεμονωμένα ποιήματα θὰ προσλάμβαναν ἀπὸ τὸ ὅλον. Στὰ συνθετικά του, δέ, ποιήματα, ἐνίοτε ἔχει κανεὶς τὴν αἴσθηση μιᾶς ἐπανάληψης ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἔχει ἀποφευχθεῖ, ἑνὸς μηρυκασμοῦ ποὺ δὲν προσθέτει τίποτε στὸ ποιητικὸ σῶμα. Ἑντούτοις, στὴν κοινὴ ἀντίληψη, ποὺ ἀποτυπώνεται τόσο στὴν κριτικὴ ὅσο καὶ στὴν ἱστορία τῆς λογοτεχνίας, ὁ Σινόπουλος καὶ ὄχι ὁ Παπατσώνης εἶναι αὐτὸς ποὺ θεωρεῖται μείζων ποιητής. Καὶ ἴσως τελικὰ νὰ ἔχει δίκηο ἡ κοινὴ ἀντίληψη: ἴσως μείζων ποιητὴς νὰ εἶναι ἁπλῶς αὐτὸς ποὺ μᾶς ἔχουν μάθει νὰ ἀναγνωρίζουμε ὡς μείζονα.

 

Ἀλλὰ ἐπιμένω ὅτι ὁ μείζων ποιητής, ἀκόμη καὶ μὲ τὴν ἐλιοτικὴ ἔννοια, δὲν εἶναι ἀπαραιτήτως σημαντικός. Καί, παραδόξως, τὸ κλειδὶ γιὰ νὰ καταλάβω τί εἶναι αὐτὸ ποὺ λείπει, τί εἶναι αὐτὸ ποὺ κάνει ἕνα ποίημα σημαντικό, τὸ δίνει ὁ ἴδιος ὁ Ἔλιοτ, στὸ ἴδιο κείμενο, ἂν καὶ θεωρεῖ ὅτι τὸ χαρακτηριστικὸ ποὺ περιγράφει ἀποτελεῖ προϋπόθεση γιὰ κάθε γνήσιο ποίημα, ἐνῶ ἐμένα μοῦ φαίνεται ὅτι ἀποτελεῖ τὸ πιὸ οὐσιῶδες στοιχεῖο τοῦ σημαντικοῦ ποιήματος: ὁ ποιητής, μᾶς λέει, πρέπει νὰ ἔχει κάτι νὰ πεῖ, τὸ ὁποῖο νὰ εἶναι ἔστω λίγο διαφορετικὸ ἀπὸ ὅ,τι ἔχει ἤδη πεῖ ὁποιοσδήποτε ἄλλος˙ καὶ ἐπιπλέον τὸ διαφορετικὸ ποὺ ἔχει νὰ πεῖ δὲν τὸ λέει ἁπλῶς μὲ διαφορετικὸ τρόπο, ἀλλὰ μὲ τὸν μοναδικὸ διαφορετικὸ τρόπο ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἐκφράσει τὴν διαφορά.

 

Ἐδῶ λοιπὸν μπορεῖ νὰ ἐντοπισθεῖ τὸ βασικὸ χαρακτηριστικὸ τοῦ σημαντικοῦ ποιήματος: ἔχει κάτι διαφορετικὸ νὰ πεῖ καὶ ἔχει βρεῖ τὸν (μοναδικὸ) διαφορετικὸ τρόπο νὰ τὸ πεῖ. Ἑπομένως, οὐσιῶδες στοιχεῖο εἶναι τὸ θέμα τοῦ ποιήματος, καὶ αὐτὸ ἐπιβάλλει καὶ συγκεκριμένη τεχνικὴ ἢ «ἔκφραση». Ὁ Παπατσώνης προφανῶς περνάει καὶ αὐτὸ τὸ τέστ. Οἱ πολλοὶ ὄχι. Διότι τὸ κύριο πρόβλημα μὲ τοὺς πολλοὺς (ἀκόμη καὶ μὲ θεωρούμενες μείζονες ποιήτριες καὶ ποιητὲς) εἶναι ἀκριβῶς ἡ μανιέρα, ἡ ὁποία φοριέται σὲ ὅλα τους τὰ ποιήματα ἀνεξαρτήτως θέματος, ἂν βέβαια (πράγμα σπάνιο καὶ ἀμφίβολο) ὑπάρχει θέμα. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι κανένα καινούριο ποίημά τους δὲν προσθέτει τίποτε ὄχι ἁπλῶς στὸ συνολικὸ σῶμα τῆς ποίησης, ἀλλὰ οὔτε κἂν στὴ δική τους ποίηση.

 

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]

φύλο ἄδηλο

Ἡ ὁμοφυλοφιλικὴ ποίηση δὲν ἔχει ἐλπίδες στὴν Ἑλλάδα. Ξέρω, φαίνεται ἀστεῖο ὅτι ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα στὴ χώρα τῆς Σαπφοῦς καὶ τοῦ Καβάφη, ἀλλὰ εἶναι ἀληθινό – τόσο ἀληθινὸ ὅσο ἀναληθὴς εἶναι ἡ ποίηση τοῦ συρμοῦ.

 

Φυσικά, τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ὁμοφυλόφιλη ἐπιθυμία δὲν ἐκφράζεται, ἢ δὲν ἐκφράζεται σαφῶς, στὴν ποίηση τοῦ συρμοῦ δὲν σημαίνει ὅτι δὲν ὑπάρχει: ἀσφαλῶς ὑπάρχουν ὁμοφυλόφιλοι ποιητὲς καὶ ὁμοφυλόφιλες ποιήτριες, ἁπλῶς ἡ ἐπιθυμία τους εἴτε ἀποφεύγει νὰ ἐκφρασθεῖ ποιητικὰ εἴτε ἐκφράζεται τόσο ὑπαινικτικά, ὥστε ἀκόμη καὶ στὴν ἐποχὴ τοῦ Καβάφη καὶ τοῦ Wilde, τὸ ἀποτέλεσμα θὰ θεωρεῖτο, τὸ λιγότερο, ἄτολμο.

 

Ἀκόμη καὶ σὲ ἐρωτικὰ ποιήματα ἀνθρώπων ποὺ ἀγαποῦν ὁμοφύλους δὲν ἐντοπίζει κανεὶς παρὰ σὲ πολὺ λίγες, σπάνιες περιπτώσεις, δηλώσεις τοῦ φύλου τοῦ ἀντικειμένου τοῦ πόθου˙ οἱ δηλώσεις αὐτὲς ἔρχονται μάλιστα, συνήθως, στὰ «ὕστερα» ποιήματα τῶν ὁμοφυλόφιλων ποιητῶν, ἀφοῦ πρῶτα ἔχουν καταφέρει δηλαδὴ νὰ καθιερωθοῦν ἀποσιωπώντας καὶ ψευδόμενοι. Στὶς συντριπτικὰ περισσότερες περιπτώσεις, πάντως, ἀκόμη καὶ μετὰ τὴν καθιέρωση, τὸ φύλο παραμένει ἄδηλο καὶ ἐπιστρατεύονται ὅλοι οἱ τρόποι τῆς συντακτικῆς καὶ σημασιολογικῆς ἀσάφειας ἀκριβῶς γιὰ νὰ μὴν ἀποκαλυφθεῖ: ἔντεχνη (καὶ ἐνίοτε κακότεχνη) ἀποφυγὴ ἐπιθέτων ποὺ θὰ ὤφειλαν νὰ εἶναι ἀρσενικὰ ἢ θηλυκά, χρήση τοῦ δεύτερου προσώπου ὥστε νὰ μὴν χρειαστοῦν προδοτικὲς τριτοπρόσωπες ἀντωνυμίες, περιορισμένες ἢ ἀνύπαρκτες ἀναφορὲς στὸ σῶμα καὶ στὰ μέλη του, ἀποφυγὴ περιγραφῆς τοῦ ἀντικειμένου τοῦ πόθου, ὑπερβολικὴ χρήση τῆς ἀφαίρεσης καὶ τῆς γενίκευσης.

 

Νὰ σημειώσω ἐδῶ ὅτι ἡ ἀπόκρυψη αὐτὴ δὲν ὑπηρετεῖ καμμιὰ αἰσθητικὴ ἢ ποιητικὴ ἀντίληψη. Δὲν πρόκειται γιὰ τὸ εἶδος τῆς ἀπόκρυψης ποὺ κλείνει τὸ μάτι στὸν ἀναγνώστη, τὴν ὁποία ἀξιοποιεῖ ποιητικά, ἂς ποῦμε, ὁ Καβάφης (σὲ ἄλλες ἐποχές, μὲ ἄλλα ἤθη), διότι ὁ Καβάφης, κινούμενος ἀσφαλῶς σὲ ἕνα περιβάλλον πολὺ λιγότερο ἀνεκτικό, κατάφερε τὴν  ἀπόκρυψη (ποὺ πάντως ἦταν πολὺ λιγότερο ἐνοχικὴ) νὰ τὴν μετατρέψει σὲ ἀφόρητη ποιητικὴ ἔνταση, ὅπως ἔχει δείξει ἤδη ἀπὸ τὸ 1983 ὁ σπουδαῖος Νίκος Φωκᾶς.

 

Ἡ ἀπόκρυψη, ὅμως, στὰ ἐρωτικὰ ποιήματα τῶν σύγχρονων ὁμοφυλόφιλων ποιητῶν καὶ ποιητριῶν ποὺ φιλοδοξοῦν (καὶ συχνότατα καταφέρνουν) νὰ ἐνταχθοῦν στὸν κανόνα τοῦ ἐγχώριου λογοτεχνικοῦ main stream δὲν ἀποτελεῖ αἰσθητικὴ ἐπιλογή, ἀλλὰ (ἂς τὸ θέσω εὐγενικὰ) προγραμματικὴ ἠθικὴ ὑποχώρηση. Ὁ ἔρωτας στὰ δῆθεν ἐρωτικὰ αὐτὰ ποιήματα καταντᾶ ἄνευρος καὶ ἄφυλος, ἐνῶ ἡ ὑπερφίαλη ἔκφραση καλύπτει τὴν ἀναλήθεια τοῦ ποιήματος.

 

Καὶ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι, καὶ δὲν ἦταν ποτέ, ὅτι δὲν γράφονται ὁμοφυλοφιλικὰ ποιήματα. Τὸ ζήτημα εἶναι πὼς ἡ ποίηση γράφεται μὲ κριτήριο τὴν δεκτικότητα τῆς λογοτεχνικῆς ἀγορᾶς: οἱ ἐπίδοξοι ποιητὲς προφανῶς ἔχουν κάνει τὴ σχετικὴ ἔρευνα τῆς λογοτεχνικῆς ἀγορᾶς καὶ ἔχουν καταλήξει ὅτι τὸ τίμημα τῆς ἀποδοχῆς εἶναι ἡ ἀναλήθεια, ἡ ἐπὶ παραγγελία στιχοπλοκία. Στὸν ἀπολιθωμένο λογοτεχνικὸ χῶρο ὅπου κινοῦνται, ὑπάρχει σαφῶς ἀπαγορευμένη θεματολογία: ὁ «ὐπερβολικὸς» ὁμοερωτισμὸς προφανῶς ἀπαγορεύεται, τοὐλάχιστον πρὸ τῆς καθιερώσεως˙ καὶ ἡ κάθε ποιήτρια ἐπιτρέπεται νὰ κάνει ὅ,τι θέλει στὸ κρεββάτι της, ἀλλὰ στὰ ποιήματά της ὀφείλει «νὰ μὴν προκαλεῖ». Εἰδάλλως, θὰ ἐξοστρακιστεῖ στὰ χαντάκια τοῦ περιθωρίου, κι ἂν εἶναι τυχερὴ ἴσως βρεῖ ἕνα κάποιο κοινὸ στὸ ἰλλουστρασιὸν χιπστεριό, ἀλλὰ πάντως ἀπὸ τὸν λογοτεχνικὸ κανόνα θὰ παραμείνει ἀποκλεισμένη.

 

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]