ἐπικαιρικὰ

Στὴν ποίηση δὲν ὑπάρχουν θεματολογικοὶ κανόνες: δὲν ὑπάρχουν θέματα ἐγγενῶς ποιητικὰ καὶ θέματα ἀπαγορευμένα. Τίποτε, λοιπόν, δὲν ἀποκλείει τὸ ἐνδεχόμενο νὰ γράφονται καὶ ποιήματα τῆς ἐπικαιρότητας, ποιήματα ἐμπνευσμένα ἀπὸ ἕνα ἐπίκαιρο γεγονός, ἢ ἀκόμη καὶ ποιήματα ποὺ σχολιάζουν τὰ ἐπίκαιρα γεγονότα. Χρειάζεται, ὅμως, ἀνεξαρτήτως τῆς θεματολογίας, ἐντιμότητα˙ καὶ χρειάζεται, ἐπίσης, χρόνος.

Διότι τὸ “θέμα” ἑνὸς ἀληθινοῦ ποιήματος δὲν εἶναι τὸ ἴδιο τὸ πραγματικὸ γεγονὸς ποὺ ἐνδεχομένως ἐμπνέει τὸν ποιητή, ἀλλὰ ἡ στάση τοῦ ποιητῆ ἀπέναντι στὸ γεγονὸς αὐτό: ἡ διαδικασία κατὰ τὴν ὁποία τὸ ἐξωτερικὸ γεγονὸς μετατρέπεται σὲ βίομμα (κατὰ τὴν εὑρηματικὴ ἀνορθογραφία τοῦ Γιώργου Χειμωνᾶ), ἡ διαδικασία δηλαδὴ κατὰ τὴν ὁποία τὸ ὀξὺ βλέμμα τοῦ ποιητῆ συλλαμβάνει τὸ γεγονός, τὸ οἰκειοποιεῖται, καὶ τὸ μετατρέπει σὲ ποιητικὴ πρώτη ὕλη. Ἡ ἐντιμότητα γιὰ τὴν ὁποία μιλῶ ἐπιβάλλει ὅτι ἡ ποιητικὴ πρώτη ὕλη ἀντλεῖται ἀπὸ αὐτὸ τὸ βιομματικὸ κοίτασμα καὶ ὄχι ἀπὸ μιὰ ἀνεπεξέργαστη πραγματικότητα ποὺ παραμένει ἐξωτερικὴ ἀφήνοντας τὸν ποιητὴ ψυχρό.

Ὁ χρόνος ποὺ πρέπει νὰ διατεθεῖ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα εἶναι ὁ χρόνος τῆς ἐπεξεργασίας τῆς πρώτης αὐτῆς ὕλης: ὁ χρόνος ποὺ ἀφιερώνεται, δηλαδή, κατ᾽ ἀνάγκην, στὴν δόμηση τοῦ ποιήματος καὶ στὴν ἀποκρυστάλλωση τῆς μορφῆς του. Καὶ αὐτός, στὶς περισσότερες περιπτώσεις, εἶναι πολὺς χρόνος καὶ δύσκολος˙ καὶ εἶναι, ἐπίσης, ψυχρὸς χρόνος, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι, καὶ πάλι γιὰ λόγους ἐντιμότητας, ἐπιβάλλεται ἡ ἀποστασιοποίηση τοῦ ποιητῆ ἀπὸ τὴν συγκίνηση τοῦ βιόμματος ὥστε νὰ γίνει δυνατὸς ὁ μέγιστος βαθμὸς συγκέντρωσης στὰ ἐκφραστικὰ μέσα, ποὺ θὰ ὁδηγήσει στὴν μέγιστα ἀκριβὴ ἀποτύπωση τοῦ βιόμματος αὐτοῦ μὲ ποιητικὸ τρόπο – ἐν θερμῷ, δηλαδὴ ὅσο ἀκόμη βρίσκονται ὑπὸ τὴν ἐπήρεια τοῦ βιόμματος, ἐλάχιστοι, νομίζω, ποιητὲς θὰ μποροῦσαν νὰ δομήσουν μὲ ἐπιτυχία καὶ μὲ ἀκρίβεια ἕνα ποίημα.

Μιλῶ, ἑπομένως, γιὰ μιὰ πορεία οἰκείωσης τοῦ γεγονότος κατ᾽ ἀρχὰς καὶ ἀποστασιοποίησης ἀπὸ τὸ βίομμα στὴ συνέχεια˙ γιὰ μιὰ πορεία κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ὁποίας ὀφείλει ὁ ποιητὴς μὲ ἐντιμότητα νὰ ἀντιμετωπίζει τὴν ἰσχυρὴ πιθανότητα ἀποτυχίας εἴτε στὴν πρώτη φάση εἴτε στὴ δεύτερη, ὥστε νὰ εἶναι ἕτοιμος καὶ πρόθυμος νὰ ἐγκαταλείψει τὴν προσπάθεια ἐφόσον τὸ διαφαινόμενο ἀποτέλεσμα δὲν εἶναι ποιητικό, δὲν εἶναι, δηλαδή, εἰλικρινές.

Ἴσως ἡ κύρια δυσκολία ποὺ ἀντιμετωπίζει ἡ ποίηση ἐπικαιρικῆς θεματολογίας νὰ εἶναι ἀκριβῶς ὅτι, ἐφόσον τὸ ποίημα δημοσιοποιεῖται ὅσο ἀκόμη ἡ θεματολογία παραμένει ἐπίκαιρη, μᾶλλον δὲν περισσεύει ἀρκετὸς χρόνος ὥστε ἡ διαδικασία τῆς σύνθεσης νὰ ὁλοκληρωθεῖ μὲ ἐπιτυχία. Ἄν, δέ, τύχει (ὅπως συχνὰ τυχαίνει) ἡ ἐπικαιρότητα νὰ ἀσκεῖ τὶς δικές της πιέσεις γιὰ τὴν ταχύτερη καὶ μαζικότερη δημοσιοποίηση τῶν ἐν λόγῳ ἐπίκαιρων πονημάτων, καὶ ὁ ποιητὴς διακρίνει (ὅπως συχνὰ διακρίνει) τὴν προοπτικὴ μιᾶς ἐξίσου μαζικῆς ὑποδοχῆς τῶν γραφτῶν του καὶ ἀποδοχῆς τοῦ ἴδιου, τότε ἡ ἀποτυχία τῶν δημοσιοποιηθέντων δῆθεν ποιημάτων εἶναι τόσο ἀναπόφευκτη ὅσο καὶ ὁ καταποντισμός, ἐν τέλει, τοῦ ποιητῆ, ὅταν τὰ περιρρέοντα θὰ ἔχουν πιὰ ξεχαστεῖ, συμπαρασύροντας στὴ λήθη καὶ τὰ ἀνέντιμα κατασκευάσματα ποὺ παρουσιάστηκαν κάποτε ὡς “ποιήματα ἐποχῆς”.

[πρώτη δημοσίευση στὴ bibliothèque]

ὀλιγόστιχα

Ὁ πεζὸς λόγος ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ ἁπλώνεται στὸν χῶρο καὶ στὸν χρόνο, διαθέτει τὴν πολυτέλεια τῆς ἔκτασης, μπορεῖ νὰ ταξιδέψει ὅσο θέλει, μπορεῖ νὰ συμπεριλάβει ὅσα ἐπιθυμεῖ. Ἡ ποίηση, ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, ἑστιάζει, προσηλώνεται, συμπυκνώνει. Στὴν ἔκταση ἐπὶ τῆς ὁποίας ἁπλώνεται ὁ πεζογράφος, ὁ ποιητὴς ἀντιπαραθέτει τὴν ἀκραία ἔνταση τῆς δικῆς του σύνθεσης.

Γνωρίζω, βεβαίως, πὼς κομίζω γλαύκα εἰς Ἀθήνας ἐπαναλαμβάνοντας αὐτὲς τὶς κοινότοπες διαπιστώσεις. Ἀναρωτιέμαι, ὅμως, μήπως στὴ διάρκεια τῶν δεκαετιῶν κατὰ τὶς ὁποῖες διατυπώνονται καὶ ἐπαναδιατυπώνονται, ἔχει ἐκφυλισθεῖ κάπως ἡ ἀντίληψή μας τῆς ἔννοιας αὐτῆς τῆς ποιητικῆς ἔντασης, μήπως ἔχει ὑπερτονισθεῖ ἡ ἀντίθεση μὲ τὴν ἔκταση τῆς πεζογραφίας, κατὰ τρόπο ὥστε πλέον νὰ θεωρεῖται ὅτι ἀρκεῖ ἡ μικρὴ ἔκταση γιὰ νὰ χαρακτηρισθεῖ ἕνα κείμενο ποιητικό. Μοῦ φαίνεται ὅτι ὑπάρχει σαφῶς μιὰ τάση ἀνάμεσα στοὺς σύγχρονους ποιητές μας, νὰ καταφεύγουν σὲ σύντομες ποιητικὲς φόρμες μὲ τὴν ψευδαίσθηση ὅτι ἀπὸ μόνη της ἡ συντομία θὰ σώσει τὶς γραφές τους˙ συχνὰ μάλιστα ἡ ψευδαίσθηση αὐτὴ συνοδεύεται ἀπὸ δεδηλωμένη καὶ ἐνίοτε θεωρητικοποιημένη περιφρόνηση πρὸς τὶς πιὸ πολύστιχες ἢ/καὶ ὀγκώδεις ποιητικὲς συνθέσεις, οἱ ὁποῖες θεωροῦνται αὐτοδικαίως ἔνοχες ἐγκλημάτων ὄπως ἡ φλυαρία, ἡ χαλάρωση, ἡ ἔλλειψη ἑστίασης, ἡ ἔλλειψη προσήλωσης, ἡ ἕλλειψη πύκνωσης.

Ἀσφαλῶς εἶναι πιθανὸ ἕνα πολύστιχο ἢ ὀγκῶδες ἔργο ποὺ παρουσιάζεται ὡς ποιητικὸ νὰ εἶναι, πράγματι, ἔνοχο αὐτῶν τῶν ἐγκλημάτων καὶ ἑπομένως νὰ μὴν εἶναι, τελικά, ποιητικό. Ἐξίσου πιθανὸ εἶναι, ὅμως, ἐπίσης, ἕνα σύντομο ἢ συντομότατο στιχούργημα νὰ εἶναι ἁπλῶς ἕνα σλόγκαν, ἕνα ἀνόητο ἀπόφθεγμα, ἕνα ἀσήμαντο λογοπαίγνιο, ποὺ θὰ λειτουργοῦσε ἐνδεχομένως ὡς διασκεδαστικὴ συνεισφορὰ κάποιου ἑτοιμόλογου συνομιλητῆ σὲ μιὰ κουβέντα, ἀλλὰ δὲν διαθέτει τὴν ἀναγκαία ἔνταση ὥστε νὰ λειτουργήσει ὡς ποίημα, κι ἂς μᾶς ἐκβιάζει γιὰ νὰ τὸ θαυμάσουμε ἡ ὡραιοπαθὴς πόζα του στὸ κέντρο τῆς ἄδειας σελίδας.

Ἀλλὰ τὸ λίγο δὲν εἶναι πάντα πυκνό, οὔτε τὸ πολὺ εἶναι πάντα νερωμένο. Ἡ ἔνταση εἶναι ἐξίσου ἀφόρητη καὶ στὰ εὐσύνοπτα Lustra καὶ στὰ ἐπικὰ Cantos τοῦ Πάουντ, γιὰ νὰ χρησιμοποιήσω διαφορετικὲς στιγμὲς τοῦ ἴδιου ποιητῆ ὡς παράδειγμα. Ὅπως ἡ ποσότητα δὲν μετατρέπεται αὐτομάτως καὶ ἀβρόχοις ποσὶ σὲ ποιητικὴ ποιότητα ἔτσι καὶ ἡ ποιότητα δὲν διατίθεται ἀπαραιτήτως, οὔτε καὶ ἀποκλειστικά, σὲ περιορισμένες ποσότητες. Ἡ ἀγωνία τῆς πύκνωσης δὲν μπορεῖ νὰ ὑποκατασταθεῖ ἀπὸ τὴν εὐκολία τῆς κενῆς ἀτάκας, ὅσο κι ἂν ἡ τελευταία μᾶς προδιαθέτει ὅτι δὲν μπορεῖ, ὅλο καὶ κάποια προσπάθεια θὰ ἔχει καταβληθεῖ, ὅλο καὶ κάποιο νόημα κάπου θὰ ἐλλοχεύει καὶ θὰ μᾶς διαφεύγει, τῶν ἀδαῶν. Ἀλλὰ ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς καμμιὰ φορά, ὁ βασιλιὰς εἶναι ἐντελῶς γυμνός, κι ἂς θαυμάζουν τὰ μινιμαλιστικά του ἐνδύματα οἱ αὐλικοί.

[πρώτη δημοσίευση στὴ bibliothèque]

ἀτελῆ

Διαβάζω τὰ ἀτελῆ ποιήματα τοῦ Καβάφη στὴν ἔκδοση τῆς Lavagnini, ὅπου δεκάδες προσχέδια, σχεδιάσματα, ἐκδοχές, διορθώσεις, παραλλαγὲς παρουσιάζονται γιὰ κάθε ποίημα. Μπορεῖ κανείς, ἂν ἔχει τὸν χρόνο καὶ τὸ κουράγιο, νὰ τὰ μελετᾶ γιὰ ὧρες καὶ νὰ διαπιστώνει πόσος κάματος ἀπαιτήθηκε καὶ πόση ἀβεβαιότητα συνόδευσε τὸν κάθε στίχο˙ καὶ παρ᾽ ὅλα αὐτά, ὁ ποιητὴς ἐγκατέλειψε κάποια στιγμὴ τὴν προσπάθεια, ἢ ἴσως δὲν πρόκαμε, δὲν ἔφθασαν τὰ ἔτη τοῦ βίου του, νὰ τὴν ὁλοκληρώσει: τὰ ποιήματα αὐτὰ ἔμειναν ἀτελῆ καὶ θὰ ἔμεναν ἴσως γιὰ πάντα θαμμένα ἂν δὲν ἔπεφταν στὰ χέρια τῶν φιλολόγων τὰ κατάλοιπα τοῦ ποιητῆ, ἢ ἂν ὁ ποιητὴς ἦταν κάποιος ἄσημος τοῦ μεσοπολέμου καὶ ὄχι ὁ Καβάφης.

Σκέφτομαι ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ τὰ σημειώματα, τὰ διάφορα “not for publication” ποὺ καρφίτσωνε πάνω σὲ ἀρκετὰ γραπτά του, καὶ ἀναρωτιέμαι: ἀλήθεια, ὁ ποιητὴς δὲν ἐπιθυμοῦσε νὰ δημοσιευθοῦν ποτὲ αὐτὰ τὰ γραπτά, ἢ μήπως προέβλεπε (καὶ ὑπομειδιοῦσε καθὼς τοῦ ἔρχονταν στὸ νοῦ οἱ μελλοντικὲς αὐτὲς δόξες) ὅτι κάποτε ὣς καὶ τὶς λίστες γιὰ τὰ ψώνια του θὰ θεωρήσουν ἄξιες δημοσίευσης οἱ μεγάλοι μας φιλόλογοι καὶ οἱ οἰκογένειές τους;

Πάντως, ἀκόμη κι ἂν ἤξερα μὲ βεβαιότητα ὅτι πράγματι δὲν ἤθελε νὰ δημοσιευθοῦν, ὅτι τὰ ἐννοοῦσε ὅλα ἐκεῖνα τὰ “not for publication, but may remain here”, ἀκόμη κι ἂν τὸν ἔβλεπα νὰ βρικολακιάζει ἔξαλλος γιὰ τὴν περιφορὰ τῶν καταλοίπων του στὴν ἀγορά, θὰ ἐπέμενα νὰ δημοσιευθοῦν, νὰ μᾶς δοθοῦν, νὰ τὰ διαβάσουμε, καὶ τὰ προσχέδια, καὶ τὰ σχέδια, καὶ τὶς διορθώσεις καὶ τὶς παραλλαγές˙ καὶ τὰ κρυμμένα, καὶ τὰ ἀδημοσίευτα, καὶ τὰ ἀποκηρυγμένα καὶ τὰ μισοτελειωμένα. Ὅσα ἔχουν μείνει, ὅσα ἔχουν διασωθεῖ, ἀλύπητα νὰ παραδοθοῦν στὴν πιὸ ἀδυσώπητη δημοσιότητα.

Γιατὶ τώρα πιὰ σπανίζουν αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰ κατάλοιπα, οἱ ποιητὲς γράφουν καὶ διαγράφουν σὲ ἐπεξεργαστὲς κειμένου, ἐξαφανίζουν αὐτόματα τὰ ἐπώδυνα ἴχνη τῶν ποιημάτων πατώντας ἕνα κουμπί, ἐξοστρακίζουν τὰ ἀτελῆ καὶ τὰ ἀποκηρυγμένα στὸ ψηφιακὸ ὑπερπέραν, ἐνῶ διατηροῦν ἀρχεῖα τέλεια, προσεκτικὰ τακτοποιημένα στοὺς σκληροὺς δίσκους του, μὲ κωδικὸ ὄνομα “ματαιοδοξία”, ἐλπίζοντας πὼς κάποιος ὑπότροφος θὰ βρεθεῖ καὶ γι᾽ αὐτούς, καὶ πὼς μετὰ ἀπὸ χρόνια ὅλο καὶ κάποιο ἐφοπλισμένο ἵδρυμα πολιτισμοῦ θὰ χρηματοδοτήσει τὴν μελέτη τῶν ἀσήμαντων ἀρχείων τους, ἐξασφαλίζοντάς τους τὴ μόνη τῆς ζωῆς τους ὑστεροφημία.

[πρώτη δημοσίευση στὴ bibliothèque]

φθόνος

Πάντα πίστευα πὼς μιὰ γρήγορη ἀνάγνωση ἀρκεῖ, ἂν ὁ σκοπὸς εἶναι ἁπλῶς ἀναγνωριστικός:  φαίνεται πρὶν ἀκόμη τελειώσει κανεὶς τὴν πρώτη ἀνάγνωση ἂν αὐτὸ ποὺ διαβάζει εἶναι πράγματι ποίημα ἣ ἁπλῶς παριστάνει τὸ ποίημα˙ δὲν χρειάζεται κανεὶς νὰ ἐπιμείνει, δὲν χρειάζεται νὰ βασανιστεῖ.

 

Τελευταῖα ἔχω ἀρχίσει νὰ ἀμφιβάλλω. Ὄχι γιὰ τὰ κείμενα ἐκεῖνα ποὺ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ θεωροῦσα ποιητικά, δὲν ἀμφιβάλλω γι᾽αὐτά, διότι αὐτὰ  παραμένουν ποιήματα μὲ ὅση καχυποψία καὶ ἂν τὰ ξαναδιαβάζω. Ἀμφιβάλλω, ὅμως, ὅλο καὶ περισσότερο, γιὰ ὅσα ἔχω ἀπορρίψει. Διότι μπορεῖ ἐμένα νὰ μοῦ φαίνεται ὄτι τὰ ἴδια τὰ ὑποτιθέμενα αὐτὰ ποιήματα δὲν ἔχουν λόγο ὕπαρξης, ἀλλὰ εἶναι πάρα πολλοὶ αὐτοὶ ποὺ διαλαλοῦν ὅτι τὰ ἀσήμαντα αὐτὰ κειμενάκια εἶναι ὄχι ἁπλῶς ποιήματα, ἀλλὰ σπουδαῖα ποιήματα.

 

Φαίνεται λοιπὸν πὼς δικό μου ἦταν τὸ λάθος, πὼς ἡ ἀντίληψή μου περὶ τῆς «ποιητικότητας» δὲν εἶχε καμμιὰ σχέση μὲ τὴν πραγματικότητα. Ἐξάλλου, ὅσο κι ἂν προσπάθησα, ὅσο κι ἂν μελέτησα, ποτὲ δὲν κατάφερα νὰ ὁρίσω τὴν «ποιητικότητα», ποτὲ δὲν κατάφερα νὰ περιγράψω τί εἶναι αὐτὸ ποὺ κάνει τὸ ποίημα ποίημα, τί εἶναι αὐτὸ ποὺ ὅταν λείπει, λείπει καὶ ἡ ποίηση. Ἁπλῶς ἀποφαινόμουν τόσα χρόνια, μὲ ἐπιπολαιότητα ὅπως προκύπτει, ὅτι ἐτοῦτο τάχα εἶναι ποίημα καὶ ἐκεῖνο τάχα δὲν εἶναι, στηριγμένος σὲ κάποιο ἀσαφὲς ἔνστικτο ποὺ προφανῶς λόγῳ ἀλαζονείας ἢ βλακείας θεωροῦσα ἀλάθητο, τρομάρα μου!

 

Βέβαια, ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, θὰ πρέπει νὰ μοῦ ἀναγνωρισθεῖ ὅτι μόνο ὡς πρὸς τίς, ἂς ποῦμε, ἀρνητικὲς κρίσεις ἔσφαλα: γιὰ ὅσα ποιήματα ἔχω θεωρήσει καλά, σπανίως διατυπώνουν ἀμφιβολίες οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ τὰ ποιητικὰ πράγματα˙ στὴ χειρότερη περίπτωση, δὲν διατυπώνουν τίποτα. Ἄρα, κατέληξα, τὸ πρόβλημά μου εἶναι πὼς δὲν μπορῶ νὰ διακρίνω τὴν ποίηση παντοῦ ὅπου ὑπάρχει, ὄχι πὼς δὲν μπορῶ νὰ τὴν διακρίνω καθόλου. Καὶ καθὼς ποιήματα προσπαθῶ κι ἐγὼ νὰ γράφω, ἐνδέχεται ὅλα ἐκεῖνα τὰ ποιήματα ποὺ ἐπαινοῦν οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ τὰ ποιητικὰ πράγματα ἐγὼ νὰ τὰ ἀπορρίπτω ὄχι μόνο λόγῳ ἀλαζονείας καὶ βλακείας, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ φθόνο. Εἶναι, μάλιστα, πολὺ πιθανὸ νὰ μὲ τυφλώνει ὁ φθόνος ἀκριβῶς ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ τὰ ποιητικὰ πράγματα ἐπαινοῦν ὅλα ἐκεῖνα τὰ ποιήματα, ἐνῶ σωπαίνουν (ὅταν εἶμαι τυχερός, διότι ἐνδέχεται καὶ νὰ ψέγουν) γιὰ τὰ δικά μου.

 

Αὐτὴ ἡ φρικτὴ ὑποψία (ἡ τόσο προφανής, ἐντούτοις, ἡ τόσο τετριμμένη) πολὺ μὲ ἔχει ταράξει. Καὶ προσπαθώντας νὰ τὴν ἀποδείξω ψεύτικη, ἐπιστρέφω τὸν τελευταῖο καιρὸ ὅλο καὶ συχνότερα σὲ ποιήματα ποὺ ἔχω κατὰ καιροὺς ἀποφασίσει ὅτι δὲν εἶναι ποιήματα, ἐπιστρέφω μὲ πρόθεση νὰ βασανίσω τὰ κριτήριά μου καὶ νὰ ἀποκαλύψω τὰ ταπεινὰ κίνητρά μου, ἐπιστρέφω καὶ ξαναδιαβάζω, καὶ ξαναδιαβάζω, καὶ ξαναδιαβάζω καὶ προσπαθῶ, καὶ προσπαθῶ πολὺ σκληρά, νὰ βρῶ τί μοῦ κρύβει τόσα χρόνια ὁ τυφλός μου φθόνος, ποιά πολύτιμη ποιητικὴ οὐσία ἀρνοῦμαι τόσα χρόνια νὰ ἀναγνωρίσω. Ἀλλὰ ἐξακολουθῶ νὰ μὴν βρίσκω τίποτα.

 

Καὶ τώρα ποὺ τὸ σκέφτομαι λίγο πιὸ ψύχραιμα, ἀντιλαμβάνομαι ὅτι δὲν θὰ βρῶ: δὲν μπορεῖ νὰ βρεῖ κανεὶς κάτι ποὺ δὲν ὑπάρχει. Ἡ λύση τοῦ προβλήματος δὲν εἶναι νὰ βρῶ τὴν «ποιητικότητα» ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ ἁπλῶς νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι τὴν βρῆκα, καὶ (ἂν τὸ ἀντέξει τὸ στομάχι μου) νὰ διαλαλήσω κι ἐγὼ ὅσα ἀκριβῶς διαλαλοῦν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ τὰ ποιητικὰ πράγματα. Διότι ἡ πραγματικὰ φρικτὴ ὑποψία ποὺ πιστεύω ὅτι μὲ πολὺ πιὸ ἐκκωφαντικὸ τρόπο ἐπιβεβαιώνεται εἶναι πὼς κάποιοι τοὐλάχιστον ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους γνωρίζουν ἐπίσης καλὰ ὅτι «ποιητικότητα» δὲν ὑπάρχει ἐκεῖ ὅπου διαλαλοῦν ὅτι κατοικεῖ. Ἔχουν ὅμως γερὸ στομάχι καὶ ἀποτελεσματικότατη μέθοδο γιὰ νὰ μὴν χρειαστεῖ νὰ φθονήσουν κανέναν ποτέ: νὰ λένε αὐτὸ ποὺ εἶναι χρήσιμο καὶ νὰ σωπαίνουν γιὰ ὅσα εἶναι ἀληθινά.

 

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]

φιλοδοξία

Ὅλοι ὅσοι γράφουμε καὶ ἐκθέτουμε τὰ γραπτά μας σὲ δημόσια θέα εἴμαστε φιλόδοξοι. Γράφουμε προφανῶς γιὰ νὰ μᾶς διαβάσουν καὶ πιστεύουμε (ἢ τοὐλάχιστον ἐλπίζουμε) ὅτι αὐτὰ ποὺ γράφουμε ἀξίζει νὰ διαβαστοῦν. Ἡ φιλοδοξία αὐτὴ μοῦ φαίνεται ἀναγκαία, καθὼς ἡ ἔλλειψή της ἀναγκαστικὰ συνεπάγεται τὴ σιωπή.

 

Οἱ περισσότεροι, ὅμως, ἀπὸ τοὺς διακινούμενους ποιητὲς φαίνεται πὼς ὑποκινοῦνται ἀπὸ  μιὰ φιλοδοξία διαφορετικοῦ τύπου, μιάν, ἂς ποῦμε, ρεαλιστικὴ φιλοδοξία (κατὰ τὴν Realpolitik):  νὰ συνθέσουν ποιήματα ποὺ νὰ ἀρέσουν στοὺς δυνάμει ὁμοίους τους, ποιήματα ποὺ θὰ τοὺς ἐξασφαλίσουν τὴν ἔνταξή τους στὸ κλὰμπ τῶν ποιητῶν καὶ τῶν ἀνθρώπων τῶν γραμμάτων, ὥστε νὰ συλλέξουν τὰ σχετικὰ ὀφέλη, ἄυλα (ἀναγνώριση, ἐπαίνους, βραβεῖα, δόξα) ἀλλὰ καὶ χειροπιαστἀ (δημόσιες ἢ ἡμιδημόσιες ἀμειβόμενες θέσεις, ἐπιχορηγήσεις, ὑποτροφίες, ἴσως ἀκόμη καὶ εἰσπράξεις ἀπὸ πωλήσεις ἢ δραματοποιήσεις ποιημάτων).

 

Συνήθως ἡ ρεαλιστικὴ φιλοδοξία παράγει ποιήματα πολτοῦ, ἀλλὰ ἂν εἴμαστε δίκαιοι θὰ πρέπει νὰ παραδεχθοῦμε, κι ἂς μὴν τὸ θέλουμε, ὅτι ὑπάρχουν σαφῶς καὶ περιπτώσεις ρεαλφιλόδοξων ποιητῶν ποὺ γράφουν καλὰ ποιήματα. Στὸ κάτω κάτω δὲν εἶναι τόσο δύσκολο νὰ γράψει κανεὶς ἕνα καλὸ ποίημα. Ἀρκεῖ νὰ ξέρει γράμματα, νὰ διαθέτει λίγο μυαλὸ καὶ νὰ εἶναι ἀποφασισμένος: μπορεῖ τότε νὰ ἐφαρμόσει ὅσα τὸν διδάσκει ἡ μελέτη τῆς ποίησης ὥστε τεχνικὰ νὰ εἶναι ἀποδεκτὸ τὸ δημιούργημά του, νὰ ἐπιλέξει κάποιο θέμα ἐνδιαφέρον καὶ κατὰ προτίμηση ἐπίκαιρο, νὰ τὸ ἐπεξεργασθεῖ μὲ τρόπο ὑπολογισμένα καινοφανή, καὶ νὰ ξοδέψει κάποιες ὧρες συνθέτοντας τὸ ποίημά του μὲ προσοχὴ καὶ μὲ σεβασμὸ στὶς σύγχρονες τάσεις καὶ στὶς ἀπαιτήσεις τῆς ἐποχῆς.

 

Φοβᾶμαι, ὅμως, πὼς ἡ ρεαλιστικὴ φιλοδοξία ἔχει μᾶλλον κοντὰ ποδάρια. Διότι στὴν καλύτερη περίπτωση θὰ ὁδηγήσει σὲ λίγα καλὰ ποιήματα καὶ στὴν χειρότερη σὲ λίγα πρόσκαιρα ὀφέλη. Ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νὰ  ὁδηγήσει σὲ ποιήματα σημαντικά. Τὸ σημαντικὸ προϋποθέτει ἄλλου εἴδους φιλοδοξία, τὸ σημαντικὸ προϋποθέτει νὰ ἐπιθυμεῖ κανεὶς νὰ συνθέσει ἕνα ποίημα ποὺ θὰ ἀξίζει νὰ διαβαστεῖ, δηλαδὴ ἕνα ποίημα ποὺ θὰ διαφέρει, ποὺ θὰ προσθέτει, ποὺ θὰ προωθεῖ τὴν ὑπόθεση τῆς ποίησης – καὶ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰ ποιήματα ἀντιμετωπίζουν τὴν ἐχθρότητα τῶν ρεαλιστῶν˙ καὶ δικαίως, διότι καθὼς ἀνατρέπουν τὰ δεδομένα, ἀποτελοῦν ἀπειλή, τόσο γιὰ τοὺς ρεαλφιλόδοξους, ὅσο καὶ γιὰ ἐκείνους ποὺ τρέφουν καὶ ἀνταμείβουν τὶς ρεαλιστικὲς φιλοδοξίες ὥστε νὰ διασωθοῦν.

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]

ἡ πλήρης τάξη

Προσφάτως μὲ ρώτησε καλὸς φίλος τὴ γνώμη μου γιὰ ἕναν σύγχρονο ποιητή. «Καλὸς εἶναι» τοῦ εἶπα, «ἐνίοτε μάλιστα πολὺ καλός, ἀλλὰ δὲν εἶναι σημαντικός». Τὴν ἰδιωτικὴ αὐτὴ ἐτυμηγορία τὴν ξεστόμισα χωρὶς νὰ πολυσκεφτῶ καὶ χωρὶς νὰ εἶμαι καθόλου σίγουρος ὅτι θὰ μποροῦσα νὰ ἐξηγήσω τί ἐννοῶ «σημαντικός». Καὶ φυσικά, τιμωρήθηκα. Ἀμέσως ὁ φίλος μου, χαμογελώντας σαρδόνια,  μὲ ρώτησε, πλατωνικῷ τῷ τρόπῳ, «τί εἶναι σημαντικός;». Ἀπάντηση, βέβαια, δὲν μπόρεσα νὰ δώσω, ἀλλὰ ἔδωσα, τοὐλάχιστον, ἕνα ἀμφιλεγόμενο, ὅπως ἀποδείχθηκε, παράδειγμα. Ὁ Σινόπουλος, τοῦ εἶπα, εἶναι μᾶλλον καλὸς ποιητής, ὄχι ὅμως σημαντικός. Ὁ Παπατσώνης, ὅμως, εἶναι προφανῶς σημαντικός. Ἡ σχετικὴ συζήτηση μὲ τὸν σαρδόνιο φίλο δὲν κράτησε πολύ˙ σχεδὸν ἀμέσως ἄλλαξα θέμα, καθὼς διαπίστωσα ὅτι δὲν μποροῦσα νὰ ἐκφράσω αὐτὸ ποὺ ἐννοοῦσα, διότι ἴσως δὲν ἤξερα καλὰ καλὰ τί ἐννοοῦσα.

 

Παρηγορήθηκα κάπως, ἐκ τῶν ὑστέρων, γιὰ τὴν ἀποτυχία μου νὰ λύσω τὸ πρόβλημα ἑρμηνείας ποὺ δημιούργησα, ξαναδιαβάζοντας ἕνα κείμενο τοῦ Ἔλιοτ, μὲ τίτλο «What is Minor Poetry?» δημοσιευμένο πρὶν ἑβδομήντα χρόνια. Παρηγορήθηκα, διότι καὶ ὁ Ἔλιοτ φαίνεται νὰ δυσκολεύεται νὰ ὁρίσει τί εἶναι μείζων καὶ ἐλάσσων ποίηση, καὶ μάλιστα δηλώνει ἐξ ἀρχῆς καὶ ἀπερίφραστα ὅτι δὲν προτίθεται νὰ τὴν ὁρίσει στὶς δεκαοκτὼ σελίδες ποὺ ἀκολουθοῦν! Βεβαίως, ἕνας μείζων ποιητὴς δὲν εἶναι ἀπαραιτήτως καὶ σημαντικός, οὔτε ἕνας ἐλάσσων ἀσήμαντος, ἀλλὰ ὁ Ἔλιοτ στὴν πραγματικότητα μιλᾶ γιὰ σημαντικὴ ἢ σπουδαία ποίηση, χρησιμοποιώντας τὸ important καὶ τὸ major ὡς συνώνυμα.

 

Γιὰ τὸν Ἔλιοτ, σημαντικὸς ποιητὴς δὲν εἶναι ἀπαραιτήτως αὐτὸς ποὺ ἔχει γράψει μεγάλα, συνθετικὰ ποιήματα, οὔτε ἐλάσσων ἢ ἀσήμαντος αὐτὸς ποὺ ἔχει γράψει μόνο μικρὰ ποιήματα. Τὸ πρῶτο κριτήριο ποὺ θέτει ἔχει νὰ κάνει μὲ τὴν ἀντίδραση ποὺ προκαλεῖ τὸ ἔργο στὸν ἀναγνώστη ποὺ ἀγαπᾶ τὴν ποίηση: τὸ ἔργο ἑνὸς μείζονος ποιητῆ, μᾶς λέει, παρωθεῖ τοὺς ἀναγνῶστες νὰ ἀναζητήσουν, καὶ νὰ διαβάσουν, ὅ,τι ἄλλο ἔχει γράψει ὁ ἐν λόγῳ ποιητής. Βεβαίως, τὸ κριτήριο αὐτὸ δὲν εἶναι ἐπαρκῶς άσφαλές, καθὼς ὁ ἀναγνώστης, ἀκόμη καὶ ὁ ἐραστὴς τῆς ποίησης, θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ἁπλῶς κακόγουστος καὶ ἐντελῶς ἀπρόθυμος νὰ προσπαθήσει νὰ βελτιώσει τὸ γοῦστο του. Τὸ ἑπόμενο κριτήριο ποὺ θέτει, ὅμως, ὁ Ἔλιοτ, μοῦ φαίνεται πιὸ ἀσφαλές, ἂν καὶ ὄχι ἀπαραίτητα πιὸ σαφές: ὁ μείζων ποιητὴς χαρακτηρίζεται, μᾶς λέει, ἀπὸ μιὰ ἑνότητα ποὺ διατρέχει τὸ ἔργο του, τέτοια ὥστε ἡ ἀνάγνωση ὅλου τοῦ ἔργου φωτίζει τὴν ἀνάγνωση τῶν μεμονωμένων ποιημάτων. Καὶ μάλιστα, διαβάζοντας τὸ ἕνα ποίημά του μετὰ τὸ ἄλλο, ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι δὲν πρόκειται γιὰ μία ἀπὸ τὰ ἴδια, δὲν πρόκειται γιὰ ἁπλὴ ἐπανάληψη μιᾶς πετυχημένης συνταγῆς (ὅπως, ἂς ποῦμε, στὴν περίπτωση πολλῶν συγχρόνων ποιητῶν καὶ ποιητριῶν στὴ χώρα μας), ἀλλὰ τὸ κάθε ποίημα προσθέτει κάτι στὸ σῶμα τοῦ ἔργου καὶ ἐπιπροσθέτως ἡ γνώση τοῦ ὅλου ἔργου προσθέτει κάτι στὸ κάθε ποίημα. Ἡ πιὸ χαρακτηριστικὴ περίπτωση μείζονος ποιητῆ, μὲ αὐτὴ τὴν ἔννοια, στὰ καθ᾽ ἡμᾶς, εἶναι προφανῶς ὁ Καβάφης.

 

Ἐπιστρέφοντας, ὅμως, στὸ παράδειγμα ποὺ ἔδωσα στὸν σαρδόνιο φίλο, μοῦ φαίνεται πὼς καὶ ὁ Παπατσώνης εἶναι ὁπωσδήποτε μείζων μὲ τὴν ἐλιοτικὴ ἔννοια: ἔργο σχετικὰ μικρὸ σὲ ἔκταση, ὅπου κάθε ποίημα προσθέτει στὸ ὅλο οἰκοδόμημα καὶ ἐπιπλέον ἡ γνώση τοῦ οἰκοδομήματος ἐντείνει τὴν ἀναγνωστικὴ ἀπόλαυση ποὺ προσφέρει τὸ κάθε ποίημα. Ὁ Σινόπουλος ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἂν καὶ προφανέστατα ἡ πρόθεση καὶ ἡ ἐπιδίωξή του ἦταν ἀκριβῶς νὰ δημιουργήσει μεῖζον ἔργο στὰ χνάρια τοῦ Σεφέρη, δὲν μοῦ φαίνεται νὰ ἔχει ἐπιτύχει: τὰ ποιήματά του διαβάζονται βεβαίως, καὶ κάποια εἶναι καλά, ἀλλὰ στὸ ἔργο του λείπει ἡ ἑνότητα, λείπει ἡ πρόσθετη νοηματοδότηση ποὺ τὰ μεμονωμένα ποιήματα θὰ προσλάμβαναν ἀπὸ τὸ ὅλον. Στὰ συνθετικά του, δέ, ποιήματα, ἐνίοτε ἔχει κανεὶς τὴν αἴσθηση μιᾶς ἐπανάληψης ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἔχει ἀποφευχθεῖ, ἑνὸς μηρυκασμοῦ ποὺ δὲν προσθέτει τίποτε στὸ ποιητικὸ σῶμα. Ἑντούτοις, στὴν κοινὴ ἀντίληψη, ποὺ ἀποτυπώνεται τόσο στὴν κριτικὴ ὅσο καὶ στὴν ἱστορία τῆς λογοτεχνίας, ὁ Σινόπουλος καὶ ὄχι ὁ Παπατσώνης εἶναι αὐτὸς ποὺ θεωρεῖται μείζων ποιητής. Καὶ ἴσως τελικὰ νὰ ἔχει δίκηο ἡ κοινὴ ἀντίληψη: ἴσως μείζων ποιητὴς νὰ εἶναι ἁπλῶς αὐτὸς ποὺ μᾶς ἔχουν μάθει νὰ ἀναγνωρίζουμε ὡς μείζονα.

 

Ἀλλὰ ἐπιμένω ὅτι ὁ μείζων ποιητής, ἀκόμη καὶ μὲ τὴν ἐλιοτικὴ ἔννοια, δὲν εἶναι ἀπαραιτήτως σημαντικός. Καί, παραδόξως, τὸ κλειδὶ γιὰ νὰ καταλάβω τί εἶναι αὐτὸ ποὺ λείπει, τί εἶναι αὐτὸ ποὺ κάνει ἕνα ποίημα σημαντικό, τὸ δίνει ὁ ἴδιος ὁ Ἔλιοτ, στὸ ἴδιο κείμενο, ἂν καὶ θεωρεῖ ὅτι τὸ χαρακτηριστικὸ ποὺ περιγράφει ἀποτελεῖ προϋπόθεση γιὰ κάθε γνήσιο ποίημα, ἐνῶ ἐμένα μοῦ φαίνεται ὅτι ἀποτελεῖ τὸ πιὸ οὐσιῶδες στοιχεῖο τοῦ σημαντικοῦ ποιήματος: ὁ ποιητής, μᾶς λέει, πρέπει νὰ ἔχει κάτι νὰ πεῖ, τὸ ὁποῖο νὰ εἶναι ἔστω λίγο διαφορετικὸ ἀπὸ ὅ,τι ἔχει ἤδη πεῖ ὁποιοσδήποτε ἄλλος˙ καὶ ἐπιπλέον τὸ διαφορετικὸ ποὺ ἔχει νὰ πεῖ δὲν τὸ λέει ἁπλῶς μὲ διαφορετικὸ τρόπο, ἀλλὰ μὲ τὸν μοναδικὸ διαφορετικὸ τρόπο ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἐκφράσει τὴν διαφορά.

 

Ἐδῶ λοιπὸν μπορεῖ νὰ ἐντοπισθεῖ τὸ βασικὸ χαρακτηριστικὸ τοῦ σημαντικοῦ ποιήματος: ἔχει κάτι διαφορετικὸ νὰ πεῖ καὶ ἔχει βρεῖ τὸν (μοναδικὸ) διαφορετικὸ τρόπο νὰ τὸ πεῖ. Ἑπομένως, οὐσιῶδες στοιχεῖο εἶναι τὸ θέμα τοῦ ποιήματος, καὶ αὐτὸ ἐπιβάλλει καὶ συγκεκριμένη τεχνικὴ ἢ «ἔκφραση». Ὁ Παπατσώνης προφανῶς περνάει καὶ αὐτὸ τὸ τέστ. Οἱ πολλοὶ ὄχι. Διότι τὸ κύριο πρόβλημα μὲ τοὺς πολλοὺς (ἀκόμη καὶ μὲ θεωρούμενες μείζονες ποιήτριες καὶ ποιητὲς) εἶναι ἀκριβῶς ἡ μανιέρα, ἡ ὁποία φοριέται σὲ ὅλα τους τὰ ποιήματα ἀνεξαρτήτως θέματος, ἂν βέβαια (πράγμα σπάνιο καὶ ἀμφίβολο) ὑπάρχει θέμα. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι κανένα καινούριο ποίημά τους δὲν προσθέτει τίποτε ὄχι ἁπλῶς στὸ συνολικὸ σῶμα τῆς ποίησης, ἀλλὰ οὔτε κἂν στὴ δική τους ποίηση.

 

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]

φύλο ἄδηλο

Ἡ ὁμοφυλοφιλικὴ ποίηση δὲν ἔχει ἐλπίδες στὴν Ἑλλάδα. Ξέρω, φαίνεται ἀστεῖο ὅτι ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα στὴ χώρα τῆς Σαπφοῦς καὶ τοῦ Καβάφη, ἀλλὰ εἶναι ἀληθινό – τόσο ἀληθινὸ ὅσο ἀναληθὴς εἶναι ἡ ποίηση τοῦ συρμοῦ.

 

Φυσικά, τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ὁμοφυλόφιλη ἐπιθυμία δὲν ἐκφράζεται, ἢ δὲν ἐκφράζεται σαφῶς, στὴν ποίηση τοῦ συρμοῦ δὲν σημαίνει ὅτι δὲν ὑπάρχει: ἀσφαλῶς ὑπάρχουν ὁμοφυλόφιλοι ποιητὲς καὶ ὁμοφυλόφιλες ποιήτριες, ἁπλῶς ἡ ἐπιθυμία τους εἴτε ἀποφεύγει νὰ ἐκφρασθεῖ ποιητικὰ εἴτε ἐκφράζεται τόσο ὑπαινικτικά, ὥστε ἀκόμη καὶ στὴν ἐποχὴ τοῦ Καβάφη καὶ τοῦ Wilde θὰ θεωροῦνταν, τὸ λιγότερο, τὸ ἀποτέλεσμα θὰ θεωρεῖτο ἄτολμο.

 

Ἀκόμη καὶ σὲ ἐρωτικὰ ποιήματα ἀνθρώπων ποὺ ἀγαποῦν ὁμοφύλους δὲν ἐντοπίζει κανεὶς παρὰ σὲ πολὺ λίγες, σπάνιες περιπτώσεις, δηλώσεις τοῦ φύλου τοῦ ἀντικειμένου τοῦ πόθου˙ οἱ δηλώσεις αὐτὲς ἔρχονται μάλιστα, συνήθως, στὰ «ὕστερα» ποιήματα τῶν ὁμοφυλόφιλων ποιητῶν, ἀφοῦ πρῶτα ἔχουν καταφέρει δηλαδὴ νὰ καθιερωθοῦν ἀποσιωπώντας καὶ ψευδόμενοι. Στὶς συντριπτικὰ περισσότερες περιπτώσεις, πάντως, ἀκόμη καὶ μετὰ τὴν καθιέρωση, τὸ φύλο παραμένει ἄδηλο καὶ ἐπιστρατεύονται ὅλοι οἱ τρόποι τῆς συντακτικῆς καὶ σημασιολογικῆς ἀσάφειας ἀκριβῶς γιὰ νὰ μὴν ἀποκαλυφθεῖ: ἔντεχνη (καὶ ἐνίοτε κακότεχνη) ἀποφυγὴ ἐπιθέτων ποὺ θὰ ὤφειλαν νὰ εἶναι ἀρσενικὰ ἢ θηλυκά, χρήση τοῦ δεύτερου προσώπου ὥστε νὰ μὴν χρειαστοῦν προδοτικὲς τριτοπρόσωπες ἀντωνυμίες, περιορισμένες ἢ ἀνύπαρκτες ἀναφορὲς στὸ σῶμα καὶ στὰ μέλη του, ἀποφυγὴ περιγραφῆς τοῦ ἀντικειμένου τοῦ πόθου, ὑπερβολικὴ χρήση τῆς ἀφαίρεσης καὶ τῆς γενίκευσης.

 

Νὰ σημειώσω ἐδῶ ὅτι ἡ ἀπόκρυψη αὐτὴ δὲν ὑπηρετεῖ καμμιὰ αἰσθητικὴ ἢ ποιητικὴ ἀντίληψη. Δὲν πρόκειται γιὰ τὸ εἶδος τῆς ἀπόκρυψης ποὺ κλείνει τὸ μάτι στὸν ἀναγνώστη, τὴν ὁποία ἀξιοποιεῖ ποιητικά, ἂς ποῦμε, ὁ Καβάφης (σὲ ἄλλες ἐποχές, μὲ ἄλλα ἤθη), διότι ὁ Καβάφης, κινούμενος ἀσφαλῶς σὲ ἕνα περιβάλλον πολὺ λιγότερο ἀνεκτικό, κατάφερε τὴν  ἀπόκρυψη (ποὺ πάντως ἦταν πολὺ λιγότερο ἐνοχικὴ) νὰ τὴν μετατρέψει σὲ ἀφόρητη ποιητικὴ ἔνταση, ὅπως ἔχει δείξει ἤδη ἀπὸ τὸ 1983 ὁ σπουδαῖος Νίκος Φωκᾶς.

 

Ἡ ἀπόκρυψη, ὅμως, στὰ ἐρωτικὰ ποιήματα τῶν σύγχρονων ὁμοφυλόφιλων ποιητῶν καὶ ποιητριῶν ποὺ φιλοδοξοῦν (καὶ συχνότατα καταφέρνουν) νὰ ἐνταχθοῦν στὸν κανόνα τοῦ ἐγχώριου λογοτεχνικοῦ main stream δὲν ἀποτελεῖ αἰσθητικὴ ἐπιλογή, ἀλλὰ (ἂς τὸ θέσω εὐγενικὰ) προγραμματικὴ ἠθικὴ ὑποχώρηση. Ὁ ἔρωτας στὰ δῆθεν ἐρωτικὰ αὐτὰ ποιήματα καταντᾶ ἄνευρος καὶ ἄφυλος, ἐνῶ ἡ ὑπερφίαλη ἔκφραση καλύπτει τὴν ἀναλήθεια τοῦ ποιήματος.

 

Καὶ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι, καὶ δὲν ἦταν ποτέ, ὅτι δὲν γράφονται ὁμοφυλοφιλικὰ ποιήματα. Τὸ ζήτημα εἶναι πὼς ἡ ποίηση γράφεται μὲ κριτήριο τὴν δεκτικότητα τῆς λογοτεχνικῆς ἀγορᾶς: οἱ ἐπίδοξοι ποιητὲς προφανῶς ἔχουν κάνει τὴ σχετικὴ ἔρευνα τῆς λογοτεχνικῆς ἀγορᾶς καὶ ἔχουν καταλήξει ὅτι τὸ τίμημα τῆς ἀποδοχῆς εἶναι ἡ ἀναλήθεια, ἡ ἐπὶ παραγγελία στιχοπλοκία. Στὸν ἀπολιθωμένο λογοτεχνικὸ χῶρο ὅπου κινοῦνται, ὑπάρχει σαφῶς ἀπαγορευμένη θεματολογία: ὁ «ὐπερβολικὸς» ὁμοερωτισμὸς προφανῶς ἀπαγορεύεται, τοὐλάχιστον πρὸ τῆς καθιερώσεως˙ καὶ ἡ κάθε ποιήτρια ἐπιτρέπεται νὰ κάνει ὅ,τι θέλει στὸ κρεββάτι της, ἀλλὰ στὰ ποιήματά της ὀφείλει «νὰ μὴν προκαλεῖ». Εἰδάλλως, θὰ ἐξοστρακιστεῖ στὰ χαντάκια τοῦ περιθωρίου, κι ἂν εἶναι τυχερὴ ἴσως βρεῖ ἕνα κάποιο κοινὸ στὸ ἰλλουστρασιὸν χιπστεριό, ἀλλὰ πάντως ἀπὸ τὸν λογοτεχνικὸ κανόνα θὰ παραμείνει ἀποκλεισμένη.

 

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]

συνταγὴ

Πρὶν λίγα μόλις χρόνια, ὄχι πάνω ἀπὸ εἴκοσι, ὁμολογοῦσε κανεὶς μόνο σὲ στενοὺς φίλους, καὶ μόνο χαμηλόφωνα καὶ ἐμπιστευτικά, ὅτι γράφει ποιήματα. Ἀκόμη κι ἔτσι, ὅμως, αἰσθανόταν καὶ κάπως ἄβολα μὲ αὐτὴν τὴν ἐκμυστήρευση, καθὼς συχνότατα (καὶ δικαίως, τὶς περισσότερες φορές) μιὰ τέτοια δήλωση, ἀκόμη καὶ ἂν γινόταν σὲ συνθῆκες ἐχεμύθειας, ἀντιμετωπιζόταν μὲ χλευασμό. Πλέον, φαίνεται ὅτι ἔχουν ξεπεραστεῖ αὐτὰ τὰ συμπλέγματα: τὸ νὰ λέει κανεὶς ὄχι ἁπλῶς ὅτι γράφει ποιήματα ἀλλὰ καὶ ὅτι εἶναι ποιητὴς ἔχει φτάσει νὰ θεωρεῖται, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, ἐξίσου θεμιτό, καὶ ἐπιθυμητὸ σὲ κάποιους κύκλους, μὲ τὸ νὰ λέει ὅτι εἶναι διευθυντὴς πολιτικοῦ γραφείου γνωστοῦ βουλευτῆ ἢ ἠθοποιὸς μὲ καριέρα σὲ δημοφιλῆ σήριαλ τῆς τηλεόρασης.

 

Τὶς αἰτίες αὐτῆς τῆς ἀλλαγῆς στὴν κοινὴ πρόσληψη δὲν μπορῶ νὰ τὶς προσδιορίσω μὲ βεβαιότητα, ὑποθέτω, ὅμως, πὼς ἔχουν παίξει κάποιο ρόλο:

  • τὰ μέσα κοινωνικῆς δικτύωσης μὲ τὴν ὑπερπροσφορὰ ποιήσεως, ἀκέραιας ἢ ἐξ ἀποσπασμάτων, μὲ ἢ χωρὶς φλορὰλ εἰκόνες,
  • ἡ πληθώρα χώρων, εἰκονικῶν καὶ ἔντυπων, ὅπου μπορεῖ κανεὶς ἀνέξοδα νὰ δημοσιεύσει τὶς ποιητικές του ἀπόπειρες,
  • ἡ σωρεία βραβείων καὶ διακρίσεων ποὺ ἀφειδῶς καὶ ἐνίοτε ἀκατανοήτως ἐπιδαψιλεύονται σὲ νέους ποιητές,
  • οἱ ἀλλεπάλληλες ἀποθεωτικὲς παρουσιάσεις βιβλίων, δίκην μπουλουκιοῦ, ἀπὸ χωρίου εἰς χωρίον
  • ἡ γενναιόδωρη προβολὴ τῶν νέων (καὶ ὡραίων) ποιητῶν ἀπὸ τὰ ἀγοραῖα, ἔστω καὶ ἂν διανέμονται δωρεάν, ἔντυπα, μὲ φωτογραφικὰ ἀφιερώματα τύπου «ὁ George Le Nonce καὶ οἱ γάτοι του μαγειρεύουν sushi».

 

Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὅποιες κι ἂν εἶναι οἱ αἰτίες, τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι δεδομένο: ἡ ἰδιότητα «ποιητὴς» δὲν ἐπιφέρει πλέον χλεύη, οὔτε ὁδηγεῖ τοὺς φέροντες στὴν ἀνυποληψία˙ ἀντιθέτως, μπορεῖ ὄχι μόνον δόξα ἀλλὰ ἀκόμη καὶ γκόμενο/γκόμενα νὰ σοῦ ἐξασφαλίσει, ἂν παίξεις τὰ χαρτιά σου σωστά, ἄν, δηλαδή, φροντίσεις ὄχι ἁπλῶς νὰ γράφεις ποιήματα, ἀλλὰ νὰ γράφεις μὲ τέτοιον τρόπο ὥστε νὰ προσπορισθεῖς τὴν μέγιστη δυνατὴ ἀποδοχή, τὴν τιμητικότερη δυνατὴ ὑποδοχή, τὸν πιὸ ἀπύθμενο δυνατὸ θαυμασμό. Χρειάζεται μόνον νὰ ἀκολουθήσεις καὶ στὴν ποίησή σου καὶ στὴν ἐν γένει (δημόσια τοὐλάχιστον) συμπεριφορά σου μερικοὺς ἁπλοὺς κανόνες.

 

Ὁ πρῶτος κανόνας εἶναι θεματολογικός: τὸ ποιητικό σου πόνημα, εἴτε χαϊκοὺ εἶναι εἴτε ἔπος, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἔχει ξεκάθαρο θέμα. Μπορεῖς, ἀσφαλῶς, νὰ ἀναφέρεσαι, ἤ, ἀκόμη καλύτερα, ὑπογείως νὰ ἐγγίζεις θέματα ὅπως ἡ ἀγωνία τῆς ὕπαρξης, ὁ χρόνος καὶ ἡ μνήμη, ἡ ποίηση καὶ ἡ τέχνη γενικότερα, ἡ ἀγωνία τῆς ἐπίδρασης, καὶ ἡ οὐρανία Ἀφροδίτη. Ὁ ἀναγνώστης, ἐντούτοις, δὲν θὰ πρέπει σὲ καμμιὰ περίπτωση νὰ μπορεῖ μὲ βεβαιότητα νὰ διακρίνει συγκροτημένο θέμα στὸ πόνημά σου, μόνον νύξεις θεμάτων, διότι ἡ ποίηση, ὅπως ξέρουμε ἀπὸ τὶς σχολικὲς ἤδη ἀναλύσεις, εἶναι λόγος ὑπαινικτικός. Παρ᾽ ὅλ᾽ αὐτά, νὰ θυμᾶσαι ὅτι ὑπάρχουν θέματα τὰ ὁποῖα δὲν συμφέρει οὔτε ἀκροθιγῶς νὰ ὑπαινιχθεῖς, ὅπως, γιὰ παράδειγμα, οἱ μὴ ἐξιδανικευμένες σαρκικὲς ἀπολαύσεις. Φρόντισε, λοιπόν, κατὰ τὴ διόρθωση τῶν πονημάτων σου, νὰ προσθέσεις ὀλίγα νεφελώματα, κατὰ προτίμηση ἀρχαιοπρεπῆ, σὲ ὁποιαδήποτε ἀναφορὰ στὰ σώματα καὶ στὶς ἡδονές τους. Ἔτσι, ὄχι ἁπλῶς δὲν θὰ κατηγορηθεῖς γιὰ «χυδαιότητα», ἀλλὰ θὰ ἐπαινεθεῖς γιὰ τὴν ὑπόρρητη αἴσθηση τοῦ ἐρωτισμοῦ ποὺ διαπνέει τὶς γραμμές σου.

 

Ὁ δεύτερος κανόνας εἶναι λεξιλογικός: τὸ σῶμα τοῦ ποιητικοῦ σου ἔργου θὰ πρέπει νὰ περιλαμβάνει λέξεις σπάνιες, οἱ ὁποῖες θὰ ἀναγκάσουν τὴν συντριπτικὴ πλειονότητα τῶν ἀναγνωστῶν νὰ ἀνατρέξει στὰ λεξικά. Δὲν χρειάζεται οἱ λέξεις αὐτὲς νὰ εἶναι πολλές, τρεῖς τέσσερις ἀνὰ συλλογὴ ἀρκοῦν, καὶ πάντως ὄχι περισσότερες ἀπὸ τρεῖς ἀνὰ δεκαεξασέλιδο. Διότι ὅπως μᾶς ἔχει διδάξει ἡ σχετικὴ ἐπιφυλλιδογραφία, ἡ λεξιθηρία δὲν εἶναι ἀρετή (ὅλα τὰ εἰς -θηρία εἶναι ἀποφευκτέα), ἀλλὰ τὸ πλούσιο λεξιλόγιο ἀποτελεῖ βασικὴ προϋπόθεση γιὰ ὁποιοδήποτε συγγραφικὸ ἔργο, πόσο μᾶλλον γιὰ ἔργο ποιητικό. Διάλεξε λοιπὸν μερικὲς τυχαῖες λέξεις ἀπὸ τὸ πόνημά σου καὶ ἀντικατάστησέ τες μὲ σπανιότερες ποὺ θὰ βρεῖς στὰ λεξικὰ συνωνύμων. Καὶ μὴ σὲ ἀνησυχεῖ ἂν πρόκειται γιὰ λέξεις ποὺ δὲν χρησιμοποιήθηκαν τὰ τελευταῖα δυὸ τρεῖς χιλιάδες χρόνια, ὡς ποιητὴς εἶσαι αὐτονοήτως ὁπαδὸς τῆς ἑλληνικῆς γλωσσικῆς ἑνότητας: ἡ γλώσσα εἶναι μία, καὶ ὅπως ἡ Μακεδονία, εἶναι ἑλληνική. Μὴ σὲ ἀνησυχεῖ ἐπίσης ἂν δὲν γνωρίζεις πῶς κλίνονται οἱ λέξεις ποὺ ἐπέλεξες, ἢ ἂν σοῦ διαφεύγει κάποια πτυχὴ τῆς σημασίας τους, νὰ θυμᾶσαι πὼς εἶσαι ποιητὴς καὶ ἑπομένως ἔχεις ποιητικὴ ἄδεια ὡς πρὸς τὰ γραμματικὰ λάθη καὶ τὸ ἀκαταλόγιστο ὡς πρὸς τὰ σημασιολογικά (δὲς σχετικὰ καὶ τὸν πρῶτο κανόνα).

 

Ὁ τρίτος κανόνας εἶναι δομικός: κανένα σου ποιητικὸ πόνημα δὲν πρέπει νὰ ἔχει ἀρχή, μέση καὶ τέλος, κανένας στίχος (ἐὰν γράφεις σὲ στίχους) δὲν πρέπει νὰ σταματᾶ ὅπου σταματᾶ γιὰ λόγους σύνταξης, ρυθμοῦ ἢ ἁρμονίας, καὶ κανένας τίτλος (ἐὰν χρησιμοποιεῖς τίτλους) δὲν πρέπει νὰ δηλώνει κάτι συγκεκριμένο ἢ σαφὲς περὶ τοῦ πονήματος. Τὰ ποιήματά σου πρέπει νὰ φαίνονται αὐθαίρετα, νὰ χαρακτηρίζονται ἀπὸ τυχαιότητα σὲ ὅλα τὰ ἑπίπεδα. Καὶ ὁ πιὸ σίγουρος τρόπος νὰ πετύχεις αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ἀκριβῶς νὰ ἐμπιστευθεῖς τὴν τυχαιότητα, νὰ ἀλλάζεις στίχο ὅπου νἆναι, νὰ κόβεις τυχαῖα φράσεις ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεῖ καὶ νὰ τὶς κολλᾶς ἀλλοῦ, καὶ νὰ φροντίζεις κατὰ τὴν τελικὴ φάση τῆς σύνθεσης νὰ διαγράψεις τοὺς πρώτους καὶ τοὺς τελευταίους στίχους, διότι ποτὲ δὲν ξέρεις ποῦ μπορεῖ νὰ ἔχει παρεισφρήσει εἱρμός. Οἱ ἐπαρκεῖς ἀναγνῶστες εἶναι βέβαιο πὼς ὄχι μόνο θὰ ἀναζητήσουν ἀλλὰ καὶ θὰ ἀνακαλύψουν ἀξιοθαύμαστες ποιητικὲς δομὲς ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχουν, κι ἂν εἶσαι τυχερὸς θὰ γράψουν στὰ περιοδικὰ καὶ στὶς ἱστοσελίδες ἔξοχα ἑρμηνευτικὰ σχόλια, τὰ ὁποῖα θὰ εἶχες στερηθεῖ ἂν δὲν ἀγκάλιαζες τὴν τυχαιότητα.

 

Ὁ τέταρτος κανόνας εἶναι ὁ ὑπερβατικός, γνωστὸς στοὺς παροικοῦντες καὶ ὡς σουρεαλιστικός (καὶ οὐχὶ ὑπερρεαλιστικός): φρόντισε νὰ διακοσμήσεις τὰ πονήματά σου μὲ ἀναφορὲς σὲ στοιχεῖα ποὺ δὲν ταιριάζουν σημασιολογικὰ μὲ τὰ ὑπόλοιπα, ποὺ ὑποσκάπτουν δηλαδὴ ὅποιον λογικὸ εἱρμὸ ἔχει ἐπιβιώσει μετὰ τὴν ἐφαρμογὴ τοῦ πρώτου καὶ τοῦ τρίτου κανόνα.  Μπορεῖς εὔκολα νὰ πετύχεις τὸ ποθούμενο ἀποτέλεσμα χρησιμοποιώντας ἁπλῶς τὸν σύνδεσμο «καὶ» σὲ διάφορα τυχαῖα σημεῖα  ἀκολουθούμενο ἀπὸ ἕναν ἀταίριαστο ὅρο. Ἂν, γιὰ παράδειγμα, ἔχεις γράψει κάπου «τὰ μαλλιά μου ἄλουστα» μπορεῖς εὔκολα νὰ ἀπογειώσεις τὸν στίχο προσθέτοντας εἴτε ἕνα οὐσιαστικὸ («τὰ μαλλιὰ καὶ τὰ φωνήεντά μου ἄλουστα») εἴτε ἕνα ἐπίθετο («τὰ μαλλιὰ μου ἄλουστα καὶ μελωδικἀ»). Διὰ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ τοῦ κανόνα, διασφαλίζεις ἕναν ἀκόμη ἀναγκαῖο ροῦμπο στὰ σχόλια ποὺ θὰ γράψουν οἱ ἐπαρκεῖς γιὰ τὸ ἔργο σου, τὸν ροῦμπο περὶ ὑπερρεαλιστικῶν καταβολῶν ποὺ ἔχουν, ὅμως, ἀφομοιωθεῖ ἀξιοθαύμαστα.

 

Ὁ πέμπτος κανόνας εἶναι ὁ συντεχνιακός, γνωστὸς στοὺς παροικοῦντες καὶ ὡς καρσονικός, λόγῳ τῆς εὐρέως διαδεδομένης στοὺς νεότερους, ἀγγλοσπουδαγμένους καὶ μή, ποιητές μας παρανάγνωσης καὶ παρανόησης τοῦ ἔργου τῆς σπουδαίας Καναδῆς ποιήτριας. Ὁ κανόνας αὐτὸς ἐπιβάλλει τὸ ἔργο σου ὄχι ἁπλῶς νὰ σχετίζεται ἀλλὰ καὶ νὰ παραπέμπει στὸ ἔργο, ἀλλὰ καὶ στὸν βίο, ἄλλων δημιουργῶν, στοὺς ὁποίους θὰ πρέπει ὁπωσδήποτε, ἐπὶ ποινῇ δημόσιας ἀδιαφορίας, νὰ συμπεριληφθοῦν καὶ τοὐλάχιστον δυὸ τρεῖς ποὺ δὲν εἶναι γνωστοὶ στὸ εὐρὺ κοινὀ, ἢ τοὐλάχιστον δὲν εἶναι μαϊντανοί. Βέβαια, δὲν θὰ ἀποφύγεις, καὶ δὲν σὲ συμφέρει νὰ ἀποφύγεις, τὸν Σολωμό, γιὰ παράδειγμα, ἢ τὴν Κικὴ Δημουλᾶ, ἀλλὰ καλὸ θὰ ἦταν νὰ ἀναφερθεῖς κάπου καὶ στὸν Ἄθω Δημουλά, ἂς ποῦμε, ὡς (φεῦ!) λιγότερο γνωστό, ἢ ἀκόμη καλύτερα στὸν σούφι ποιητὴ Sultan Bahu. Μπορεῖ ὁ κανόνας αὐτὸς νὰ φαίνεται δυσκολότερος ἀπὸ τοὺς προηγούμενους, ἀλλὰ μὴ φοβοῦ: στὴν πραγματικότητα χρειάζεται ἐλάχιστη δουλειά, καθὼς δὲν προϋποθέτει γνώση τοῦ ἔργου κανενὸς δημιουργοῦ, ἀλλὰ μόνο κάποιες βικιπαιδικῆς προελεύσεως πληροφορίες. Γιὰ παράδειγμα, δεῖτε τὸ ἑξῆς ἔξοχο ποίημα ποὺ μόλις σκάρωσα κατὰ τὴ συνταγή μου: «πρηνὴς παρατηρεῖ /τὰ γκρεμισμένα/ εἴδωλα/ καὶ ὄνειρα ὁ Sultan Bahu ἀπὸ τῆς /μητέρας του τὸ μαυσωλεῖο/ καθὼς φιλᾶ τὸ/ χῶμα καὶ τὴν ψυχή/ της». Τὸ μόνο ποὺ χρειάζεται νὰ ξέρει κανεὶς γιὰ τὸν Sultan Bahu ὥστε νὰ γράψει αὐτὸ τὸ ποίημα εἶναι ἡ ἑξῆς πληροφορία ἀπὸ τὴν wikipedia: «his mother, Mai Rasti, herself a pious woman, has her own mausoleum in Shorkot». Οἱ ἐπιτροπὲς τῶν λογοτεχνικῶν βραβείων, ἐντούτοις, θὰ θαυμάσουν ἀναμφίβολα τὴν εὐρυμάθεια τοῦ ποιητῆ, καὶ θὰ τὴν ἐπαινέσουν στὰ σκεπτικά τους.

 

Ὁ ἕκτος καὶ τελευταῖος κανόνας δὲν ἔχει νὰ κάνει μὲ τὴν ποίηση ἀλλὰ μὲ τὴ συμπεριφορὰ τοῦ ἐπίδοξου ποιητῆ καὶ μπορεῖ νὰ ὀνομαστεῖ «κανόνας ἐπιβίωσης». Πρόκειται γιὰ κανόνα ἁπλὸ ἀλλὰ πολύτιμο, διότι εἶναι ὁ μόνος μὲ τὸν ὁποῖο μὴ συμμόρφωση σημαίνει βέβαιη ἀποτυχία. Στὴν ἁπλούστερη διατύπωσή του, ὁ κανόνας λέει: μὴν δυσαρεστήσεις ποτὲ μὲ κανέναν τρόπο κανέναν ἄνθρωπο τῶν γραμμάτων ἢ δυνάμει ἄνθρωπο τῶν γραμμάτων ἢ ἄνθρωπο ποὺ ἔχει ὁποιαδήποτε σχέση μὲ (δυνάμει) ἀνθρώπους τῶν γραμμάτων. Προσοχή, ὅμως: δὲν ἐπιτρέπεται ἐδῶ οὔτε ἀμφισβήτηση οὔτε περίσκεψη περὶ τῆς ἔννοιας τοῦ ἀνθρώπου τῶν γραμμάτων – ὅλοι ὅσοι γράφουν ὅ,τι καὶ ἂν γράφουν ὅπου καὶ ἂν τὸ γράφουν εἶναι δυνάμει ἄνθρωποι τῶν γραμμάτων, ὅπως εἶναι καὶ οἱ ἐκδότες βιβλίων καὶ περιοδικῶν, καὶ οἱ διαχειριστὲς ἱστοσελίδων, καὶ οἱ τυπογράφοι, καὶ οἱ βιβλιοπῶλες, ἀκόμη καὶ ὁ περιπτερὰς ἀπὸ ὅπου ἀγοράζει τσιγάρα ἡ Δημουλᾶ. Ἡ μόνη θεμιτὴ συμπεριφορὰ ἀπέναντί τους εἶναι ὁ ἀνυπόκριτος θαυμασμός. Ἀκρότητες ὅπως ἡ ἐπίδοση δώρων ἰδιοχείρως στοὺς ἀνθρώπους τῶν γραμμάτων κατὰ τὶς δημόσιες ἐμφανίσεις τους δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖες, οὔτε ὅμως καὶ βλαβερές, κάθε ἄλλο. Πάντως, μὲ δεδομένο, καὶ ἐκφρασμένο, τὸν θαυμασμὸ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους τῶν γραμμάτων, ἀκόμη καὶ ἂν δὲν καταφέρει κανεὶς νὰ ἀκολουθήσει παρὰ δυὸ τρεῖς ἀπὸ τοὺς πέντε πρώτους κανόνες, ἡ ἐπιτυχία του στὴν ἐγχώρια πολιτεία τῶν γραμμάτων εἶναι βεβαία!

 

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]

παρεξηγήσεις

Ὁ Νάσος Βαγενᾶς, στὸ ποίημα μὲ τὸ ὁποῖο προλογίζει τὴν ἔξοχη Πανωραία του (Κέδρος, 2016), περιγράφει τὴν ἡρωίδα τοῦ ποιητικοῦ αὐτοῦ μυθιστορήματος ὡς ἑξῆς:

«Ἡ θεία μου ἡ Πανωραία, ποὺ δὲν εἶχε ἰδέα ἀπὸ ποιητικά (εἶχε τελειώσει μόνο τὸ δημοτικό), μιλοῦσε, χωρὶς νὰ τὸ ξέρει, μὲ γλώσσα ποιητική.

Ἀλλὰ μιλοῦσε καὶ κανονικά. Ἔλεγε τὰ σύκα σύκα, τὸ ψωμὶ ψωμί, τὴ σκάφη σκάφη, κάθε φορὰ ποὺ ἔπλενε τὴ στολὴ τοῦ ἀντρός της, ποὺ εἶχε βρεῖ ἡρωικὸ θάνατο στὴν Κορυτσά.»

Στὶς δύο αὐτὲς σύντομες παραγράφους, καταρχὴν ὁ ποιητὴς ἀντιδιαστέλλει τὴν «ποιητικὴ γλώσσα» πρὸς τὴν «κανονική», ἐμμέσως καὶ σαφῶς ἀναφερόμενος στὴν πιὸ αὐτονόητη ἴσως, τὴν πιὸ προφανή, ἰδιότητα τῆς ποιητικῆς γλώσσας: τὴν μὴ κυριολεκτικότητά της. Συγχρόνως, ὅμως, θέτει, ἐξίσου ἐμμέσως καὶ σαφῶς, δύο ἐρωτήματα τῶν ὁποίων οἱ ἀπαντήσεις εἶναι λιγότερο προφανεῖς καὶ αὐτονόητες: ἂν χρειάζεται ἕνας ποιητὴς νὰ διαθέτει γνώση τῶν «ποιητικῶν»˙ καὶ ἂν χρειάζεται ἕνας ποιητὴς νὰ γνωρίζει ὅτι αὐτὸ ποὺ παράγει εἶναι λόγος ποιητικός.

 

Στὸ πρῶτο δύσκολο ἐρώτημα, περὶ τῆς ἀνάγκης νὰ ἔχει «ἰδέα ἀπὸ ποιητικὰ» ὁ ποιητής, ἡ ἀπάντηση ποὺ θὰ ἔδιναν οἱ περισσότεροι ποιητὲς εἶναι «ἀναμφιβόλως». Καὶ ἴσως γι᾽ αὐτὸ οἱ πιὸ πολλοὶ ἐπίδοξοι νέοι καὶ μεσόκοποι ποιητὲς στὴν Ἑλλάδα μελετοῦν καὶ συλλέγουν πληροφορίες καὶ γνώσεις περὶ τῆς ποίησης καὶ τῶν ποιητῶν, τὶς ὁποῖες σὲ πρώτη εὐκαιρία συμπεριλαμβάνουν ἀμάσητες καὶ ἐπιδεικτικὲς στὰ δικά τους πονήματα, μὲ ἄλλοθι κάποια ποιητικὴ σχολὴ ποὺ εἴτε ὑποτίθεται ὅτι ἀκολουθοῦν εἴτε (συνηθέστερα) ὑποκρίνονται ὅτι ὑπονομευτικὰ χλευάζουν. Τὰ παραγόμενα ποιήματα μπορεῖ νὰ μὴν ὁμιλοῦν γλώσσα ἰδιαιτέρως ποιητική, ἀλλὰ πάντως ὁμιλοῦν περὶ τῆς ποίησης, μὲ τὴν ψευδὴ βεβαιότητα πὼς αὐτὸ ἀρκεῖ, ὅπως ἔχει ἀρκέσει γιὰ τόσους μοντερνιστές, μεταμοντερνιστές, καὶ κυρίως μεταμεταμοντερνιστές. Δὲν ἀρκεῖ, ὅμως˙ πρόκειται περὶ παρεξηγήσεως: ἀκόμη καὶ ἂν καταλήξουμε ὅτι ἡ γνώση γιὰ τὰ ποιητικὰ εἶναι πράγματι ἀναγκαία, δὲν συνεπάγεται πὼς εἶναι καὶ ἐπαρκής.

 

Στὸ δεύτερο δύσκολο ἐρώτημα, περὶ τῆς ἀναγκαιότητας τῆς ποιητικῆς αὐτοσυνειδησίας, γιὰ νὰ μιλήσω τὴ (μὴ κανονικὴ ἀλλὰ καὶ μὴ ποιητικὴ) γλώσσα τους,  ἡ ἀπάντηση τῶν κατ᾽ ἐπιβολὴν ποιητῶν εἶναι καὶ πάλι προφανῶς καταφατική: ὁ ἀληθινὸς ποιητὴς γνωρίζει ἀκριβῶς τί κάνει καὶ εἶναι μάλιστα σὲ θέση νὰ ἀρθρώσει θεωρητικὸ καὶ κριτικὸ λόγο περὶ τῆς ποίησης, μᾶς λένε ἐν μέσῳ πολλῶν ἀναφορῶν σὲ ποιητές, θεωρητικοὺς καὶ κριτικοὺς τῆς λογοτεχνίας ποὺ (τοὺς φαίνεται ὅτι) συμφωνοῦν μαζί τους. Στὸ πλαίσιο αὐτό, πασχίζουν ὅλοι νὰ γράφουν σωρηδὸν ἐμβριθῆ κείμενα καὶ νὰ δίνουν συνεντεύξεις ὅπου ἡ γνώση τους γιὰ τὸ «ποιητικὸ φαινόμενο» μετριέται μὲ τὸν ὄγκο τῶν παραπομπῶν καὶ τῶν ἐπικλήσεων σὲ αὐθεντίες˙ δὲν εἶναι νὰ ἀπορεῖ κανεὶς ποὺ δὲν ἔχουν χρόνο γιὰ νὰ γράψουν παρὰ δέκα εἴκοσι ποιηματάκια τὸ χρόνο ἀκόμη καὶ ὅσοι ἐξ αὐτῶν εἶναι εὔποροι ἢ εὐνοημένοι ἀπὸ τὴν πολιτικὴ συγκυρία καὶ δὲν χρειάζεται νὰ τρῶνε ὀχτάωρα ἀσκώντας βιοποριστικὰ ἐπαγγέλματα. Πρόκειται, βεβαίως, καὶ πάλι γιὰ παρεξήγηση: ἡ συνείδηση τοῦ ἑαυτοῦ σου ὡς ποιητῆ καὶ τοῦ δημιουργήματός σου ὡς ποιήματος, καὶ ἂν ἀκόμη ἀποτελεῖ ὅρο τῆς ποιητικῆς δημιουργίας, δὲν ἀπαιτεῖ τὴν καταγραφὴ ἢ τὴ διαφήμισή της˙ αὐτὲς ἄλλους στόχους ὑπηρετοῦν, συχνὰ δὲ προξενοῦν θυμηδία, ἐάν, γιὰ παράδειγμα, ὁ ἐμβριθῶς αὐτοαναλυόμενος ὡς ποιητὴς διαψεύδεται ἀπὸ τὰ ἴδια του τὰ ποιήματα. Καὶ πάλι, τὸ ζητούμενο δὲν εἶναι ἂν θὰ ἐκφρασθεῖ ἢ ὄχι ἡ συνείδηση τῆς ποιητικῆς πράξης, ἀλλὰ ἂν ἀποτελεῖ ἀληθὴ ἢ ψευδὴ συνείδηση, δηλαδὴ ἂν ἡ πράξη εἶναι ὅντως ποιητική.

 

Ἡ παρεξήγηση, ὅμως, ποὺ ὁδηγεῖ στὰ πιὸ τραγικά, ἢ στὰ πιὸ κωμικά, ἀποτελέσματα σχετίζεται μὲ τὸ πιὸ βασικό, τὸ πιὸ προφανές, τὸ πιὸ κοινότοπο: τὸ ἀξίωμα ὅτι ἡ γλώσσα τῆς ποίησης δὲν εἶναι γλώσσα κυριολεκτική. Δυστυχῶς, τὸ ἀξίωμα αὐτὸ ἑρμηνεύεται μὲ ὑπερβολικὰ κυριολεκτικὸ τρόπο καὶ οἱ ἐπίδοξοι ποιητὲς πασχίζουν νὰ στριμώξουν στοὺς στίχους τους μεταφορές, παρομοιώσεις, μετωνυμίες, ἀλληγορίες, καὶ οὔτω καθεξῆς, μὲ στόχο νὰ ἐκβιάσουν τὴν ἀμφισημία, τὴν πολυσημία ἢ τὴ σκοτεινότητα ποὺ πιστεύουν ὅτι θὰ ἀποτελέσει τὴν εἰδοποιὸ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ποιητικοῦ (τους) ἔργου καὶ τῆς «κανονικῆς» ὁμιλίας.

 

Ἀλλὰ αὐτὴ εἶναι ἡ μεγαλύτερη παγίδα: διότι ἡ ποίηση πράγματι δὲν κυριολεκτεῖ, ἀλλὰ τὸ ἐπίπεδο στὸ ὁποῖο αἴρεται ἡ κυριολεξία δὲν εἶναι ἡ φράση, οὔτε ὁ στίχος, ἀλλὰ τὸ ποίημα. Ἡ ὑποψία ὅτι ἕνα φαινομενικὰ μονοσήμαντο ποίημα μπορεῖ νὰ ἀπογειωθεῖ δὲν φαίνεται νὰ περνάει ἀπὸ τὸ μυαλὸ ἀκόμη καὶ ποιητῶν ποὺ ἔχουν διαβάσει καὶ ἔχουν ἐπιδεικτικὰ καὶ δημόσια θαυμάσει καὶ Παπατσώνη, καὶ Φωκᾶ, καὶ Βαγενᾶ. Διότι, βεβαίως, αὐτὸ ποὺ καθιστᾶ τὴν Πανωραία, ἂς ποῦμε, σπουδαῖο ἔργο δὲν εἶναι ἡ συμβατικὴ ἔλλειψη κυριολεξίας μὲ τὸν τρόπο ποὺ τὴν ἀντιλαμβάνονται τὰ λεξικά, ἀλλὰ ἡ δόμηση ἑνὸς φαινομενικὰ κυριολεκτικοῦ, μονοσήμαντου ἀφηγήματος, ποὺ ὅμως (ἢ μᾶλλον: ἑπομένως) κατορθώνει νὰ μιλήσει ποιητικά, δηλαδὴ χωρὶς νὰ κραυγάζει καὶ χωρὶς νὰ καλολογεῖ, καὶ γιὰ τὴν αὐτοσυνειδησία τοῦ ποιητῆ καὶ γιὰ τὴ φύση τῆς ποίησης.

 

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]

ἐκφυλισμὸς

Ἕνα ἀπὸ τὰ θέματα στὰ ὁποῖα ἐπιστρέφουν συχνὰ οἱ σύγχρονοί μας ποιητὲς εἶναι ἡ σχέση μὲ τὴν οἰκογένεια καὶ κυρίως μὲ τοὺς γονεῖς. Ἐλάχιστα πρῶτα ἢ δεύτερα βιβλία νέων ποιητῶν μπορεῖ νὰ βρεῖ κανεὶς ποὺ δὲν περιέχουν ἀναφορὲς (συνήθως ἐκτεταμένες) σὲ κάποιου εἴδους οἰκογενειακὴ ἱστορία. Αὐτὸ εἶναι ἀσφαλῶς ἀναμενόμενο, ὄχι μόνο ἐπειδὴ ἡ ἐξερεύνηση τῶν ἀσφυκτικῶν οἰκογενειακῶν δεσμῶν ἀνήκει στὴν παράδοση ποὺ ἀναγνωρίζουν (ἢ ἔστω σιωπηλὰ ἀκολουθοῦν) οἱ σύγχρονοι ποιητές, γιὰ τοὺς ὁποίους ἡ πολιτεία καὶ ἡ παραγωγὴ τῆς λεγόμενης γενιᾶς τοῦ ἑβδομήντα ἔχει πάρει, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, τὴ θέση ποὺ εἶχε γιὰ τοὺς μεταπολεμικοὺς ποιητὲς ἡ γενιὰ τοῦ τριάντα˙ ἀλλὰ καὶ ἐπειδὴ οἱ πραγματικὲς συνθῆκες τῆς ζωῆς τῶν ἐν λόγῳ ποιητῶν καὶ ποιητριῶν καθιστοῦν τὴν «οἰκογενειακὴ» θεματολογία βιωματικὰ προσβάσιμη καὶ ἄρα πρόσφορη: οἱ περισσότεροι εἶναι νέοι σὲ ἡλικία, μὲ πρόσφατες τὶς μνῆμες τῶν οἰκογενειακῶν δεσμῶν, ἐνῶ κάποιοι ἐνδέχεται νὰ μὴν ἔχουν κἂν ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ αὐτούς, ἐλέῳ οἰκονομικῆς δυσπραγίας ἢ ἄρνησης ἀναζήτησης βιοπορισμοῦ λόγῳ ἀφοσίωσης σὲ ὅ,τι πιστεύουν πὼς εἶναι ἡ τέχνη τῆς ποιήσεως.

 

Λογικὸ εἶναι, λοιπόν, νὰ γράφονται ποιήματα γιὰ τὸν κλοιὸ τῆς οἰκογένειας. Καὶ δὲν εἶναι, νομίζω, τυχαῖο ὅτι πολλὰ ἀπὸ τὰ ποιήματα αὐτὰ εἶναι καὶ τὰ καλύτερα τῶν δημιουργῶν τους. Ἀκόμη καὶ ὅταν δὲν εἶναι καλά, ξεχωρίζουν πάντως ἀπὸ τὸ σῶμα τῶν ὑπόλοιπων ποιημάτων τους λόγῳ γνησιότητας: ὁ δημιουργός, ἀκόμη καὶ ἂν ἀκολουθεῖ καὶ ἐμπνέεται ἀπὸ μιὰ ποιητικὴ παράδοση, γράφει γιὰ κάτι γιὰ τὸ ὁποῖο ἔχει ἀνάγκη ἢ ἐπιθυμία νὰ μιλήσει, κάτι γιὰ τὸ ὁποῖο ὑπάρχει βιωματικὴ βάση, κάτι γιὰ τὸ ὁποῖο θὰ μποροῦσε ὁ ἐπίδοξος ποιητὴς νὰ ἐπικαλεσθεῖ προσωπικὴ ἐμπλοκή.

 

Κοντά, ὅμως, σὲ αὐτὰ τὰ ποιήματα, ἐμφανίζονται καὶ πολλὰ ἄλλα, ἄλλης θεματικῆς, τὰ ὁποῖα πράγματι προκαλοῦν ἔκπληξη. Ποιήματα ἀνθρώπων εἴκοσι πέντε, τριάντα ἢ σαράντα ἐτῶν ποὺ ἀναφέρονται σὲ θέματα ποὺ δὲν θὰ περίμενε κανεὶς ὅτι θὰ μποροῦσαν νὰ ἀπασχολοῦν τὴ σύγχρονη ποίηση καὶ πολὺ λιγότερο τοὺς σύγχρονους ποιητές: θέματα ἐθνικῆς ταυτότητας, παληομοδίτικες ἠθογραφίες, ψευδοελιοτικὲς ἀναδιφήσεις τῆς μνήμης, ἐλυτικοῦ ἢ ἐνίοτε παλαμικοῦ τύπου ἐπικλήσεις σὲ μιὰ φύση ποὺ δὲν ὑπάρχει πιά, σεφερικῆς ἀφετηρίας διάλογοι μὲ τὰ ἀγάλματα,…

 

Στὶς περισσότερες ἀπὸ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις θὰ ἦταν μάταιο νὰ ἀναζητήσει κανεὶς βιωματικὴ βάση ἢ προσωπικὴ ἐμπλοκή. Ἀντιθέτως, εὔκολα διακρίνει κανεὶς τὴν παγερὴ ἀδιαφορία τοῦ δημιουργοῦ γιὰ τὸ ἴδιο τὸ ὑποτιθέμενο θέμα του καὶ τὴν ἀπελπιστικὰ μιμητική, καὶ ἐπομένως κίβδηλη, ἐκζήτηση τοῦ χειρισμοῦ. Ἐδῶ, ὁ στόχος δὲν εἶναι νὰ δομηθεῖ ἕνα ποίημα, ἀλλὰ νὰ ἐπιβληθεῖ ὁ δημιουργὸς ὡς ποιητικὸς παράγοντας. Καὶ ἐπειδὴ ἡ σχέση τοῦ ἐν λόγῳ δημιουργοῦ μὲ τὴν ποίηση εἶναι οὕτως ἢ ἄλλως ψυχρὴ καὶ ἀπὸ δεύτερο ἢ τρίτο χέρι, αὐτοῦ τοῦ εἴδους ὁ δημιουργὸς δὲν εἶναι σὲ θέση οὔτε νὰ ἀναγνωρίσει διαφορετικοὺς ποιητικοὺς τρόπους, οὔτε βεβαίως νὰ ἀξιολογήσει τὴν ποίηση αὐτῶν ποὺ θέλει νὰ θεωρεῖ προγόνους του, ἀλλὰ οὔτε κἂν νὰ αἰσθανθεῖ συγγένεια πρὸς ἄλλους ποιητὲς ἢ ποιητικοὺς τρόπους. Τὸ μόνο τὸ ὁποῖο ἀντιλαμβάνεται εἶναι ποιοί ἔχουν ἀναγνωριστεῖ, ὁποτεδήποτε καὶ μὲ ὁποιεσδήποτε συνθῆκες, ὡς μεγάλοι ἢ σπουδαῖοι ποιητές. Καὶ αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ μοναδικὴ δική του σχέση μὲ τὸ ἀντικείμενο: ἡ φιλοδοξία να συγκαταλεχθεῖ κάποτε στοὺς σπουδαίους καὶ μεγάλους.

 

Ἔτσι συνωθοῦνται, συχνὰ στὸ ἴδιο ποίημα, χωρὶς γνώση, χωρὶς γοῦστο καὶ χωρὶς εὐαισθησία, κακοχωνεμένα καὶ ἀντιφατικὰ κακέκτυπα: καὶ τοῦ Σεφέρη καὶ τοῦ Καρυωτάκη˙ καὶ τοῦ Ἐμπειρίκου καὶ τοῦ Παλαμᾶ˙ καὶ τοῦ Ἐλύτη καὶ τοῦ Καβάφη˙ καὶ τοῦ Πάουντ καὶ τῆς Πλάθ. Πρόκειται δηλαδὴ γιὰ ψευδοποιητικὰ συμπιλήματα, βασισμένα σὲ πρόχειρες καὶ ἀφελεῖς συνταγές, καὶ ὄχι γιὰ ποιήματα. Ἀπουσιάζει ὄχι μόνο ἡ ὀργανικὴ σύνδεση τῶν στοιχείων, ἀλλὰ καὶ ἡ λογικὴ καὶ τὸ νόημα, καὶ κυρίως ὁ λόγος ὕπαρξης: τὰ δημιουργήματα αὐτὰ κατὰ κανόνα δὲν σημαίνουν τίποτε, διότι δὲν ἐννοοῦν τίποτε. Καὶ δυστυχῶς, δὲν λείπει μόνον ἡ ἐνότητα ὕφους ἢ ἡ ὀργανικότητα τοῦ θέματος, λείπει καὶ μιὰ στοιχειώδης, θὰ ἔλεγα, ἠθικὴ στάση πού, στὴν προσωπική μου τοὐλάχιστον ἀντίληψη τοῦ κόσμου, ἀποτελεῖ προϋπόθεση κάθε ἔργου τέχνης: τὰ ἔργα αὐτὰ γράφονται ὄχι ἐπειδὴ ὑπῆρξε ἀνάγκη νὰ γραφτοῦν, ὄχι ἐπειδὴ οἱ συγγραφεῖς τους εἶχαν κάτι νὰ ποῦν, ἀλλὰ ἐπειδὴ οἱ συγγραφεῖς τους εἶχαν τὴν φιλοδοξία νὰ γίνουν συγγραφεῖς. Οὐσιαστικὰ ψυχροὶ καὶ ἀδιάφοροι ἀπέναντι στὸ ἀντικείμενό τους, μιμοῦνται ὅσα ἔχουν (κακο)μάθει ὅτι βοήθησαν ἄλλους νὰ πετύχουν τὸν ἴδιο στόχο.

 

Καὶ τὰ καταφέρνουν, διότι ἀντιστάσεις δὲν ὑπάρχουν πιά: ἡ μελλοντικὴ ἱστορία τῆς λογοτεχνίας μας φοβᾶμαι ὅτι θὰ εἶναι μιὰ ἱστορία ἐκφυλισμοῦ, μὲ τὴν ἰατρικὴ ἔννοια.

 

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]