βιογραφισμὸς

Διάβαζα πρὸ ἐτῶν ἕνα συμπαθητικό, ἂν καὶ μᾶλλον ἀσήμαντο, μυθιστόρημα ποὺ εἶχε γράψει φίλη φίλης τὴν ὁποία θὰ ὀνομάσω ἐδῶ Φιλουμένα. Στὶς πρῶτες πενήντα σελίδες τοῦ μυθιστορήματός της, ἔπεσα πάνω σὲ μιὰ ἱστορία ἀπὸ τὴ δική μου ζωή, τὴν ὁποία προφανῶς θὰ πρέπει κάποτε νὰ εἶχα διηγηθεῖ σὲ κάποια ἀπὸ τὶς συναθροίσεις ποὺ ὀργάνωνε ἡ κοινή μας φίλη. Στὶς ὐπόλοιπες διακόσιες σελίδες τοῦ βιβλίου ἀναγνώρισα μερικὲς ἀκόμη ἱστορίες ποὺ εἶχα ἀκούσει ἀπὸ ἄλλους ἀνθρώπους στὶς ἴδιες προφανῶς λίγες συναθροίσεις, τὶς ὁποῖες εἶχε προφανῶς ἐπίσης ἀκούσει καὶ ἀξιοποιήσει ἡ Φιλουμένα στὸ μυθιστόρημά της.

 

Ὁμολογῶ πὼς ἐνοχλήθηκα κάπως. Ἂν εἶναι δυνατόν, σκέφτηκα μὲ ἀγανάκτηση, νὰ γίνεται ἡ ζωή μου μυθιστόρημα καὶ μάλιστα χωρὶς τὴν ἄδειά μου! Φυσικά, ἡ ἀντίδραση αὐτὴ ἦταν ὑπερβολική: δὲν ἐπρόκειτο γιὰ τὴ “ζωή μου” ἀλλὰ γιὰ μιὰ ἱστορία ποὺ εἶχα ἀφηγηθεῖ καὶ ἡ ὁποία ἐντάχθηκε ὡς πρώτη ὕλη σὲ ἕνα μυθιστόρημα. Ἐπίσης, ἡ ἀντίδρασή μου ἦταν ἀδικαιολόγητη: ἀσφαλῶς καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα ἕνας συγγραφέας νὰ ἀντλεῖ  ὑλικὸ ἀπὸ τὰ βιώματά του, ἔμμεσα καὶ ἄμεσα, καὶ νὰ ἐπεξεργάζεται αὐτὸ τὸ ὑλικὸ στὴ διαδικασία τῆς γραφῆς. Παρ᾽ ὅλ᾽ αὐτά, ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς ἔκτοτε ἀποφεύγω νὰ μιλῶ ὅταν εἶναι παρούσα ἡ ἐν λόγῳ συγγραφέας˙ καὶ ἐὰν πῶ κάτι παρουσίᾳ της, φροντίζω νὰ εἶναι ἐντελῶς κοινότοπο καὶ ἀσήμαντο, καὶ σὲ καμμιὰ περίπτωση νὰ μὴν περιλαμβάνει κανενὸς εἴδους ἀφήγηση.

 

Στὴν ποίηση, βεβαίως, φαντάζεται κανεὶς ὅτι τὰ πράγματα εἶναι τελείως διαφορετικά. Τὰ ποιήματα σπανίως πλέον ἀφηγοῦνται ἱστορίες καὶ ἀκόμη σπανιότερα ἱστορίες ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ὑποθέσει κανεὶς ὅτι βασίζονται σὲ ἀληθινὰ βιώματα, εἴτε τοῦ ποιητῆ εἴτε τοῦ περιγύρου του. Ἐντούτοις, ἀκούει κανεὶς καὶ γιὰ ποιήματα σχόλια ὅπως “τὸ ποίημα αὐτὸ τὸ ἔγραψε ἡ ποιήτρια μετὰ τὸ διαζύγιό της, καὶ ἀναφέρεται στὴν τελευταία περίοδο τοῦ ἄτυχου γάμου της” ἢ “ἡ ποιητικὴ αὐτὴ συλλογὴ ἐμπνέεται ἀπὸ τὴ γέννηση τοῦ παιδιοῦ μου καὶ περιγράφει τὶς χαρὲς τῆς μητρότητας”“αὐτὸ τὸ ἐρωτικὸ ποίημα τὸ ἔγραψα γιὰ σένα, ἀγαπημένε μου”. Καὶ ὑπάρχουν σαφῶς ποιήματα σπουδαῖα τὰ ὁποῖα ὄχι ἁπλῶς στηρίζονται ξεκάθαρα σὲ βιωματικὸ ὑλικὸ ἀλλὰ καὶ δηλώνονται ἀπερίφραστα ὡς (αὐτο)βιογραφικά, ὅπως γιὰ παράδειγμα τὰ ποιήματα τῶν Birthday Letters τοῦ Hughes.

 

Τὸ ζήτημα, ὅμως, δὲν εἶναι ἡ παρουσία τοῦ βιωματικοῦ ὑλικοῦ σὲ ἕνα λογοτεχνικὸ ἔργο, καὶ ἰδιαίτερα σὲ ἕνα ποίημα, ἀλλὰ ἡ διαχείριση τοῦ ὑλικοῦ αὐτοῦ. Στὶς περισσότερες περιπτώσεις σπουδαίων ἔργων, τὸ βιωματικὸ ὑλικὸ εἶναι (καὶ πρέπει νὰ εἶναι) παρόν, μὲ τρόπο περισσότερο ἢ λιγότερο ἐκκωφαντικό˙ ἡ δὲ ἀπουσία βιωματικῆς βάσης συχνὰ ὁδηγεῖ σὲ στιχουργήματα ἀπὸ κάθε ἄποψη ἀσήμαντα, ποὺ στὴν καλύτερη περίπτωση ἁπλῶς ἀπηχοῦν ποιήματα ἄλλων. Ὅπως, ὅμως, γνωρίζουμε ἤδη ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς λεγόμενης “ἐξομολογητικῆς” ποίησης (ὅπως τὴν δίδαξε ὁ Lowell), ἡ ἐξομολόγηση τῶν μύχιων σκέψεων καὶ τὸ ξεχείλισμα συναισθημάτων δὲν ἀρκεῖ: ἡ ποίηση μπορεῖ καταρχὰς νὰ ἀντλεῖ ὑλικὸ ἀπὸ μιὰ βιωματικὴ βάση, ὅμως τὸ ὑλικὸ αὐτὸ τὸ ἐπεξεργάζεται, τὸ ἀλλοιώνει, καἰ συχνὰ τὸ διαστρέφει ὥστε νὰ μπορέσει νὰ μιλήσει γιὰ τὸ πραγματικὸ θέμα της, ποὺ ὁπωσδήποτε ξεπερνᾶ τὸ μεμονωμένο βίωμα.

 

Ἂν ἡ “Λάζαρος” τῆς Plath ἦταν ἁπλῶς ἕνα ποίημα γιὰ τὶς ἀπόπειρες αὐτοκτονίας τῆς νεαρῆς ποιήτριας, δὲν θὰ ἐνδιέφερε παρὰ τοὺς βιογράφους της – ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ δὲν θὰ ὑπῆρχαν, καθὼς κανένας δὲν θὰ ἐνδιαφερόταν γιὰ τὸν βίο μιᾶς ἀσήμαντης αὐτοβιογραφούμενης στιχοπλόκου. Ὁμοίως, ἂν οἱ “Μέρες τοῦ 1908” τοῦ Καβάφη ἦταν ἁπλῶς ἕνα ποίημα γιὰ ἕναν ὡραῖο νεαρὸ ποὺ κάποτε εἶδε καὶ σφοδρὰ ἐπιθύμησε ὁ ποιητής, δὲν θὰ ἐνδιέφερε παρὰ τοὺς βιογραφίζοντες παραναγνῶστες τοῦ Freud κατὰ τὰ πρῶτα χρόνια τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα ἢ τοὺς μελετητὲς καὶ ἀκολούθους τῆς Sedgwick στὶς μέρες μας.

 

Αὐτό, ὅμως, ποὺ ἐνδιαφέρει, ἐμένα τοὐλάχιστον, στὴν ποίηση δὲν εἶναι ἡ πιστότητά της στὸ προσωπικὸ βίωμα ποὺ ἐνδεχομένως ὑπόκειται τοῦ κάθε ποιήματος, ἀλλὰ ἡ ἀποτελεσματικότητά της ὡς λογοτεχνίας. Ἐφόσον γιὰ νὰ διαβάσει ἕνα ποίημα χρειάζεται κανεὶς νὰ ἀνιχνεύσει συγκεκριμένα περιστατικὰ τῆς ζωῆς τοῦ ποιητῆ (ἤ, ὅπως εἴδαμε, τῶν ζωῶν γνωστῶν καὶ φίλων του!) καὶ στὸ βαθμὸ ποὺ ἡ λειτουργία τοῦ ποιήματος ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν κατανόηση τῶν περιστατικῶν αὐτῶν, τὸ ποίημα ἔχει ἀποτύχει ὡς τέτοιο. Πιθανὸν νὰ εἶναι χρήσιμο ὡς ἡμερολογιακὴ ἐγγραφή, ὡς συναισθηματικὸ ξέσπασμα ἢ ἁπλῶς ὡς θρῆνος, ἀλλὰ ποίημα δὲν εἶναι. Ἡ σύνθεση ἑνὸς ποιήματος προϋποθέτει  ἔλεγχο καὶ ἐπεξεργασία τοῦ βιώματος καὶ προϋποθέτει ἐπίσης, καὶ κυρίως, ἀπόλυτο ἔλεγχο τοῦ γλωσσικοῦ ὑλικοῦ ποὺ χρησιμοποιεῖται κατὰ τὴ δόμησή του.

 

Βεβαίως, ὑπάρχουν πάντα, ὑπάρχουν ἀκόμη, καὶ οἱ ποιηματογράφοι ποὺ ἐκφράζουν ἁπλῶς τὸν ψυχικό τους κόσμο ἢ τὸ σκίρτημα τῆς ἄνοιξης, ὅπως ὑπάρχουν καὶ ἀναγνῶστες ποὺ ζητοῦν ἁπλῶς κάτι μὲ τὸ ὁποῖο νὰ μπορέσουν νὰ ταυτιστοῦν σὲ μιὰ στιγμὴ ποὺ τοὺς πνίγουν τὰ συναισθήματά τους. Νομίζω, ὅμως, ὅτι θὰ ἦταν πιὸ ὠφέλιμο καὶ γιὰ τοὺς μὲν καὶ γιὰ τοὺς δὲ νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν ποίηση καὶ νὰ ἀσχοληθοῦν μὲ ἄλλο, προσφορότερο κειμενικὸ εἶδος: τὸ φθηνὸ καψουροτράγουδο – καὶ δὲν ἀναφέρομαι στὰ καψουροτράγουδα ἐν γένει, διότι αὐτὰ ὑπερβαίνουν συχνότατα τὸ μεμονωμένο ἀποτύπωμα μιᾶς τυχαίας καψούρας, ἀλλὰ αὐτὰ ποὺ τραγουδοῦσε ἄλλοτε, ἂς ποῦμε, ἡ Στέλλα Μπεζεντάκου.

 

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]

“and so the nonce-world, which became my world, closed about me”

Σὲ κάποιο μάθημα γλωσσολογίας πρὶν πολλὰ χρόνια, ὅταν ἀκόμη ἤμουν φοιτητής, ἕνας εὐφυέστατος καθηγητὴς μᾶς εἶχε παρουσιάσει καμμιὰ δεκαριὰ προτάσεις καὶ μᾶς εἶχε θέσει τὸ ἐρώτημα ἄν, κατὰ τὴ γνώμη μας, οἱ προτάσεις αὐτὲς προέρχονταν ἀπὸ γραπτὰ φυσικῶν ὁμιλητῶν τῆς γλώσσας. Οἱ φοιτητὲς διαβάσαμε τὶς προτάσεις καὶ ἀπαντήσαμε ὁμόφωνα πὼς ὄχι, δὲν ὑπῆρχε περίπτωση φυσικὸς ὁμιλητὴς νὰ ἔχει παραγάγει τέτοιες προτάσεις, καθὼς τὰ λάθη ποὺ περιεῖχαν οἰ προτάσεις αὐτὲς ἦσαν ὀφθαλμοφανῆ καὶ σοβαρά˙ προφανῶς, εἴπαμε, ἐπρόκειτο γιὰ ἀνθρώπους ποὺ δὲν γνώριζαν καλὰ τὴ γλώσσα στὴν ὁποία προσπαθοῦσαν νὰ ἐκφρασθοῦν.

 

Ὁ καθηγητὴς χαμογέλασε μὲ αὐτοσυγχαρητήρια συγκατάβαση καὶ μᾶς ἀποκάλυψε τὴν πραγματικὴ προέλευση τῶν προτάσεων ποὺ μὲ τόση βεβαιότητα εἴχαμε ἀποφανθεῖ πὼς περιεῖχαν γλωσσικὰ λάθη: ὅλες ἀνεξαιρέτως προέρχονταν ἀπὸ ποιήματα ἐπιφανῶν σύγχρονων ποιητῶν καὶ μάλιστα τὰ ποιήματα αὐτά, ποὺ στὴ συνέχεια διαβάσαμε, ἦσαν ὅλα σπουδαῖα ποιήματα. Καὶ φυσικά, μὲ τὴν εὐκολία καὶ τὴν ἀδιαντροπιὰ τῆς νεότητας, ἀλλάξαμε ἀμέσως γνώμη: τελικά, εἴπαμε, δὲν ἐπρόκειτο, βεβαίως, περὶ λαθῶν, ἦταν προφανὲς πὼς τὰ δείγματα αὐτὰ ἀντιπροσώπευαν δημιουργικἐς ἀποκλίσεις ἀπὸ τοὺς γλωσσικοὺς κανόνες, τὶς ὁποῖες βεβαίως ἐπιχειρήσαμε ἐν συνεχείᾳ νὰ ἀναλύσουμε καὶ νὰ ἐξηγήσουμε.

 

Σκοπὸς τοῦ καθηγητῆ, ὅπως ἀποδείχθηκε, ἦταν νὰ μᾶς δείξει πόσο προβληματικὴ μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ σωστοῦ καὶ τοῦ λάθους. Παρεμπιπτόντως, ὅμως, ἡ χρήση παραδειγμάτων προερχόμενων ἀπὸ τὸν ποιητικὸ λόγο, μᾶς ἔδειξε ἐπίσης καὶ κάτι ἄλλο: ὅτι ἡ ποιητικὴ γλώσσα λειτουργεῖ μὲ κανόνες ποὺ δὲν συμπίπτουν ἀπαραιτήτως μὲ τοὺς κανόνες τῆς συμβατικῆς γλώσσας˙ ὅτι ἡ ποίηση χτίζει μιὰ ἰδιαίτερη γλώσσα τὴν ὁποία χρησιμοποιεῖ ἀποκλειστικὰ γιὰ τοὺς δικούς της σκοπούς, ποὺ πολὺ ἀπέχουν ἀπὸ τοὺς κατὰ βάση ἐπικοινωνιακοὺς σκοποὺς τῆς συμβατικῆς γλώσσας.

 

Τὸ κάθε ποίημα (καὶ μιλῶ ἐδῶ γιὰ σημαντικά, βεβαίως, ποιήματα καὶ ὄχι γιὰ προϊόντα ἀκατάσχετης ποιηματογραφίας) ἀποτελεῖ ἕνα νέο, μοναδικὸ σύστημα σημείων (ἕνα nonce system, θὰ ἔλεγαν – καὶ ἔχουν πράγματι πεῖ – οἱ Ἄγγλοι) τὰ ὁποῖα λειτουργοῦν στὴν συγκεκριμένη, μοναδικὴ συνάρθρωσή τους καὶ πουθενὰ ἀλλοῦ. Ἡ λεγόμενη “ποιητικὴ ἄδεια”, ποὺ ἀναγνωρίζει στὴν ποιητικὴ γλώσσα τὸ δικαίωμα νὰ ἀποκλίνει ἀπὸ τοὺς συμβατικοὺς κανόνες τῆς γραμματικῆς καὶ τοῦ λεξιλογίου, εἶναι μόνο ἡ κορυφὴ τοῦ παγόβουνου. Ἡ οὐσία βρίσκεται κάτω ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια τῶν προφανῶν καὶ δικαιολογημένων ἀπὸ τὴν παραδοσιακὴ ποιητικὴ ἄδεια ἀποκλίσεων, ἐκεῖ δηλαδὴ ὅπου ἀνατρέπεται ἢ ὑποσκάπτεται ἡ γλώσσα ὡς ἀνθρώπινη ὁμιλία: ἡ ποίηση δὲν ἀκολουθεῖ τὶς ἐπικοινωνιακὲς συμβάσεις, ἀλλὰ ἀντίθετα στηρίζεται στὴν ἀνοικείωση τοῦ ἀναγνώστη ἀπὸ αὐτές.

 

Ὅταν, γιὰ παράδειγμα, στὸ ποίημά της “Ὁ Ἐπικήδειος”, γράφει ἡ Ἀλόη Σιδέρη “Ἂς εἶναι τὰ νησιὰ σου ἐλαφρά, Ἰόνιο πέλαγος!” μπορεῖ νὰ μὴν μποροῦμε νὰ διακρίνουμε καμμιὰ ἀπόκλιση ἀπὸ τοὺς κανόνες τῆς γραμματικῆς, τῆς σύνταξης ἢ (ἂν δὲν εἴμαστε πολὺ αὐστηροὶ) τοῦ λεξιλογίου, ἀλλὰ ἡ λειτουργία τῆς γλώσσας εἶναι σαφῶς ποιητικὴ καὶ ὄχι ἐπικοινωνιακή: ἡ κλητικὴ ἀπευθύνεται στὸ Ἰόνιο πέλαγος, καὶ ὄχι, ὡς εἴθισται κατὰ τὴν ἀνθρώπινη ἐπικοινωνία, σὲ κάποιον ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἀκούσει ἢ νὰ ἀπαντήσει˙ τὸ ἐπίθετο “ἐλαφρὰ” περιγράφει τὰ νησιά, σὲ μιὰ σύμφραση ποὺ ξενίζει τὸν φυσικὸ ὁμιλητὴ τῆς ἑλληνικῆς καὶ ὁπωσδήποτε δὲν ἀπαντᾶ στὴ συμβατικὴ χρήση τῆς γλώσσας˙ συγχρόνως, ἡ εὐχὴ “ἂς εἶναι ἐλαφρὰ” ἀνακαλεῖ τὴ στερεότυπη ἔκφραση “ἂς εἶναι ἐλαφρὺ τὸ χῶμα ποὺ τὸν σκεπάζει” καὶ ὁρίζει ἔτσι ἕνα περικείμενο πένθους˙ καὶ τελικὰ μέσω αὐτῶν τῶν ἀνατροπῶν τῶν συμβατικῶν χρήσεων τῆς γλώσσας προκύπτει ἡ εἰκόνα τοῦ πελάγους ὡς ἀγαπημένου νεκροῦ τὸν ὁποῖο πενθοῦμε ἢ νοσταλγοῦμε. Ἡ δύναμη τοῦ καταληκτήριου αὐτοῦ στίχου τοῦ ποιήματος στηρίζεται ἀκριβῶς στὶς γλωσσικὲς ἀνατροπές˙ δὲν καταφεύγει ἡ ποιήτρια, ὅπως θὰ ἔκανε ἕνας ἀποτυχημένος ποιητής, σὲ συμβατικὰ σχήματα λόγου (φτηνὲς μεταφορὲς τύπου “τὸ πέλαγος ἔνα πτῶμα” ἢ παρομοιώσεις ὅπως “τὸ πέλαγος σὰν νεκρὸς ποὺ κεῖται στὸν τάφο του”), διότι δὲν τὰ χρειάζεται: δουλειά της εἶναι ἡ ποίηση, ὄχι ἡ συμβατικὴ ποιηματογραφία τοῦ συρμοῦ.

 

Ἡ οὐσία τοῦ ποιητικοῦ φαινομένου μοῦ φαίνεται πὼς ἐδῶ πρέπει νὰ ἀναζητηθεῖ: στὴ δημιουργία ἑνὸς συστήματος λόγου ποὺ ἀνακαλεῖ γιὰ νὰ ἀνοικειώσει, ποὺ ἀξιοποιεῖ γιὰ νὰ ἀνατρέψει, ποὺ ἀκυρώνει τὸ σύνηθες περικείμενο καὶ ὑπονομεύει τὴν ἐπικοινωνιακὴ σύνθήκη τῆς συμβατικῆς γλώσσας. Καὶ εἶναι προφανές, νομίζω, ὅτι αὐτὴ ἡ διαδικασία προϋποθέτει ἀπαραιτήτως ἄριστη γνώση τῆς γλώσσας καὶ τῶν συμβάσεών της. Εἶναι πιθανὸ, μάλιστα, πὼς εἶναι καὶ αὐτὸς ἕνας ἀπὸ τοὺς λόγους τῆς ἀποτυχίας πολλῶν σύγχρονων ποιητῶν: ἡ ἀγλωσσιά τους.

 

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]

ἀποστείρωση

Ὅταν πῆρα τὴ μεγάλη ἀπόφαση νὰ ξεκινήσω νὰ ἐκτίθεμαι ὡς ἐπίδοξος ποιητής (σὲ προχωρημένη, ἤδη, ἡλικία γιὰ τέτοια πράγματα), εἶπα νὰ “συνδεθῶ” στὸ facebook μὲ ἄλλους ἐπίσης ἐπίδοξους καὶ μὴ ποιητές, τοὺς ὁποίους μπορεῖ νὰ μὴν γνώριζα προσωπικά, βαυκαλιζόμουν ὅμως ὅτι μᾶς ἕνωνε τρόπον τινὰ τὸ κοινό μας ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν ποίηση καὶ τὴ λογοτεχνία. Μοῦ πῆρε χρόνια ὥσπου νὰ καταλάβω πὼς στὶς περισσότερες περιπτώσεις δὲν ὑπῆρχε τὸ κοινὸ αὐτὸ ἐνδιαφέρον καὶ νὰ τερματίσω τὴν εἰκονικὴ αὐτὴ φιλία, ἀλλὰ τὸν πρῶτο καιρὸ ἔστελνα αἰτήματα φιλίας ἀδιακρίτως, καὶ καθὼς αὐξανόταν ὁ ἀριθμὸς τῶν λογοτεχνικῶν μου εἰκονικῶν φίλων, ἄρχισα νὰ λαμβάνω καὶ ἐγὼ τέτοια αἰτήματα ἀπὸ λογοτεχνίζοντες ἀγνώστους, οἱ ὁποῖοι φαντάζομαι ὑπέθεταν πὼς ἀφοῦ ἔχω τόσους λογοτεχνικοὺς φίλους, θὰ εἶμαι κι ἐγὼ λογοτέχνης!

 

Ἀπὸ τὶς πολλὲς εὐτράπελες περιπτώσεις τέτοιων λογοτεχνικῶν εἰκονικῶν φίλων, ἐκείνη ποὺ μοῦ ἔκανε τὴ μεγαλύτερη ἐντύπωση ἦταν ἑνὸς σχετικῶς ἐπιφανοῦς συνομηλίκου μου, περὶ τοῦ ὁποίου τότε γνώριζα μόνον ὅτι εἶχε γράψει ἕνα δυὸ ποιητικὰ βιβλία μικρῆς ἐκτάσεως. Λέω, ὅμως, ὅτι ἦταν (σχετικῶς) ἐπιφανής, διότι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς δημοσίευε κριτικὲς καὶ κείμενα περὶ τῆς ποίησης σὲ διάφορα ἔντυπα, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν πιὸ ἔγκριτων, συμμετεῖχε σὲ πολλὲς ποιητικὲς ἐκδηλώσεις καὶ παρουσιάσεις, καὶ συχνὰ ἀντάλλαζε δημόσιες φιλοφρονήσεις μὲ διάσημους ποιητὲς καὶ ποιήτριες ποὺ προφανῶς γνώριζε προσωπικά.

 

Ὁμολογῶ ὅτι, καθὼς παρὰ τὴν ἡλικία μου ἤμουν ἀκόμη κάπως ἀθῶος, δηλαδὴ ἀφελής, περὶ τὰ λογοτεχνικά, χάρηκα ὅταν ὁ ἐν λόγῳ συνομήλικος, ἀλλὰ κατὰ τὰ ἀπατηλὰ φαινόμενα καθιερωμένος, ποιητὴς μοῦ ἔστειλε “αἴτημα φιλίας” στὸ facebook. Σκέφτηκα ὅτι ἀποτελοῦσε τὸ αἴτημα αὐτὸ ἕνα εἶδος ἀναγνώρισης ὅτι κι ἐγὼ μποροῦσα πλέον νὰ προσμετρηθῶ στὸ σινάφι, ὅτι κι ἐγὼ θὰ μποροῦσα ἴσως νὰ ἐμφανίζομαι ἔστω ὡς guest σὲ ποιητικὲς ἐκδηλώσεις, νὰ ἀρθρογραφῶ στὰ σοβαρὰ ἔντυπα, νὰ συνομιλῶ περὶ τέχνης καὶ περὶ ἠθικῆς μὲ τοὺς ἐπιφανεῖς ποιητὲς ὄχι μόνο προηγούμενων, ἀλλά, δεδομένης τῆς καθυστερημένης εἰσόδου μου στὴ λογοτεχνικὴ σκηνή, καὶ ἑπόμενων γενεῶν!

 

Ἀποδέχθηκα, φυσικά, ἀσμένως τὸ “αἴτημα φιλίας” τοῦ ὁμηλίκου ἐπιφανοῦς, ἔριξα μιὰ γρήγορη ματιὰ στὸ προφίλ του, καὶ βγῆκα γιὰ ποτά, μὲ τὴν πρόθεση ὅταν ἐπιστρέψω, ἂν δὲν ἤμουν μεθυσμένος, ἢ τὴν ἑπόμενη μέρα, ἂν ἤμουν, νὰ περιδιαβάσω πιὸ προσεκτικὰ τὶς ἀναρτήσεις του καὶ νὰ καταθέσω τὰ ἀναγκαῖα λάικ.

 

Τὴν ἑπόμενη μέρα, ἀργὰ τὸ ἀπόγευμα, ὅταν ἐπέστρεψα ἐπιτέλους ἀπὸ τὴ βιοποριστική μου ἐργασία, μπῆκα στὸ facebook γιὰ νὰ ἐπιθεωρήσω καὶ νὰ θαυμάσω τὶς ἀναρτήσεις τοῦ νέου μου εἰκονικοῦ φίλου. Ἀλλὰ δὲν τὰ κατάφερα: ὁ ἐπιφανὴς ὁμήλικος μὲ εἶχε, κιόλας (ὀρθῶς πράττων, ἀντιλαμβάνομαι ἐκ τῶν ὑστέρων), διαγράψει.  Μοῦ φάνηκε δυσεξήγητη ἡ πράξη του: ἀφοῦ αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶχε ἐπιδιώξει τὴν εἰκονικὴ αὐτὴ φιλία, καὶ ἐγὼ ἀμέσως τὴν εἶχα ἀποδεχθεῖ, τί θὰ μποροῦσε νὰ εἶχε συμβεῖ μέσα σὲ λιγότερο ἀπὸ μία μέρα, ποὺ νὰ τὸν ὁδηγήσει στὴ διαγραφή μου; Ἀκόμη μεγαλύτερη ἀπορία μοῦ προξένησε τὸ γεγονὸς ὅτι ὅταν μετὰ λίγους μῆνες συνάντησα καὶ διὰ ζώσης τὸν ἄνθρωπο αὐτό, σὲ ποιητικὴ ἐκδήλωση βεβαίως (ποῦ ἀλλοῦ;), παρατήρησα ὅτι ἀπέφευγε ὄχι μόνον νὰ μὲ χαιρετήσει, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ νὰ μὲ κοιτάξει.

 

Μὲ ἀπασχόλησε ἀρκετὰ τὸ θέμα καὶ ἀναρωτήθηκα πολλὲς φορὲς ἔκτοτε τί μπορεῖ νὰ ἐνόχλησε τόσο τὸν ἐν λόγῳ ποιητὴ στὴν διαδικτυακή μου παρουσία, καθὼς μόνον αὐτὴν γνώριζε. Ἐξέτασα λοιπὸν μὲ τὰ μάτια ἑνὸς ἀνθρώπου τῆς ποιήσεως τὴν παρουσία μου στὸ διαδίκτυο. Καὶ εἶδα ὅτι ἐλάχιστες ἦσαν οἱ ἀναρτήσεις μου οἱ σχετικὲς μὲ τὴν ποίηση. Ἀντίθετα, συχνὰ ἀναρτοῦσα φωτογραφίες ὡραίων, μερικὲς φορὲς ἡμίγυμνων ἀνδρῶν, καὶ εὐθέως ὁμοερωτικὰ κείμενα προσωπικοῦ ἢ οἰονεὶ προσωπικοῦ περιεχομένου, τόσο στὸ facebook ὅσο καὶ στὴν προσωπική μου σελίδα. Ἡ διαδικτυακή μου εἰκόνα δὲν ἦταν ἐπαρκῶς “ποιητική”.

 

Κατέληξα λοιπὸν ὅτι αὐτὸ ἐνόχλησε τὸν ἄνθρωπο τῆς ποιήσεως: τὸ γεγονὸς ὅτι, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν ἴδιο καὶ τοὺς φίλους του, ἡ διαδικτυακή μου παρουσία δὲν περιοριζόταν σὲ κουβέντες ποιητικὲς ἢ περὶ τῆς ποιήσεως, δὲν διέθετα, δηλαδή, τὸ σχεδὸν αὐτονόητο γιὰ τοὺς κύκλους τῶν ποιητῶν στὰ μέσα κοινωνικῆς δικτύωσης ἀποστειρωμένο προφὶλ – βιτρίνα λογοτεχνικῶν ἐπιτευγμάτων καὶ φιλοδοξιῶν. Καὶ μάλιστα, χωρὶς ἀναστολές, ἀνέβαζα καὶ σχολίαζα περιεχόμενο σαφῶς ὁμοερωτικό, ὄχι ἀπαραιτήτως πορνογραφικῆς προθέσεως, ἀλλὰ πάντως οὔτε ψευδοπλατωνικό. Ἐπιπροσθέτως, στοὺς εἰκονικούς μου φίλους περιλαμβάνονταν καὶ ἀρκετοὶ (πού, ὄχι τυχαῖα, ἦσαν φίλοι καὶ στὴν πραγματικὴ ζωὴ) οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχαν καμμιὰ σχέση μὲ τὴν ποίηση καὶ τὴ λογοτεχνία, ἀλλὰ μπορεῖ νὰ ἦσαν ἁπλῶς εὐειδεῖς!

 

Θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ φαντασθεῖ ὅτι ὁ ἐν λόγῳ μεσόκοπος ποιητὴς εἶναι μᾶλλον συντηρητικῶν ἀντιλήψεων ἢ ἀκόμη ὅτι πρόκειται γιὰ ὁμοφοβικὸ ἑτεροφυλόφιλο. Ἀλλὰ ὄχι, δὲν εἶναι τόσο ἁπλὰ τὰ πράγματα, δεδομένου ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι ὁμοφυλόφιλος, καὶ μάλιστα ὄχι μόνο δὲν τὸ κρύβει, ἀλλὰ προσφάτως τὸ διαφημίζει καὶ τὸ ἀξιοποιεῖ, εὐνοούμενος συχνὰ καὶ ἀπὸ τὸν νεοαφιχθέντα ἐσμὸ τῶν κουὴρ διανοητῶν καὶ δημιουργῶν ποὺ κινοῦνται στὶς παρυφὲς τῆς ἐξουσίας. Στὴν ποίησή του, ὅμως, καὶ στὴν παρουσία του στὴ λογοτεχνικὴ σκηνή, ἀποφεύγει συστηματικὰ τὶς κακοτοπιὲς στὶς ὁποῖες θὰ μποροῦσε νὰ τὸν ὁδηγήσει ἡ ὁμοερωτικὴ ἔκφραση. Καὶ μιὰ ἀπὸ αὐτὲς τὶς κακοτοπιὲς εἶναι, προφανῶς, καὶ ἡ εἰκονικὴ φιλία μὲ ἀνθρώπους ποὺ ἐκφράζονται ὁμοερωτικὰ χωρὶς τὸ ἄλλοθι τῆς θεωρίας, τῆς ἀνάλυσης, τῆς παράστασης, ἢ τῆς πανεπιστημιακῆς αὐθεντίας.

 

Ὅπως μοῦ εἶπε καὶ κάποιος παλαιὸς φίλος ποὺ ξέρει καλὰ τὰ τοῦ ποιητικοῦ μάρκετινγκ, ἡ δική μου ποίηση, γιὰ παράδειγμα, θεωρεῖται στοὺς κύκλους αὐτοὺς gay ποίηση, ὄχι βεβαίως μὲ τὴν προφανέστατη ἔννοια ὅτι ὅταν ἀναφέρεται σὲ ἀντικείμενο ἐρωτικοῦ πόθου αὐτὸ εἶναι ὁμόφυλο, ἀλλὰ μὲ τὴν ἔννοια μᾶλλον μιᾶς ποίησης δεύτερης (ἢ τρίτης ἢ τέταρτης) διαλογῆς, ἕνα εἶδος παραλογοτεχνικῆς παραγωγῆς εἰδικοῦ ἐνδιαφέροντος, στὴν ὁποία δὲν ἀναγνωρίζεται δικαίωμα ἔνταξης στὸν κατεξοχὴν λογοτεχνικὸ χῶρο. Μὲ ἄλλα λόγια, φαίνεται πὼς οἱ εὐήθεις αὐτοὶ ποιηματογράφοι καὶ ποιηματολόγοι ἔχουν θέσει συγκεκριμένες θεματολογικὲς προϋποθέσεις γιὰ τὴν ποιητικὴ παραγωγὴ ποὺ θεωροῦν ἀποδεκτὴ στὸ ἐγχώριο λογοτεχνικὸ πεδίο, τοῦ ὁποίου σαφῶς λειτουργοῦν ὡς κλειδοκράτορες˙ καὶ οἱ προϋποθέσεις αὐτὲς ἀποκλείουν ἐκ τῶν προτέρων τὸν ἐξόφθαλμο (ἔτσι φαντάζομαι θὰ τὸν περιέγραφαν) ὁμοερωτισμό.

 

Τὸ κωμικοτραγικὸ εἶναι πὼς οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ὄχι μόνο δὲν αὐτοπροσδιορίζονται ὡς ὁμοφοβικοί, ἀλλὰ κάποιοι εἶναι καὶ οἱ ἴδιοι ὁμοφυλόφιλοι, ἐνῶ κάποιοι ἄλλοι δὲν διστάζουν νὰ ἀρθρώνουν καὶ θεωρητικὸ λόγο μὲ ἀναφορὲς στὴν κουὴρ θεωρία ἢ ἀκόμη καὶ νὰ συμμετέχουν σὲ φιλομοφυλοφιλικὲς “ἀκτιβιστικὲς” δράσεις, κάτω ἀπὸ τὴν ὑγιὴ αἰγίδα, πάντως, συνήθως, κάποιας θεσμικὰ ἐξαγνισμένης μὴ κυβερνητικῆς ὀργάνωσης ἢ κάποιου ἱδρύματος πολιτισμοῦ. Ἀκόμη πιὸ κωμικοτραγικὴ εἶναι ἡ στάση τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν “τῆς ποιήσεως” ἀπέναντι σὲ ἀναγνωρισμένους πλέον ὁμοφυλόφιλους ποιητὲς τοῦ παρελθόντος, οἱ ὁποῖοι δὲν μάσησαν τοὺς στίχους τους σχετικὰ μὲ τὸ φύλο τοῦ ἀντικειμένου τοῦ πόθου, τοὺς ὁποίους ὅμως δὲν γίνεται πιὰ νὰ ἐξορίσουν στὸ λογοτεχνικὸ περιθώριο ποὺ ὀνομάζουν gay ποίηση˙ οἱ συνήθως περισπούδαστες ἀναφορὲς τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν στοὺς ἐν λόγῳ ποιητὲς δὲν μποροῦν καὶ δὲν καταφέρνουν νὰ κρύψουν τὴν κυρίαρχη ἀντίληψη, ἡ ὁποία θὰ μποροῦσε νὰ συνοψισθεῖ ὡς ἑξῆς: καίτοι ὀ Sandro Penna, γιὰ παράδειγμα, ἔγραφε ποιήματα γιὰ τὰ ἀγοράκια ποὺ ποθοῦσε καὶ ποὺ γαμοῦσε, κατάφερε νὰ γράψει σπουδαῖα ποιήματα, τὰ ὁποῖα ὑπερβαίνουν τὰ στενὰ ὅρια τοῦ ὁμοερωτικοῦ ἐνδιαφέροντος. Τέτοιες ἐκφράσεις ἐμφανίζονται στὸν λόγο τῶν κλειδοκρατόρων πολὺ συχνότερα ἀπὸ ὅσο θὰ ἐπέτρεπε ἡ ἔστω ἐπιφανειακὴ ἐπαφή τους μὲ τὴν κουὴρ θεωρία, καὶ προδίδουν τόσο τὴ βαθύτατα ἀντιδραστικὴ ἀντίληψή τους γιὰ τὴν ποίηση, ὅσο ἐντέλει καὶ τὴν εὐήθειά τους.

 

Ἐνῶ λοιπὸν μπορεῖ νὰ πιστεύουμε οἱ περισσότεροι (ἀκόμη καὶ κάποιοι ἀπὸ τοὺς κλειδοκράτορες) ὅτι εἶναι ἐντελῶς παρωχημένες τέτοιου εἴδους συζήτησεις περὶ ἐρωτικοῦ προσανατολισμοῦ, ἡ πραγματικότητα μᾶς διαψεύδει. Τὰ ἐρωτικὰ ποιήματα τὰ ὁποῖα κατακτοῦν περίοπτη θέση στὸ ἐγχώριο λογοτεχνικὸ πεδίο εἶναι σχεδὸν ὅλα ποιήματα προφανῶς (ἂν καὶ ὄχι ἀπαραιτήτως ἀληθῶς) ἑτεροφυλοφιλικοῦ ἐρωτισμοῦ, καὶ μάλιστα ἀποστειρωμένου, εὐπρεπισμένου ἐρωτισμοῦ  – ἀκόμη καὶ ὅταν ἔχουν γραφτεῖ ἀπὸ ὁμοφυλόφιλους ποιητὲς καὶ ποιήτριες. Οἱ δὲ ὁμοφυλόφιλοι ποιητὲς καὶ ποιήτριες λειτουργοῦν στὴ βάση τοῦ παληοῦ, χυδαίου “δὲν ἐνδιαφέρει τοὺς ἄλλους τί κάνει ὁ καθένας στὸ κρεββάτι του” καὶ συστηματικὰ κρύβονται ἢ ψεύδονται τόσο στὴν δημόσια παρουσία τους ὅσο καὶ στὴν ποίησή τους, προκειμένου νὰ μὴν ἀποκλεισθοῦν.

 

Μπορεῖ νὰ διαβάζουμε ὅλο καὶ συχνότερα κείμενα ἐπιδεικτικῆς ἐμβρίθειας στὰ ὁποῖα ἀναλύεται ἡ ποιητικὴ τοῦ δείνα ἢ τῆς τάδε μὲ ὄρους τῆς κουὴρ θεωρίας, ἀλλὰ κανεὶς ἀπὸ τοὺς θεωρούμενους σοβαροὺς ἐκδοτικοὺς οἴκους δὲν θὰ ἐξέδιδε ἀνάμεσα στὰ βιβλία ποίησης τὰ ὁποῖα προωθεῖ, ἀκόμη κι ἂν πληρωνόταν, ποιητικὸ βιβλίο πρωτοεμφανιζόμενου μὲ περιεχόμενο σὰν αὐτὸ τοῦ Physical, τοῦ νέου ποιητῆ Andrew McMillan ποὺ κέρδισε πέρυσι τὸ βραβεῖο πρωτοεμφανιζόμενου τῆς Guardian. Καὶ ἀκόμη κι ἂν τὸ ἐξέδιδαν, σίγουρα δὲν θὰ δέχονταν νὰ τὸ τυπώσουν μὲ ἐξώφυλλο ἕνα γυμνὸ ἀντρικὸ σῶμα, συμπεριλαμβανομένου τοῦ γυμνοῦ κώλου, ὅπως ἔκανε ὁ οἶκος Jonathan Cape γιὰ τὸ βιβλίο τοῦ Andrew McMillan. Φυσικά, εἰδικὰ μετὰ τὴ βράβευση, τὸ βιβλίο τοῦ McMillan μπορεῖ κάλλιστα νὰ παρουσιασθεῖ στὴν Καθημερινὴ ἢ στὴν Νέα Ἑστία, ἀλλὰ γιὰ βιβλία Ἑλλήνων ποιητῶν μὲ ἀντίστοιχη θεματολογία, ὅταν καὶ ἂν καταφέρνουν νὰ (αὐτο)εκδοθοῦν, λόγος γίνεται μόνο, ἂν γίνει, ἐκτὸς τοῦ λογοτεχνικοῦ πεδίου, καθὼς τὸ τελευταῖο ἐξακολουθεῖ νὰ λειτουργεῖ μὲ ὅρους μικροαστικῆς εὐπρέπειας τοῦ περασμένου αἰώνα.

 

 

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]

κενὰ σημαίνοντα ἐσκεμμένως ἐρριμμένα

Ἂν καὶ συχνὰ οἱ ποιητὲς ὁμνύουν στὴν ἁπλότητα, ἡ ποίηση ποὺ παράγουν, καὶ ἰδιαίτερα ἡ σύγχρονη, σπανίως εἶναι ἁπλή. Ἀντιθέτως, τὶς περισσότερες φορὲς δὲν εἶναι εὔκολο ὁ ἀναγνώστης νὰ κατανοήσει τί ἀκριβῶς θέλει νὰ πεῖ ὁ ποιητής˙ καὶ ἂν προσπαθήσει νὰ περιγράψει τί ἤθελε νὰ πεῖ ὁ ποιητής, θὰ μιλήσει ἀναγκαστικὰ χωρὶς σιγουριά, προτείνοντας τὴν “ἀνάγνωσή” του ὡς μία ἀπὸ τὶς πιθανὲς ἀναγνώσεις, ὁπωσδήποτε ὄχι τὴ μοναδική.

 

Αὐτὴ ἡ πολλαπλότητα τῶν πιθανῶν ἐκδοχῶν εἶναι, ἀναμφίβολα, ἕνα ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς ποίησης ποὺ γοητεύουν πολλοὺς ἀναγνῶστες. Αὐτό, ὅμως, ποὺ συχνὰ παρατηρῶ στὴν παραγωγὴ πολλῶν σύγχρονων ποιηματογράφων εἶναι κάτι διαφορετικό: δὲν πρόκειται γιὰ ποιήματα τὰ ὁποῖα ξεκινοῦν ἀπὸ κάπου, ἔχουν κάτι νὰ ποῦν, ἀλλὰ συγχρόνως ἐπιτρέπουν ἐνδεχόμενες διαφορετικὲς ἀναγνώσεις˙ πρόκειται μᾶλλον γιὰ ποιήματα ποὺ ἐσκεμμένα στριμώχνουν στοὺς στίχους τους ὅσο περισσότερα (ταιριαστὰ καὶ ἀταίριαστα) σημεῖα καὶ σύμβολα μπορεῖ ὁ δημιουργός τους, μὲ στόχο ἀκριβῶς νὰ χτισθεῖ μιὰ πλαστὴ πολυσημία ποὺ θὰ κρύψει τὴν ἀπουσία νοήματος ἤ, ἀκόμη χειρότερα, τὴν κοινοτοπία τοῦ νοήματος.

 

Ἂς διαβάσουμε ἕνα παράδειγμα τέτοιου ποιήματος:

 

Με αγκάλιασες
και τα χέρια σου
σαν άνθη σαρκοβόρα
αιχμαλώτισαν
του κορμιού μου τις ελπίδες
για να με σκορπίσουν ύστερα
στάχτη στο πέλαγος
μιας άνυδρης εγκατάλειψης.

 

Τί θέλει νὰ πεῖ, λοιπόν, ἐδῶ ἡ ποιήτρια; Ὅτι τὴν ἐγκατέλειψε τὸ ἀντικείμενο τοῦ ἔρωτά της καὶ ἡ ἐγκατάλειψη αὐτὴ τὴν ἔκανε νὰ νιώσει σὰν νεκρή; Ὅτι οἱ ἐλπίδες της διαψεύσθηκαν; Ὅτι τὸ ἀντικείμενο τοῦ ἔρωτά της, καίτοι ὡραῖο σὰν ἄνθος, τὴν ἔφαγε ζωντανή; Ὅτι τὸν χωρισμὸ ἀκολούθησε ἡ ξηρασία; Ἢ μήπως ἡ ὑγρασία, λόγῳ τοῦ πελάγους; Ἢ ὑπονοεῖται ὁ πνιγμός;

 

Ἡ ἀπάντηση μᾶλλον εἶναι “τίποτε ἀπὸ ὅλα αὐτά”, ἢ “ὅλα αὐτά”, ποὺ ὅμως εἶναι τὸ ἴδιο, καθὼς ὅλα αὐτὰ δὲν εἶναι παρὰ κοινοτοπίες ποὺ θὰ συγχωρούσαμε ἴσως σὲ μιὰ φίλη ποὺ ὑποφέρει ἀπὸ ἐρωτικὴ ἀπογοήτευση, καὶ ποὺ ἴσως θὰ μποροῦσαν νὰ ἐμπνεύσουν κάποτε κάποιο ποίημα, ἀλλὰ ὡς ἔχουν δὲν εἶναι ποίημα. Ἁπλῶς οἱ κοινοτοπίες ἔχουν μεταμφιεσθεῖ ἐδῶ σὲ ποίημα διὰ τῆς (κοινῆς) μεθόδου τῶν σχετικῶς μὴ ἀναμενόμενων ἢ καὶ ἀντιφατικῶν συμφράσεων καὶ τῆς (ἐκ)βιασμένης δῆθεν πολυσημίας. Παραμένει ποιητικὰ ἀδικαίωτο ὅτι τὰ χέρια παρομοιάζονται μὲ ἄνθη, καὶ μάλιστα σαρκοβόρα˙ ὅτι τὰ σαρκοβόρα ἄνθη αἰχμαλωτίζουν καὶ δὲν καταβροχθίζουν˙ ὅτι τὰ ἄνθη αἰχμαλωτίζουν, καὶ μάλιστα ἐλπίδες, καὶ αἰχμαλωτίζουν ἐλπίδες τοῦ κορμιοῦ καὶ ὄχι, ἂς ποῦμε, τοῦ μυαλοῦ˙ ὅτι ξαφνικὰ ἡ τροφὴ τῶν σαρκοβόρων ἀνθέων μετατρέπεται σὲ στάχτη καὶ σκορπίζεται στὸ πέλαγος˙ ὅτι παρὰ τὸ πέλαγος, ἡ ἐγκατάλειψη εἶναι ἄνυδρη. Πρόκειται, βεβαίως, γιὰ ἐξυπνακισμούς: ἂς χώσω καὶ μιὰ ἄνυδρη ἐδῶ, λίγη στάχτη ἐκεῖ, κανένα σαρκοβόρο παραπέρα, ὥστε τὸ ἀποτέλεσμα νὰ εἶναι σκοτεινότερο, ποιητικότερο, ὑπερβατικότερο. Ὁ πληθωρισμὸς τῶν ἀτάκτως ἐρριμμένων καὶ στανικῶς παραταχθέντων σημαινόντων ἀκυρώνει, στὴν πραγματικότητα, τὸ ποίημα καὶ ἀποκαλύπτει πὼς ἡ πικρὴ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἡ ποιήτρια δὲν εἶχε νὰ πεῖ τίποτα, ἢ δὲν εἶχε νὰ πεῖ τίποτα ποὺ νὰ ἀξίζει νὰ ἀκουσθεῖ.

 

Αὐτὸ ποὺ μᾶλλον δὲν ὑποψιάζονται πολλοὶ ἐπίδοξοι ποιητὲς εἶναι ὅτι ἂν πράγματι ἔχουν κάτι νὰ ποῦν (καὶ ἐννοῶ ἂν ἔχουν νὰ ποῦν κάτι διαφορετικὸ ἀπὸ τὸ “θαυμᾶστε με, εἶμαι κι ἐγὼ ποιητής!”), ὁ ποιητικὸς τρόπος νὰ τὸ ποῦν ἀποστρέφεται τὸν πληθωρισμὸ τῶν σημαινόντων καὶ ἀνοίγει πραγματικὰ ὁρίζοντες πολυσήμαντων ἀναγνώσεων μέσα ἀπὸ μιὰ ἐπιφανειακὰ μονοσήμαντη, συνεκτικὴ γραφή. Τὸ παρακάτω ποίημα, γιὰ παράδειγμα, τῆς Ἀγγελικῆς Ἐλευθερίου (ἀπὸ τὴ συλλογή της Θὰ Καπνίζω, τοῦ 2004) θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ὑποθέσει ὅτι ξεκινᾶ ἀπὸ μιὰ παρόμοια ἀφετηρία, ἐρωτικῆς ματαίωσης, ἐγκατάλειψης, χωρισμοῦ ἢ θανάτου. Ἐδῶ, ὅμως, ἡ γραφή εἶναι πεζολογική, μᾶλλον περιγραφική, καὶ μόνο μιὰ λέξη φαίνεται ἀσυνήθιστη μέσα στὰ συμφραζόμενά της: ἡ λέξη “μπρούντζινη”, τὸ μοναδικὸ ἐπίθετο τοῦ ποιήματος, ὄχι τυχαῖα τοποθετημένη στὸν τελευταῖο στίχο, ὅπου νοηματοδοτεῖ τὸ ποίημα καὶ τὸν ἑαυτό της.

 

Δεν σε ρώτησα
Δεν πρόλαβα
Δεν το ᾽χα σκεφτεί
Δεν το περίμενα
Ούτε στιγμή δεν το περίμενα
Επιστρέφω ξανά και ξανά
Στο πρόσωπό σου
Στη φωνή σου – σαν μέσα από ρωγμή –
Τι ήθελε να μου πει
Εκείνη την μπρούτζινη μέρα

 

Δὲν ἰσχυρίζομαι ὅτι ὁ τρόπος τῆς Ἁγγελικῆς Ἐλευθερίου σὲ αὐτὸ τὸ ποίημα εἶναι ὁ μοναδικὸς ποιητικὸς τρόπος. Διατείνομαι, ὅμως, ὅτι αὐτὸς ὁ τρόπος εἶναι πράγματι ποιητικός, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ προηγούμενο παράδειγμα, γιατὶ ἐδῶ τὸ “ἀνοιχτὸ” σημαῖνον (ἡ μπρούντζινη μέρα) δικαιώνεται ἀπὸ τὸ σύνολο τοῦ ποιήματος ποὺ ὁδηγεῖ σὲ αὐτό ἀντὶ νὰ στριμώχνεται σὲ ἕνα σωρὸ ψευδοποιητικῶν συμφράσεων καὶ νοηματικῶν συμφύρσεων χωρὶς σκοπό. Καὶ ἡ μπρούντζινη μέρα τῆς Ἐλευθερίου μένει στὴ μνήμη τοῦ ἀναγνώστη ὡς σύμβολο, ἐνῶ τὰ σαρκοβόρα ἄνθη, οἱ ἐλπίδες τοῦ κορμιοῦ καὶ ἡ ἄνυδρη ἐγκατάλειψη τῆς ἄλλης ποιήτριας θὰ ξεχαστοῦν στὴν ἑπόμενη σελίδα, ἂν βεβαίως δὲν κλείσει ὁ ἀναγνώστης τὸ βιβλίο ὁριστικὰ προτοῦ κἂν γυρίσει σελίδα.

 

 

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]

à la manière de

Ἀπὸ τὰ ἀγαπημένα μου καβαφικὰ ἀνέκδοτα εἶναι τὸ παρακάτω, ποὺ βρῆκα στὰ “καβαφικὰ τετράδια” τοῦ Τίμου Μαλάνου. Ὁ Μαλάνος ἦταν, λέει, τότε εἰκοσαετής, θαυμαστὴς τοῦ ἔργου τοῦ Καβάφη, καὶ ἐπισκέπτεται συχνὰ τὸν ποιητή:

“Μιὰ μέρα τοῦ εἶπα, πὼς εἶχα γράψει, στὴ δική του τὴν τεχνοτροπία, ἕνα ἱστορικὸ ποίημα, μὲ θέμα τὸν Μέγα Ἀλέξανδρο. Τὸ διάβασε, κι ἔπειτα, παίρνοντας ἕναν-ἕναν τοὺς στίχους του, μοῦ λέει: “Αὐτὸς εἶναι Καβαφικός, αὐτὸς δὲν εἶναι Καβαφικός, αὐτὴ ἡ παρένθεση εἶναι Καβαφική, αὐτὴ ἡ λέξη δὲν εἶναι Καβαφική”. Φυσικά, ὅ,τι δὲν ἦταν Καβαφικό, τὸ μετέτρεψε σὲ Καβαφικό. Στὸ τέλος, βγῆκε ἕνα στιχούργημα à la manière de… ὁ ἴδιος ὅμως δὲν ἔβλεπε (ἢ μπορεῖ καὶ νὰ μὴν ἤθελε νὰ δεῖ) ὅτι μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο καταλήγαμε στὴν παρωδία. Ἐκεῖνο ποὺ πρωτίστως τὸν ἐνδιέφερε ἦταν ὁ μαθητὴς (ἕνας μαθητής), ποὺ τὸν ἀκολουθοῦσε.”

 

Τὸ ἀνέκδοτο μπορεῖ νὰ εἶναι ἢ νὰ μὴν εἶναι ἀληθινό, εἶναι πάντως ἀναμφίβολα ben trovato. Τὴν ἐποχὴ ποὺ φέρεται νὰ διαδραματίζεται τὸ περιστατικό, ὁ Καβάφης ἔχει ἤδη κάποια φήμη, ὄχι βέβαια ἀνάλογη μὲ τὴν ἀξία του, ἀλλὰ πάντως ἔχει ξεπεράσει τὰ στάδια τῆς ἀδιαφορίας, τῆς χλεύης, τῆς χλιαρότητας, καὶ θεωρεῖται πιὰ σημαντικὸς ποιητής. Λογικὸ εἶναι ἕνας αἰγυπτιώτης νέος φανατικὸς γιὰ γράμματα νὰ ἐπιδιώκει νὰ ἐξασφαλίσει τὴν εὔνοια τοῦ Καβάφη, λογικὸ εἶναι νὰ τὸν ἐπισκέπτεται καὶ νὰ ζητάει τὴ συμβουλή του, λογικὸ εἶναι ἐπίσης νὰ τοῦ ὑποβάλλει τὰ πρωτόλειά του πρὸς σχολιασμὸ καὶ βελτίωση. Ἐξίσου λογικὸ βρίσκω τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ παρεμβάσεις τοῦ Καβάφη σὲ ἕνα ποίημα ποὺ προγραμματικὰ τοῦ παρουσιάζεται σὰν καβαφικῆς τεχνοτροπίας ἀποσκοποῦν στὴν ὅσο τὸ δυνατὸν μεγαλύτερη καβαφικότητα τοῦ τελικοῦ ἀποτελέσματος τῆς ἐπεξεργασίας. Τέλος, θεμιτὸ βρίσκω τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ ποιητῆ νὰ ἀποκτήσει μαθητὲς ἢ ἀκολούθους: ἀνήκει πιά, μετὰ ἀπὸ πολλοὺς κόπους καὶ βάσανα καὶ ἐπιθέσεις, στοὺς ἐπιφανεῖς ποιητὲς τῆς ἐποχῆς καὶ εἴθισται οἱ νεοσσοὶ νὰ ἀκολουθοῦν καὶ νὰ μιμοῦνται τοὺς ἐπιφανεῖς.

 

Τὸ ζήτημα ποὺ προκύπτει ἀπὸ αὐτὴν τὴν συνήθεια τῶν ἀκολούθων καὶ τῶν μιμητῶν δὲν εἶναι ὅτι παράγονται καὶ δημοσιεύονται στιχουργήματα à la manière de…, ὅπως τὸ θέτει ὁ Μαλάνος. Αὐτά, ἐφόσον ἀναγνωρίζονται ὡς τέτοια, δὲν βλάπτουν κανέναν˙ ἀντιθέτως, θὰ μποροῦσαν νὰ ὠφελήσουν τοὺς νέους ποιητὲς ὡς χρήσιμες ποιητικὲς ἀσκήσεις σὰν αὐτὲς ποὺ συχνὰ καλοῦνται πράγματι νὰ κάνουν στὶς μέρες μας σὲ σεμινάρια καὶ πανεπιστημιακὰ προγράμματα δημιουργικῆς γραφῆς. Ὑπάρχει, ὅμως, μιὰ σημαντική, πιστεύω, διαφορὰ ἀνάμεσα στὴ χρήση τῆς μιμητικῆς γραφῆς ὡς ὠφέλιμης ἄσκησης καὶ στὴν ὑστερόβουλη χρήση τῆς μίμησης ὡς ὠφέλιμης κολακείας. Καὶ σὲ πεῖσμα τῆς ἐμφανοῦς πρόθεσης τοῦ Μαλάνου στὴν ἐξιστόρησή του αὐτὴ νὰ ψέξει, γιὰ μιὰν ἀκόμα φορά, τὴν κατ᾽αὐτὸν “ἐπαινοθηρία” τοῦ Καβάφη, ὑπάρχει καὶ μιὰ ἄλλη ἀνάγνωση τοῦ περιστατικοῦ, τόσο προφανὴς μάλιστα ὥστε εἶναι νὰ ἀπορεῖ κανεὶς πῶς ὁ παμπόνηρος Μαλάνος δὲν τὴν πρόσεξε. Ἡ ἀνάγνωση αὐτὴ δείχνει τὴν ὑστεροβουλία τοῦ νεαροῦ ἀκολούθου μᾶλλον παρὰ τοῦ ἀναγνωρισμένου ποιητῆ: ὁ φέρελπις νεαρὸς ποιητὴς ὑποβάλλει τὰ σέβη του στὸν καθιερωμένο, τὸν ἐπαινεῖ, τὸν κολακεύει, φτάνει στὸ σημεῖο νὰ μιμεῖται συνειδητὰ καὶ ἐμπρόθετα τὸ ὕφος καὶ νὰ ἀκολουθεῖ τὴ θεματολογία τοῦ καθιερωμένου, καὶ δὲν διστάζει νὰ ζητήσει καὶ τὴ συμβουλὴ καὶ τὴ βοήθεια τοῦ τελευταίου ὥστε νὰ ἀποκτήσει, χάρη στὴν ἀπροκάλυπτη αὐτὴ κολακεία, καὶ ὁ ἴδιος κάποια θέση στὰ γράμματα. Καὶ φυσικά, τὴ θέση αὐτὴ τὴν κερδίζει στὸ τέλος! Ὁ ἴδιος ὁ Μαλάνος μᾶς λέει ὅτι ὁ Καβάφης “ἔσπρωξε ὣς τὴ δημοσίευση” τὸ ἐν λόγῳ στιχούργημα (ἂν καὶ ὑπάρχουν ἄλλες μαρτυρίες ὅτι ὁ ἵδιος ὁ Μαλάνος, βεβαίως, πάσχισε νὰ τὸ δημοσιεύσει).

 

Καὶ ἂν τὸ τίμημα ποὺ ἔπρεπε νὰ πληρώσει ὁ νεαρὸς Μαλάνος γιὰ νὰ δεῖ ποίημά του δημοσιευμένο ἦταν νὰ ἐγκαταλείψει κάθε σχέδιο γιὰ δικό του ποίημα καὶ ἀντ᾽ αὐτοῦ νὰ κατασκευάσει ἕνα ποίημα à la manière de Cavafy, ὥστε νὰ ἐξασφαλίσει τὴν ἔγκριση καὶ τὴν ἀποδοχὴ τοῦ λογοτεχνικοῦ σιναφιοῦ τῆς ἐποχῆς, τὸ τίμημα ποὺ πληρώνουν πολλοὶ σύγχρονοί μας ποιητὲς δὲν διαφέρει καὶ πολύ: καὶ αὐτοὶ ἐπίσης γράφουν à la manière de, ἐπιλέγοντας μάλιστα, συχνὰ συνειδητά, ὄχι πρότυπα συγγενικὰ πρὸς τὴν δική τους (ἀνύπαρκτη συνήθως) ἀντίληψη γιὰ τὴν ποίηση, ἀλλὰ τὰ πρότυπα μὲ τὴν μεγαλύτερη ἐπιρροὴ στὸ λογοτεχνικὸ πεδίο˙ καὶ αὐτοὶ κολακεύουν ἀκατάπαυστα τοὺς ἐπιφανεῖς τοῦ λογοτεχνικοῦ πεδίου ἀλλὰ καὶ τοὺς λοιποὺς κλειδοκράτορες˙ καὶ σὰν νὰ μὴν ἔφταναν ὅλα αὐτά, πληρώνουν καὶ ἀπολύτως ὑλικὸ τίμημα, τὴν ἀμοιβὴ τοῦ ἐκδότη δηλαδή, ποὺ μὲ ἀφοσίωση στὴν νεοελληνικὴ ποίηση θὰ τυπώσει (καί, ἂν εἶναι τυχεροί, θὰ διανείμει) τὸ ἔργο τους.

 

Τοὐλάχιστον στὸ ἀγαπημένο μου καβαφικὸ ἀνέκδοτο τὸ πρότυπο ποὺ ἀκολουθεῖ (καὶ ἀργότερα ἐγκαταλείπει) ὁ φέρελπις ποιητὴς εἶναι, πράγματι, νέο καὶ ἀνατρεπτικό, ἀποτελεῖ πράγματι τομὴ στὴ νεοελληνικὴ ποίηση καὶ παραμένει, ἀκόμη καὶ σήμερα, σημαντικὴ στιγμὴ τῆς παγκόσμιας ποίησης. Δὲν ἔχει βλάψει τὴν ποίηση ἰδιαίτερα ὁ ἑσμὸς τῶν μιμητῶν τοῦ Καβάφη τὰ τελευταῖα ἑκατὸ χρόνια, ἐνῶ πολλοὶ ποὺ μαθήτευσαν στὸ καβαφικὸ ἐργαστήρι ἔχουν πράγματι κομίσει δῶρα σημαντικὰ στὴν τέχνη τῆς ποιήσεως.

 

Ἀντίθετα, ὁ σύγχρονος ὑστερόβουλος μιμητισμὸς μοῦ φαίνεται ὅτι ἐπιλέγει ὡς πρότυπα ποιητὲς ποὺ κατάφεραν, μὲ μεθόδους ποὺ κανεὶς δὲν συζητεῖ, νὰ ἐπιβληθοῦν στὸ λογοτεχνικὸ πεδίο, χωρὶς νὰ ἔχουν δημιουργήσει (ἢ νὰ εἶναι ἱκανοὶ νὰ δημιουργήσουν) ἔργο πρωτότυπο ἢ σημαντικὸ καὶ χωρὶς νὰ ἐπιχειροῦν πλέον νὰ δημιουργήσουν τέτοιο ἔργο˙ ποιητὲς ποὺ ξεκίνησαν τὴν σταδιοδρομία τους στὰ γράμματα μὲ στιχουργήματα μιμητικὰ ἄλλων καὶ συνεχίζουν μιμούμενοι τὰ δικά τους παλαιότερα μιμητικὰ στιχουργήματα, κορδωνόμενοι σὰν γυμνοὶ βασιλεῖς στὸ τελματῶδες ἀδιέξοδο ὅπου ἡγεμονεύουν.

 

Ὁ μηχανισμὸς τῆς διακίνησης καὶ διάδοσης τῆς λογοτεχνίας δὲν ἀφήνει πολλὰ περιθώρια: οἱ ποιητικὲς δημόσιες σχέσεις εἶναι ἀναγκαῖες γιὰ τὴν ἐπιβίωση τῶν ποιητῶν. Ἀλλὰ καθὼς τὰ πρόσωπα μὲ τὰ ὁποῖα συνάπτονται αὐτοῦ τοῦ εἴδους οἱ δημόσιες σχέσεις συναποτελοῦν τὸ συχνὰ μισαλλόδοξο καθεστώς, τὸ ὁποῖο ἀποστρέφεται ὅ,τι μπορεῖ νὰ τὸ ὑπονομεύσει καὶ ἀνταμείβει ὅ,τι τὸ ἀναπαράγει, ἡ δημόσια ὁδὸς τῆς καταξίωσης καταλήγει στὸν ἀναμηρυκασμό. Τὸ παράδοξο ποὺ προκύπτει εἶναι ὅτι ἡ συνθήκη τῆς ἐπιβίωσης τοῦ ποιητικοῦ ἔργου εἶναι ἐπίσης ἡ συνθήκη τῆς ἀκύρωσής του: γιὰ νὰ ἐπιβιώσει (δηλαδή: νὰ διακινηθεῖ, νὰ διαβασθεῖ, νὰ διακριθεῖ) τὸ ἴδιο τὸ ἔργο πρέπει νὰ παγιδευθεῖ στὴ φόρμα καὶ στὴ θεματικὴ τοῦ ἤδη τελματωμένου παρελθόντος, καθὼς τὰ μέσα τῆς ἐπιβίωσης βρίσκονται στὰ νύχια ἀκριβῶς τοῦ τελματωμένου παρελθόντος.

 

Δὲν ἔχω διέξοδο νὰ προτείνω, δὲν ὑπάρχει συμπέρασμα, δὲν ὑπάρχει πρόταση. Μόνο μιὰ ἐπισήμανση, μᾶλλον κοινότοπη: τὸ οὐσιῶδες ἔργο εἶναι πάντα ἔργο ἐν προόδῳ:  τὸ παρελθὸν – ἔστω καὶ τυπωμένο – ἔργο ἀνανοηματοδοτεῖται καὶ τὸ μελλοντικὸ ἔργο ἀναθεωρεῖ καὶ ἀνανοηματοδοτεῖ˙ ὅσο τὸ παρὸν ἀκυρώνεται, τὸ τέλμα ἁπλώνεται χρονικά. Ὁ θάνατος τῆς ποίησης θὰ ἔρθει not with a bang, but a whimper. Καὶ θὰ εἶναι ἀναντίστρεπτος.

 

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]

the proof of the pudding

Κάθε ποίημα ἐνσωματώνει μιὰν ἀντίληψη γιὰ τὴν ποίηση. Καὶ δὲν ἀναφέρομαι στὰ λεγόμενα ποιήματα ποιητικῆς, οὔτε μιλῶ γιὰ αὐτὰ ποὺ ἐνδεχομένως ἕνας ποιητὴς διατείνεται σχετικὰ μὲ τὴν ποίηση, εἴτε σὲ κείμενα καὶ συνεντεύξεις εἴτε στὰ ἴδια τὰ ποιήματά του˙ μιλῶ γιὰ τὴν ἀντίληψη περὶ τῆς ποίησης ἡ ὁποία διαφαίνεται στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο κάνει κανεὶς ποίηση.

 

Καμμιὰ φορὰ ἡ ρητῶς διατυπωμένη «θεωρία» τοῦ ποιητῆ γιὰ τὴν ποίηση φαίνεται νὰ μὴν ἔχει ἰδιαίτερα στενὴ σχέση μὲ τὸ ποιητικό του ἔργο. Οἱ ἀναφορές, ἂς ποῦμε, τῆς Κατερίνας Γώγου στὴν ποίηση (στὸ Μὲ λένε Ὀδύσσεια κυρίως, ἀλλὰ καὶ στοὺς Ἀπόντες ἐν μέρει) εἶναι μᾶλλον κοινότοπες, τοῦ συρμοῦ καὶ ἐν τέλει ἀντιφατικὲς πρὸς τὴν ἴδια τὴν ποιητική της πράξη, ἡ ὁποία ἀρθρώνει μὲ πολὺ πιὸ στιβαροὺς ὅρους μιὰν ἀντίληψη τῆς πολιτικῆς ποίησης ποὺ ἐξακολουθεῖ νὰ μὴν ἔχει παληώσει σχεδὸν σαράντα χρόνια μετά. Πρόκειται, βεβαίως, γιὰ μιὰ ἀπὸ τὶς λίγες περιπτώσεις ὅπου ἡ ποιητικὴ πράξη εἶναι ἀνώτερη τῆς θεωρίας, διότι ἀκριβῶς ἡ Γώγου ἔχει γράψει ποιήματα τὰ ὁποῖα ὑπερβαίνουν καὶ ἀνατρέπουν τὶς κάπως ἀφελεῖς ἀντιλήψεις ποὺ μοιάζει νὰ ἁναπαράγουν κάποια ἀπὸ τὰ ὕστερα ποιήματα ποιητικῆς ποὺ ἔχει γράψει.

 

Συνήθως, ὅμως, συμβαίνει τὸ ἀντίθετο: οἱ ἀπόψεις ποὺ ἐκφράζουν οἱ ποιητὲς γιὰ τὴν ποίηση εἶναι μεγαλόσχημες, σπουδαιοφανεῖς καὶ καμμιὰ φορὰ ἀκόμη καὶ ἐνδιαφέρουσες ἢ ἀνατρεπτικές, ἀλλὰ ἡ ἴδια ἡ ποιητική τους πράξη δὲν ἀνταποκρίνεται στοὺς ἰσχυρισμούς τους, οὔτε δικαιώνει τὶς ἀνακοινωμένες προθέσεις τους. Καὶ τὰ ποιήματα ποιητικῆς ποὺ προκύπτουν τότε ἀντιπροσωπεύουν μιὰν ἐξ ὁρισμοῦ ἀποτυχημένη προσπάθεια νὰ συμβιβασθεῖ ἡ ἐλλειμματικὴ ποιητικὴ πράξη μὲ τὴν φιλόδοξη ποιητικὴ θεωρία, ἡ ὁποία ἐν προκειμένῳ σερβίρεται ὡς προγραμματικὴ ποιητικὴ δήλωση. Ἀλλὰ τὰ ἀσυμβίβαστα δὲν συμβιβάζονται: τὸ τί σόι ποιητὴς εἶναι κανεὶς δὲν θὰ μᾶς τὸ ποῦν οὔτε οἱ ἀφορισμοὶ ποὺ ἐκτοξεύει στὰ μέσα κοινωνικῆς δικτύωσης, οὔτε οἰ συνεντεύξεις του, οὔτε τὰ κριτικά του κείμενα, οὔτε τὰ δοκίμιά του, οὔτε κἂν τὰ ποιήματα ποιητικῆς ποὺ ἐνδέχεται νὰ ἔχει γράψει˙ τὸ τί σόι ποιητὴς εἶναι κανείς, ἀλλὰ καὶ τὸ ἂν εἶναι, ἐν τέλει, ποιητής, θὰ μᾶς τὸ πεῖ μόνο ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ὑλοποιοῦνται οἱ ὅποιες ἀπόψεις καὶ προθέσεις του, δηλωμένες ἢ ἄδηλες, στὸ σῶμα τῶν ποιημάτων του. Καὶ γι᾽αὐτὸ δὲν εἶναι ἀπαραίτητο (ὅσο κι ἂν εἶναι ἐνδιαφέρον) ἕνας ποιητὴς νὰ γράφει καὶ κριτικὰ καὶ θεωρητικὰ κείμενα: ὡς ποιητής, ἀρκεῖ νὰ γράφει ποιήματα.

 

Ἀνεξάρτητα ἀπὸ ἄλλες ἰδιότητες σχετικὲς μὲ τὴν ποίηση ἢ μὲ τὸν πολιτισμὸ ποὺ μπορεῖ νὰ συγκεντρώνει ἕνας ποιητής, ὡς ποιητὴς δὲν μπορεῖ νὰ δικαιωθεῖ παρὰ μόνο ἀπὸ τὰ ἴδια του τὰ ποιήματα. Μπορεῖ, ἂς ποῦμε, ἕνας ποιητὴς νὰ εἶναι ἐπίσης διευθυντὴς λογοτεχνικοῦ περιοδικοῦ, κριτικός, ἐπιμελητὴς ἐκδόσεων, δάσκαλος στὴ δημόσια ἐκπαίδευση, πρύτανις, ἢ μεγαλοκληρονόμος. Καὶ μπορεῖ ὑπὸ τὴν ὅποια ἄλλη του ἰδιότητα νὰ δίνει συνεντεύξεις περὶ τῆς ποίησης ὡς ἀνατρεπτικῆς δύναμης ἢ περὶ τῆς ποίησης ὡς ἐθνικῆς κληρονομιᾶς. Μπορεῖ ἀκόμη καὶ νὰ μιλάει κανεὶς γιὰ τὴν ποίηση ὡς ἐπανάσταση, ἐνῶ στρογγυλοκάθεται ὁ ἴδιος στὴν ἕδρα τῆς Ποιήσεως τῆς Ἀκαδημίας. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι σὲ ποιό ἀκριβῶς βάθρο στρογγυλοκάθεται κανεὶς καὶ τί δηλώνει ἐνῶ στρογγυλοκάθεται στὸ βάθρο του, ἀλλὰ τί ποιήματα γράφει.

 

Ἂν θέλεις νὰ εἶσαι ποιητής, τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι οὔτε ἡ δημόσια παρουσία σου, οὔτε οἱ θέσεις καὶ οἱ τιμὲς ποὺ ἔχεις ἀποδεχθεῖ, οὔτε κἂν ἡ χυδαιότητα μὲ τὴν ὁποία ἀξιοποιεῖς τὴ θέση σου γιὰ νὰ ἐπιβάλλεις ἀνθρώπους καὶ ἔργα καὶ γιὰ νὰ ἐξοστρακίσεις ἄλλους ἀνθρώπους καὶ ἔργα. Τὸ βασικὸ πρόβλημα εἶναι ἡ σχέση μεταξὺ τῆς ἀναρρίχησής σου στὰ περὶ τὴν ποίηση ἀξιώματα καὶ τῆς ποιότητας τῶν ποιημάτων σου, μιὰ σχέση συνήθως ἀντίστροφης ἀναλογίας: ἀναρρίχηση ἀπὸ τὴ μιά, καθίζηση ἀπὸ τὴν ἄλλη, καθὼς ἡ δαφνοστεφὴς αὐταρέσκεια εὔκολα ὁδηγεῖ σὲ ἀναμηρυκαστικὴ ἐπανάληψη τῶν ἤδη παρωχημένων (ἂν ὑποτεθεῖ ὅτι ὑπῆρξαν κάποτε) ποιητικῶν ἐπιτευγμάτων σου. Εἶναι λογικό, δεδομένου ὅτι ἡ κοινοτοπία καὶ ἡ κενολογία εὔκολα κερδίζουν τὴ μαζικὴ ἀποδοχή, καθὼς ὄχι μόνο δὲν ἀπειλοῦν κανέναν, ἀλλὰ κολακεύουν καὶ τοῦ καθενὸς τὴν ἀμάθεια.

 

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]

ποίηση τοῖς μετρητοῖς

Στὰ χέρια μου ἔχουν πέσει ἑκατοντάδες ποιητικὰ βιβλία τὰ τελευταῖα χρόνια. Δύο ἀπὸ τὰ καλύτερα παραμένουν ἀνέκδοτα, ἀλλὰ γιὰ καλή μου τύχη οἱ συγγραφεῖς τους εἶναι φίλοι μου καὶ ἔτσι μοῦ δόθηκε τὸ προνόμιο νὰ τὰ διαβάσω. Ὑποθέτω, λοιπόν, πὼς ὑπάρχουν καὶ ἄλλα καλὰ ποιητικὰ βιβλία ποὺ δὲν ἔχουν ἐκδοθεῖ καὶ ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ διαψεύσουν τὴν προσωπική μου ἐντύπωσή ὅτι τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς σύγχρονης ἐγχώριας ποιητικῆς παραγωγῆς εἶναι γιὰ τὰ σκουπίδια.

 

Τὰ δύο αὐτὰ βιβλία παραμένουν ἀνέκδοτα παρὰ τὴν ἐπιθυμία τῶν συγγραφέων τους. Οἱ συγγραφεῖς τους τὰ ὑπέβαλαν σὲ ἐκδοτικοὺς οἴκους ποὺ ἐκτιμοῦσαν καὶ περίμεναν καιρό, πολὺ καιρό, νὰ μάθουν ἂν κατὰ τὴ γνώμη τῶν ἐν λόγῳ ἐκδοτικῶν οἴκων ἄξιζαν νὰ ἐκδοθοῦν. Ἔλαβαν ἀπάντηση ἀπὸ ἕναν ἐκδοτικὸ οἶκο ὁ καθένας – οἱ λοιποὶ δὲν ἀπάντησαν ποτὲ τίποτε, οὔτε κἂν ὅτι ἔχουν λάβει τὰ δακτυλόγραφα, ὑπάρχουν ὅμως ἐνδείξεις ὅτι τὰ ἔλαβαν, καθὼς προσέθεσαν τὶς ἠλεκτρονικὲς διευθύνσεις τῶν συγγραφέων στὶς λίστες τους ὥστε νὰ τοὺς ἀποστέλλουν μαζικὰ ἠλεκτρονικὰ μηνύματα στὰ ὁποῖα διαφημίζουν τὶς νέες τους ἐκδόσεις.

 

Οἱ δύο ἐκδότες ποὺ καταδέχθηκαν νὰ ἀπαντήσουν φαίνεται πὼς ἀξιολόγησαν θετικὰ τὰ δακτυλόγραφα καὶ συμφώνησαν νὰ τὰ ἐκδώσουν. Ζήτησαν, ὅμως, ἀπὸ τοὺς συγγραφεῖς μιὰ «μικρὴ συμμετοχὴ» στὰ ἔξοδα τῆς ἔκδοσης: τετρακόσια εὐρὼ ὁ ἕνας, πεντακόσια ὁ ἄλλος. Ἂς σημειωθεῖ ὄτι πρόκειται γιὰ μικροῦ ὄγκου βιβλία, δύο ἢ τριῶν   δεκαεξασέλιδων, ποὺ θὰ τυπώνονταν σὲ τριακόσια, τὸ πολύ, ἀντίτυπα. Ἂς σημειωθεῖ ἐπίσης ὅτι πρόκειται γιὰ μικροὺς ἐκδοτικοὺς οἴκους ποὺ ἐκδίδουν κυρίως ποίηση καὶ ποὺ θεωροῦνται περιφερειακοί, ἐκτὸς τῶν mainstream κυκλωμάτων, ἀλλὰ σοβαροὶ καὶ ἐπιλεκτικοί.

 

Οἰ φίλοι συγγραφεῖς δὲν ἐξεπλάγησαν. Γνώριζαν ὅτι τὸ πιθανότερο εἶναι νὰ τοὺς ζητηθεῖ κάποια οἰκονομικὴ συμμετοχὴ στὰ ἔξοδα τῆς ἔκδοσης, τὸ περίμεναν, ὄχι ἐπειδὴ εἶναι λογικό, ἀλλὰ ἐπειδὴ αὐτὸ ἐπιβάλλουν τὰ σύγχρονα ἐκδοτικὰ ἤθη στὴν Ἑλλάδα. Συμφώνησαν, λοιπόν, νὰ πληρώσουν τὸ ποσὸν ποὺ τοὺς ζητήθηκε, δώσανε τὰ χέρια, κλείσανε ἡμερομηνίες καὶ τιρὰζ καὶ ἔμειναν ἥσυχοι.

 

Λίγους μῆνες μετά, καὶ ἀφοῦ εἶχε ἤδη παρέλθει ἡ συμφωνημένη ἡμερομηνία ἔκδοσης ἀλλὰ οἱ ἐκδότες τηροῦσαν σιγὴ ἰχθύος, οἱ φίλοι συγγραφεῖς ἐπικοινώνησαν ἐκ νέου μὲ τοὺς ἐκδότες καὶ τοὺς ρώτησαν τί συμβαίνει. Χρειάστηκε, μάλιστα, νὰ ὲπικοινωνήσουν πολλὲς φορὲς ὥσπου νὰ πάρουν κάποια ἀπάντηση. Ἡ ἀπάντηση, ὅταν ἦρθε, πῆρε τὴ μορφὴ ἐρώτησης χονδρεμπόρου: «γιὰ πόσα ἀντίτυπα εἴχαμε πεῖ ὅτι ἐνδιαφέρεσαι; καὶ εἶσαι σίγουρος ὅτι εἴχαμε συμφωνήσει τόσα λίγα λεφτά; διότι αὐτὰ δὲν φτάνουν οὔτε γιὰ τὰ τυπογραφικά…»

 

Οἱ φίλοι συγγραφεῖς δικαίως ἐξοργίσθηκαν καὶ ἀποφάσισαν νὰ μὴν συνεχίσουν. Οἱ ἐκδότες, βεβαίως, ἀδιαφοροῦν, καθὼς ὑπάρχουν δεκάδες ἄλλοι ἐπίδοξοι ποιητὲς ποὺ εἶναι πρόθυμοι νὰ πληρώσουν διπλά, καὶ τρίδιπλα καὶ τετράδιπλα.  Οἱ φίλοι μου, ὅμως, οἱ ὁποῖοι ὑπενθυμίζω ὅτι ἔχουν γράψει δύο ἀπὸ τὰ καλύτερα ποιητικὰ βιβλία ποὺ ἔχω διαβάσει τὰ τελευταῖα χρόνια, δὲν ξέρω ἂν θὰ βροῦν τὸ κουράγιο νὰ ἀρχίσουν πάλι νὰ στέλνουν τὰ ποιήματά τους στοὺς ἐκδότες, εἰσπράττοντας εἴτε σιωπὴ καὶ ἀδιαφορία εἴτε ἀπαιτήσεις γιὰ χρήματα τὰ ὁποῖα καὶ ἂν ἀκόμη ἦσαν πρόθυμοι, κατὰ πᾶσα πιθανότητα δὲν εἶναι ἱκανοὶ νὰ δώσουν. Διότι πράγματι τὰ τέσσερα ἢ πέντε κατοστάρικα ποὺ ζήτησαν καταρχὰς οἱ δῆθεν περιθωριακοὶ καὶ δῆθεν ἐκλεκτικοὶ ἐκδότες εἶναι λίγα σὲ σχέση μὲ ὅσα ζητοῦν οἱ λιγότερο περιθωριακοί: γύρω στὰ δύο χιλιάρικα, μαθαίνω, εἶναι ἡ μέση τιμὴ γιὰ τρία δεκαεξασέλιδα σὲ τριακόσια ἀντίτυπα, ἐνῶ ἂν ὁ ἐκδοτικὸς οἶκος  τυχαίνει νὰ ἔχει παράδοση στὶς ποιητικὲς ἐκδόσεις ἢ διασυνδέσεις μὲ τὶς διάφορες ἐπιτροπὲς βραβείων, τὸ κόστος ἀνεβαίνει σημαντικά, καὶ μπορεῖ νὰ φτάσει καὶ τὶς πέντε χιλιάδες εὐρώ, ἰδιαίτερα ἂν ὁ ἐκδότης ἔχει ἀπὸ πάνω νὰ πληρώσει καὶ προμήθειες σὲ λογοτεχνικοὺς μαστρωπούς, σὲ ἀνθρώπους δηλαδὴ μὲ κάποιο ὄνομα στὴν πιάτσα ποὺ πληρώνονται ἀπὸ τὸν ἐκδότη μὲ τὸ κομμάτι γιὰ νὰ τοῦ προμηθεύουν «ψώνια» (ὁ ὅρος χρησιμοποιεῖται κατὰ κόρον ἀπὸ ἕναν τέτοιο ἐκδότη) πρόθυμα νὰ πληρώσουν ὥστε νὰ ἐκδοθοῦν.

 

Τὸ πιθανότερο εἶναι, ἑπομένως, ὅτι δὲν θὰ ἐκδοθοῦν τὰ ποιήματα τῶν φίλων μου. Διότι οἱ φίλοι μου δὲν ἔχουν τὸ κουράγιο νὰ ξαναμποῦν σὲ αὐτὴ τὴ διαδικασία. Ἀλλὰ ἀκόμη καὶ ἂν εἶχαν τὸ κουράγιο, δὲν ἔχουν, ἢ δὲν διαθέτουν, τὰ ἀπαιτούμενα λεφτά.

 

Τὸ πιὸ ἀνησυχητικό, ὅμως, εἶναι τὸ ἑξῆς: ἀπὸ τὰ ποιητικὰ βιβλία ποὺ ἐκδίδονται καὶ ποὺ διαβάζουμε ὅλοι ὅσοι ἐνδιαφερόμαστε γιὰ τὴν ποίηση, τὰ συντριπτικὰ περισσότερα, τὸ 95% πιστεύω, ἔχουν ἐκδοθεῖ ὄχι ἁπλῶς μὲ ἔξοδα τοῦ συγγραφέα, ἀλλὰ καὶ μὲ μιὰ σημαντικὴ οἰκονομικὴ δωρεὰ τοῦ συγγραφέα πρὸς τὴν ἐπιχείρηση τοῦ ἐκδότη. Διότι βέβαια ἡ οἰκονομικὴ συνεισφορὰ τοῦ συγγραφέα εἶναι ὑπερπολλαπλάσια τοῦ κόστους τῆς ἔκδοσης. Καὶ τὸ ὕψος τῆς δωρεᾶς καθορίζει συχνὰ καὶ τὴν «καριέρα» τοῦ βιβλίου: οἱ πιὸ ἀκριβοπληρωμένοι ἐκδότες ἔχουν τὶς κατάλληλες διασυνδέσεις μὲ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ θὰ ἀναλάβουν τὴν προώθηση, μέσῳ πολλαπλῶν παρουσιάσεων καὶ ἐπαινετικῶν κριτικῶν, ἀλλὰ καὶ μέσῳ προτάσεων βιβλιοπωλείων καὶ ἐρασιτεχνῶν δῆθεν ἀλλὰ ἀμειβόμενων βιβλιοπωλῶν.

 

Παρ᾽ ὅλα αὐτά, πολλοὶ ἐξ αὐτῶν τῶν χρηματιζόμενων ἐκδοτῶν καὶ συνεργατῶν τους ἐξακολουθοῦν ἀνερυθρίαστα νὰ καμώνονται πὼς εἶναι ἐπιλεκτικοί, πὼς τοὺς ἀφορᾶ ἡ ποιότητα, πὼς ἐνδιαφέρονται γιὰ τὴν ὑπόθεση τῆς λογοτεχνίας. Ἐνῶ εἶναι κατ᾽ ἐξοχὴν ὑπεύθυνοι γιὰ τὸ μιμητικὸ ἀνακυκλωνόμενο σκουπιδιαριὸ ποὺ κυριαρχεῖ στὴν σύγχρονη ποιητικὴ παραγωγή. Διότι τελικὰ τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀξιόλογη ποιητικὴ παραγωγή, τὸ πρόβλημα εἶναι ὅτι αὐτὴ δὲν φτάνει συνήθως στὴν κατανάλωση: σπανίως οἱ καλοὶ ποιητὲς εἶναι εὔποροι καὶ ἀκόμη σπανιότερα εἶναι τόσο ψώνια ὥστε τὰ ἐλάχιστα χρήματα ποὺ βγάζουν νὰ τὰ διαθέτουν γιὰ τὴν διάδοση τοῦ ἔργου τους.

 

 

[πρωτοδημοσιεύθηκε στὴ bibliothèque]

Sandro Penna: ἐπιθυμία, μοναδικότητα, οὐσία

Τὴν ποίηση τοῦ Σάντρο Πέννα τὴν γνώρισα χάρη στὸν Σωτήρη Παστάκα τὸ 1981. Δὲν τὸ ξέρει, ἀλλὰ τοῦ εἶμαι εὐγνώμων γιὰ αὐτὴ τὴ γνωριμία. Ἐπρόκειτο γιὰ ἔνα μικρὸ βιβλιαράκι μὲ ποιήματα τοῦ Πέννα στὴ σειρὰ τοῦ «μικροῦ δέντρου». Ἔκτοτε, ὁ Σωτήρης Παστάκας ξανακοίταξε τὶς μεταφράσεις του καὶ τὶς ξαναδούλεψε, πράγμα ἀναμενόμενο, διότι νομίζω πὼς κανεὶς εὐαίσθητος καὶ εὐσυνείδητος μεταφραστὴς δὲν μένει ἱκανοποιημένος ἀπὸ τὶς μεταφράσεις του, ἰδιαίτερα ἂν μεταφράζει ποίηση, ἰδιαίτερα ἂν εἶναι ὁ ἴδιος ποιητής. Ὑπὸ αὐτοὺς τοὺς ὅρους, κάθε νέα ἀπόπειρα μετάφρασης ἑνὸς ποιήματος μᾶς φέρνει πιὸ κοντὰ στὸ ρυθμὸ καὶ στὴν αἴσθηση τοῦ πρωτοτύπου.

Σαράντα χρόνια, λοιπόν, μετὰ τὸν θάνατο τοῦ ποιητῆ, καὶ τριάντα ἕξι χρόνια μετὰ τὴν ἔκδοση ἐκείνη, χάρη στὸν Σωτήρη Παστάκα καὶ πάλι, μὲ τὴν πολύτιμη φροντίδα τοῦ Βάσσου Γεώργα καὶ τῶν ἐκδόσεων Bibliothèque,  ὁ Σάντρο Πέννα ξαναεμφανίζεται ἐνώπιόν μας, σὲ ἕνα καλαίσθητο βιβλίο μὲ τὸν τίτλο Τὸ Μάθημα τῆς Αἰσθητικῆς. Καὶ ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ὁ Πέννα μᾶς εἶναι πλέον πολὺ λιγότερο ἄγνωστος πιά, καθὼς ἔχουν μεσολαβήσει καὶ ἄλλες μεταφράσεις, ποιημάτων καὶ πεζῶν του, ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἀξιοσημείωτη εἶναι ἐκείνη τοῦ Ἐρρίκου Σοφρᾶ (Ὁ Σκονισμένος Ποδηλάτης, τὸ Ροδακιό, 2012), ἐνῶ καὶ νεότερες μεταφράσεις, ὅπως αὐτὴ τοῦ Εὐριπίδη Γαραντούδη (Ποιητική, τεῦχος 18, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2016), εἶναι ἐν ἐξελίξει.

Ἀναρωτιέμαι: δικαιολογεῖται τόσο ἐνδιαφέρον γιὰ ἕναν ποιητὴ ὀλιγογράφο, καὶ ὡς πρὸς τὴν ἔκταση καὶ ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸ τῶν ποιημάτων του, ἕναν ποιητὴ προγραμματικὰ ἐλάσσονα, τὴ στιγμὴ μάλιστα ποὺ πολλοὶ ἄλλοι σημαντικοὶ ποιητὲς τῆς παγκόσμιας γραμματείας παραμένουν ἀμετάφραστοι ἢ κακομεταφρασμένοι;  Ἂν πάρει κανεὶς ἐπίσης ὑπόψη ὅτι εἰδικὰ ἡ ποίηση τοῦ Πέννα διακρίνεται καὶ ἀπὸ ἄλλα χαρακτηριστικά, ἰδιαιτέρως ἀντιδημοφιλῆ, ὅπως ἡ μονοθεματικότητά της, ἡ ἁπλότητά της καὶ ἡ μοναχικότητά της, φαίνεται ἀκόμη πιὸ δύσκολο νὰ δικαιολογηθεῖ τὸ αὐξημένο ἐνδιαφέρον μας γιὰ τὴν ποίηση αὐτὴ τὰ τελευταῖα χρόνια. Ἀλλὰ ἀκριβῶς αὐτὰ τὰ τρία χαρακτηριστικὰ τῆς ποίησης τοῦ Penna ἀποτελοῦν κατὰ τὴν ἄποψή μου καὶ τὰ βασικὰ θέλγητρά της.

 

Στοιχεῖο πρῶτο: ἐπιθυμία

Ἡ ποίηση τοῦ Penna εἶναι σχεδὸν μονοθεματικὴ καὶ τὸ θέμα της εἶναι, ξεκάθαρα, ἐπαναληπτικὰ καὶ ἴσως ἐμμονικά, ὁ ἀνδρικὸς ὁμοφυλοφιλικὸς ἔρωτας.

Συνήθως, στὸ ἐντόπιο λογοτεχνικὸ πεδίο, τὰ ὁμοερωτικὰ ποιήματα κατατάσσονται σὲ δική τους κατηγορία, εἰδικοῦ ἐνδιαφέροντος. Οἱ πιὸ φωτισμένοι ἀπὸ τοὺς εἰδήμονες, ἂς εἶναι καὶ ἑτερόφωτοι, ἀντιμέτωποι μὲ ἕνα ἐρωτικὸ ποίημα ὁμοφυλοφιλικῆς διάθεσης, στὴν καλύτερη περίπτωση μιλοῦν συνοπτικὰ καὶ βιαστικὰ γιὰ τὴν «προφανὴ» σχέση μὲ τὸν Χριστιανόπουλο καὶ τὸν Καβάφη καὶ ξεμπερδεύουν, ἀλλὰ πάντως ὁ ποιητικὸς «κανόνας» φαίνεται ἐξ ὁρισμοῦ νὰ ἐξοστρακίζει τὰ ποιήματα ὁμοερωτικῆς θεματικῆς σὲ ἕναν χῶρο ἐκτὸς τῆς mainstream λογοτεχνίας.

Στὴν περίπτωση τοῦ Penna, ὡστόσο, ἡ ὁμοερωτικὴ θεματολογία, καίτοι ἀπερίφραστη, ὄχι μόνο δὲν ἐξορίζει τὴν ποίησή του στὸ ράφι μὲ τὰ «εἰδικοῦ ἐνδιαφέροντος ἀναγνώσματα» ἀλλά, παραδόξως, τῆς παραχωρεῖ μιὰ θέση στὸ mainstream, ἀκόμη κι ἂν ἕνας τοὐλάχιστον ἐκ τῶν μεταφραστῶν αἰσθάνθηκε τὴν ἀνάγκη νὰ δηλώσει ὅτι ὁ ἴδιος, κι ἂς μεταφράζει Πέννα, εἶναι πάντως straight.

Ἡ ἐρωτικὴ ἐπιθυμία στὴν ποίηση τοῦ Penna ἐμφανίζεται μὲ δύο τρόπους: ὼς βλέμμα καὶ ὡς πράξη – ὄχι, ὅμως, ὡς ἔλλειψη, οὔτε ὡς διάψευση. Εἶναι ἐπιθυμία ἐπιθετική, θετική, σίγουρη, ποὺ ὡς πρὸς τὴν ἔκφρασή της θυμίζει τὸν Ἐλύτη καὶ τὸν Ἐμπειρίκο μᾶλλον παρὰ τὸν Καβάφη. Κυριαρχεῖ ἡ προσδοκία τῆς εὐόδωσης, ἡ ἀπόλαυση τῆς πράξης, ἀλλὰ καὶ ὅταν ἀκόμη δὲν ἀνταποκρίνεται τὸ ἀντικείμενο τῆς ἐπιθυμίας, τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο δὲν τὸ βάζει κάτω, δὲν βυθίζεται σὲ θλίψη, ἐξακολουθεῖ νὰ κοιτάζει καὶ νὰ θαυμάζει. Ὁ Penna κοιτάζει τὰ ἀγόρια του καὶ τὸ βλέμμα του ἐκφράζει εὐθέως καὶ ἀνενδοίαστα τὴν ἐπιθυμία του: τυλίγει τὸ ἀντικείμενο τοῦ πόθου, τὸ διεκδικεῖ, τὸ ἀπαιτεῖ καὶ τὸ γεύεται. Δὲν ὑπάρχει ἀπόκρυψη, δὲν ὑπάρχει συστολή:

Τὸ βρῆκα τὸ ἀγγελούδι μου

σ᾽ἕνα ὕποπτο σινεμά.

Κάπνιζε ἕνα τσιγαράκι

κι εἶχε τὰ μάτια του ὑγρά.

 

Στοιχεῖο δεύτερο: μοναδικότητα

Ἡ ποίηση τοῦ Penna δὲν φαίνεται νὰ ἐντάσσεται σὲ κάποια ποιητικὴ παράδοση ποὺ θὰ διευκόλυνε τὶς σχηματικὲς ἀναγνώσεις, τὶς βολικὲς κατατάξεις καὶ τὴν εὔκολη ἀναγνώριση ἐκ μέρους τοῦ δήμου καὶ τῶν σοφιστῶν.  Ὁ Penna οὔτε ἀνήκει σὲ κάποια σύγχρονή του σχολή (λόγου χάρη, τὸν μοντερνισμὸ ἢ τὸν φουτουρισμό), οὔτε προαναγγέλλει προδρομικά, κάποια σύγχρονή μας τάση (ὅπως, ἂς ποῦμε, τὸν μεταμοντερνισμό, σὲ ὁποιαδήποτε ἔκφανσή του). Ἀντίθετα, τὴν ἐποχὴ ἀκριβῶς ποὺ κυριαρχοῦσε ὁ φουτουρισμός, ἐν συνεχείᾳ ὁ ἑρμητισμός, καὶ ἐν τέλει ὁ μοντερνισμός τοῦ ὕστερου Pound καὶ τοῦ Eliot, ὁ Penna ἐπιλέγει νὰ ἀκολουθήσει ἕνα δρόμο δικό του, ποὺ μεγαλύτερη σχέση ἔχει μὲ τὸν Στράτωνα καὸ τὸν Μελέαγρο, παρὰ μὲ τοὺς συγχρόνους καὶ τοὺς ἐπιγόνους του.

Ὁ Penna εἶναι ἕνας ποιητὴς εἰκαστικός, ἴσως κινηματογραφικός: κάποια ἀπὸ τὰ ὀλιγόστιχα ποιήματά του μοιάζουν μὲ φωτογραφίες, ἄλλα μὲ σκηνὲς ἀπὸ ἰταλικὲς νεορεαλιστικὲς ταινίες,  τὶς ὁποῖες φαίνεται νὰ προοικονομεῖ ἡ ποίησή του.  Καὶ ὅπως στὸν νεορεαλισμὸ τοῦ de Sica καὶ τοῦ Rosselini (ἀλλὰ καί, ἀκόμα περισσότερο, ὅπως στὸν πιὸ λοξὸ μετανεορεαλισμὸ τοῦ πρώιμου Pasolini), ἔτσι καὶ στὴν ποίηση τοῦ Penna, τὸ βλέμμα ἑστιάζει στὴν φαινομενικὰ ἀσήμαντη καθημερινότητα καὶ ἀπομονώνει μιὰ μορφή, μιὰ κίνηση, μιὰ αἴσθηση, ἡ ὁποία μέσῳ τῆς μονοσημαντότητάς της μεγεθύνεται καὶ καταλαμβάνει ὁλόκληρη τὴν ὀθόνη:

Ἀφήνει τὸ οὐρητήριο ὁ νεαρὸς μὲ τὸ μέλος

ἀκόμη ἀπ᾽ ἔξω: ἀξιοθαύμαστη ἀμέλεια

γιὰ κάποιον ποὺ μόλις φτάνει δεκαπενταύγουστο

σ᾽ ἔνα παραθαλάσσιο χωριό.

 

Στοιχεῖο τρίτο: οὐσιαστικότητα

Ἡ ποίηση τοῦ Penna δὲν διαθέτει κανένα ἀπὸ τὰ γνωρίσματα ποὺ προσδίδουν αἴγλη καὶ προσπορίζουν ἀναγνώριση σὲ πολλοὺς ἐπιφανεῖς σύγχρονούς μας ποιητές: δὲν εἶναι ἀμφίσημη οὔτε ἑρμητική, δὲν πειραματίζεται μὲ τὴ μορφή, δὲν χρησιμοποιεῖ γλώσσα δύσβατη ἢ ἐξεζητημένη, δὲν ἐπιστρατεύει πρωτότυπα σχήματα λόγου. Ἀντιθέτως μάλιστα, ὁ Penna ἀποστρέφεται τὴν ἐκζήτηση καὶ λέει αὐτὸ ἀκριβῶς ποὺ θέλει νὰ πεῖ, ἁπλὰ καὶ ξεκάθαρα, σὲ γλώσσα καθημερινή, μὲ ἐλάχιστα σχήματα λόγου ἢ ἄλλα κοσμήματα. Καὶ δομεῖ ποιήματα ἔμμετρα καὶ ρυθμικά, ἐνίοτε ὁμοιοκατάληκτα, χωρὶς μορφικὲς ἐπαναστάσεις.

Ἐπειδὴ μπορεῖ. Ἐπειδὴ ἔχει, πράγματι, κάτι νὰ πεῖ. Καὶ ἀντιλαμβάνεται ὅτι ἡ ποίηση δὲν εἶναι τέχνασμα, οὔτε τεχνοτροπία. Ὅπως λέει ὁ ἴδιος, στὸ ἡμερολόγιό του, la poesia è come una “sostanza” a sè, così come la volontà, l’intelligenza.

Καὶ πολὺ ἁπλὰ θέλω νὰ πῶ πὼς ὅταν ὑπάρχει οὐσία, εὐφυία καὶ βούληση. δὲν χρειάζονται οἱ φιοριτοῦρες καὶ τὰ δεκανίκια.

Φαίνεται λοιπὸν πὼς ὁ τίτλος Τὸ Μάθημα τῆς Αἰσθητικῆς ποὺ ἐπιλέχθηκε γιὰ τὴν ἐπιλογὴ ποιημάτων ποὺ ἐξέδωσε ἡ Bibliothèque, εἶναι ἰδιαιτέρως εὔστοχος. Τὰ ποιήματα τοῦ Penna εἶναι, πράγματι, ἕνα μάθημα αἰσθητικῆς, ἤ, ἐν προκειμένῳ, ποιητικῆς. Ἐξάλλου, καὶ στὸ ὁμώνυμο ποίημα, τὸ μάθημα περνάει ἀπὸ τὸ περιβάλλον καὶ τὰ κοσμητικά του στοιχεῖα, στὴν οὐσία τῆς ἐπιθυμίας, γιὰ νὰ καταλήξει στὸ οὐσιαστικότερο ὅλων, στὴν πράξη. Ἡ πράξη εἶναι ἡ δικαίωση τῆς ποίησης αὐτῆς.

[πρώτη δημοσίευση: www.bibliotheque.gr]

Λὲς καὶ ἔβλεπε γιὰ πρώτη φορά: τί κοιτάζει στ᾽ ἀλήθεια ὁ ποιητὴς Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

Τὰ ποιήματα τοῦ Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου τὰ διαβάζω συνήθως μὲ εὐχαρίστηση. Καὶ μοῦ φαίνεται πὼς μὲ εὐχαρίστηση ἐπίσης ἔχουν συντεθεῖ. Πρόκειται γιὰ ποιήματα ἑνὸς προγραμματικά, πιστεύω, ἐλάσσονος ποιητῆ, ποὺ καταγράφει στιγμιότυπα μιᾶς ἁπλῆς, μικροαστικῆς καθημερινότητας καὶ τὰ φωτίζει μὲ τὴ λοξὴ ματιὰ τοῦ ποιητῆ: ποιήματα χαρούμενα, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ποὺ ἀναφέρονται χωρὶς ἀναστολὲς στὶς μικρὲς καὶ τὶς μεγαλύτερες χαρὲς τῆς καθημερινῆς ζωῆς, ποιήματα ἐρωτικά, μὲ ἀσυνήθιστα ἀπροκάλυπτο σωματικὸ ἐρωτισμό, καὶ σὲ κάθε περίπτωση ποιήματα καλογραμμένα, καλοδομημένα, ρυθμικά, ἀπὸ ἕναν ποιητὴ ποὺ προφανῶς ἔχει κατακτήσει τὴν τεχνικὴ ἁρτιότητα.

Ἀποκαλυπτικὸ τῶν προθέσεων τοῦ Γιαννακόπουλου, ἀλλὰ καὶ ἐξόχως περιγραφικὸ τῶν ἐπιτευγμάτων τῆς συλλογῆς Τί κοιτάει στ᾽ἀλήθεια ὀ ποιητής εἶναι τὀ παρακάτω ποίημα, μὲ τὸν ἀπολύτως ταιριαστὸ τίτλο Φιλοδοξίες:

Ακούγεται ασήμαντο για φιλοδοξία
και ξεπερασμένο και ρομαντικό,
μα δεν είναι άσχημο για πεπρωμένο:

να μείνω στη μνήμη των ανθρώπων
ως εκείνος που κάθε χρόνο
έγραφε για τις αμυγδαλιές
λες και τις έβλεπε πρώτη φορά.

 

Ἡ φιλοδοξία φαίνεται θεμιτὴ καὶ μᾶλλον σεμνὴ ἐκ πρώτης ὄψεως. Ἂν συγκριθεῖ μὲ τὴ μεγαλορρημοσύνη πολλῶν (ἂν ὄχι τῶν περισσότερων) ὁμήλικων καὶ νεότερων ἀπὸ τὸν Γιαννακόπουλο ποιητῶν, ἡ φιλοδοξία νὰ γράψει κανεὶς γιὰ κάτι ἁπλό, καθημερινό, ἐπαναλαμβανόμενο, φαίνεται πράγματι σεμνότατη. Ἐντούτοις, ἂν τὴν ἐξετάσουμε προσεκτικότερα, πρόκειται γιὰ μιὰ φιλοδοξία ἀκραία: νὰ μπορεῖ νὰ γράφει κανεὶς γιὰ τὸ ἁπλό, τὸ καθημερινό, τὸ προφανές, ἐπανανακαλύπτοντάς το κάθε φορά, καὶ ἀποκαλύπτοντας κάθε φορὰ μιὰν ὄψη του ποὺ παρὰ τὴν διαρκὴ παρουσία της κάτω ἀπὸ τὴ μύτη του, παρὰ τὴν τριβή, ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι ἄγνωστη. Ἡ πρόθεση (ποὺ μάλιστα στὸν τρίτο στίχο περιγράφεται ὡς πολὺ παραπάνω ἀπὸ ἁπλὴ πρόθεση, ἐπιθυμία ἢ φιλοδοξία: ὡς πεπρωμένο) εἶναι νὰ ἀνοικειωθεῖ ἡ οἰκεία καθημερινότητα, μὲ ὅπλο τὸ ποιητικὸ βλέμμα: ὅπλο δύσχρηστο, ποὺ θὰ ἐκπυρσοκροτοῦσε στὰ χέρια τῶν ἀδαῶν, εἰδικὰ ἐφόσον δὲν ὑπάρχει τὸ ἄλλοθι τοῦ σπουδαίου καὶ μεγάλου “ποιητικοῦ” θέματος γιὰ νὰ κουκουλώσει τὶς κακοτεχνίες, τὶς ἀστοχίες καὶ τὴν ἀγραμματοσύνη˙ ἀλλὰ ὁ Γιαννακόπουλος τὸ χειρίζεται καλά, καὶ κατὰ τὴ γνώμη μου πετυχαίνει τὸ στόχο.

Ὁ Γιαννακόπουλος γνωρίζει γράμματα. Ξέρει ἑλληνικά, ξέρει τὸν ρυθμὸ τῆς γλώσσας καὶ ξέρει τὸν ρυθμό τῆς ποίησης. Κανονικά, βέβαια, αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ γνώση θὰ ἔπρεπε νὰ θεωρεῖται δεδομένη ἐφόσον μιλᾶμε γιὰ ποιητή. Ἡ σύγχρονη ποιητικὴ παραγωγή, ὅμως, ἀποδεικνύει ὄχι ἁπλῶς ὅτι δὲν εἶναι δεδομένη, ἀλλὰ ὅτι εἶναι καὶ σπάνια. Καὶ ἑπομένως, χρειάζεται νὰ ἐπισημαίνεται, ὅταν συμβαίνει, ὅτι τὸ αὐτονόητο ἔχει ἐπιτευχθεῖ. Στὴν περίπτωση τοῦ Γιαννακόπουλου ἔχει ἐπιτευχθεῖ, καὶ μάλιστα σὲ πολὺ μεγάλο βαθμό: ἡ γλώσσα ρέει, δὲν ὑποκρίνεται, δὲν σκοντάφτει, δὲν αὐτοθαυμάζεται.

Ὁ χαμηλόφωνος τόνος ὅσο καὶ ἡ καθημερινή, ἐκ πρώτης ὄψεως ἀσήμαντη, θεματολογία ἀποτελοῦν προφανῶς ἐπιλογὲς τοῦ ποιητῆ, καὶ μάλιστα δύσκολες ἐπιλογές. Δὲν πρόκειται γιὰ ποιητὴ ποὺ τόσο μπορεῖ καὶ τόσο ποιεῖ, ἀλλὰ προφανῶς γιὰ ποιητὴ ποὺ ξέρει καὶ μπορεῖ καὶ ἐπιλέγει νὰ μιλήσει μὲ τὴν μεγαλύτερη δυνατὴ ἁπλότητα καὶ ἀμεσότητα γιὰ τὶς πιὸ κοινὲς ἐμπειρίες.

Ὁμολογουμένως, δὲν ἀποφεύγει καὶ κάποιες κακοτοπιές. Ἄλλωστε, ἡ φιλοδοξία, σύμφυτη μὲ τὴν ποιητικὴ ταυτότητα καὶ ἀναπόφευκτη, εἶναι πάντα κακὸς σύμβουλος, πόσῳ μᾶλλον ἐδῶ ποὺ τὸ στοίχημα εἶναι μεγάλο. Διότι τὸ στοίχημα δὲν εἶναι νὰ γραφτοῦν ποιηματάκια τῆς καθημερινότητας, ἀλλὰ νὰ γραφτοῦν ἅρτια ποιήματα ἐπὶ τῆς καθημερινότητας. Στὰ ποιήματά του τὰ πιὸ προγραμματικά, τὰ πιὸ δηλωτικὰ τῶν προθέσεών του καὶ λιγότερο ἀφηγηματικὰ/περιγραφικά, δὲν μοῦ φαίνεται νὰ τὰ καταφέρνει. Πρόκειται γιὰ τὰ ποιήματα στὰ ὁποῖα ἐγκαταλείπεται τὸ ἰμαζιστικὸ ὑπόβαθρο καὶ τὰ ἡνία παίρνει ἡ ἀποφθεγματικότητα ἢ ὁ διδακτισμός. Εὐτυχῶς, τὰ ποιήματα αὐτὰ εἶναι πολὺ λίγα˙ βρίσκονται κυρίως στὴν ἑνότητα Ἡ ζωὴ μέσα στὸ ποίημα, ἂν καὶ ὑπάρχουν καὶ δυὸ τρία σὲ ἄλλες ἑνότητες, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸ πρῶτο, δυστυχῶς, ποίημα τῆς συλλογῆς.

Ἐντούτοις, ἂν ἐξετάσει κανεὶς τὴ συλλογὴ συνολικά, δὲν μένει ἀμφιβολία ὅτι τὸ στοίχημα ἔχει κερδηθεῖ. Κάποια ποιήματα, μάλιστα, ἀποτελοῦν παραδείγματα (μαθήματα σχεδὸν) τῆς ποιητικῆς ἀνοικείωσης τῆς καθημερινότητας καὶ τῆς ἀνύψωσης τοῦ ἐλάσσονος σὲ μεῖζον˙ ἂς ἀναφέρω ἐνδεικτικὰ τὸν “ἦχο τῆς πληγῆς” (μὲ τὴν ἔξοχη συναισθησία του καὶ τὴν μέχρι ἀσφυξίας πυκνότητά του) , τὸ “πῶς ἐπανέρχεται ἡ πραγματικότητα” (ἕνα ἀπὸ πολλὰ ὅπου δικαιώνεται ποιητικὰ ἡ ἀπροκάλυπτη σωματικότητα τῆς ἐρωτοπραξίας), τὰ “πρώιμα κεράσια” (τὰ ὁποῖα μοῦ φαίνονται σὰν μετα-ιμαζιστικὴ ἀπάντηση στὸ περίφημο “this is just to say” τοῦ Williams), τὸ “μυθιστόρημα” (ὅπου ἡ μοντερνιστικὴ σπουδὴ ὑποκύπτει στὴν καθημερινὴ ἀφήγηση) καὶ κυρίως τὸ “δῶρο”, τὸ καλύτερο, κατὰ τὴν ἄποψή μου, ποίημα τῆς συλλογῆς, ὅπου γίνεται φανερὸ πόσο καλὰ ἔχουν ἀφομοιωθεῖ τὰ διδάγματα τοῦ Νίκου Φωκᾶ καὶ τοῦ Philip Larkin:

 

Το δώρο

Πόση είναι η χαρά σου, όταν οδηγείς
κι έχεις στο διπλανό κάθισμα
ξεδιπλωμένη την ΙΟΝ αμυγδάλου,
προσεκτικά σπασμένη σε οκτώ κομμάτια,
ν᾽ απλώνεις το χέρι και να παίρνεις ένα,
κι ύστερα κι άλλο, ώς το τελευταίο,

μα τα μάτια σου στον δρόμο σταθερά,

κι όταν πας πια να μαζέψεις το περιτύλιγμα,
πόση είναι η χαρά σου τότε που ανακαλύπτεις
πως είχες χάσει το μέτρημα και βρίσκεις
ένα κομμάτι ακόμα να ᾽χει απομείνει
και το φέρνεις αργά στο στόμα να το απολαύσεις
που είναι το τελευταίο, οριστικά τώρα.

Στὸ “δῶρο” ὁ ποιητὴς περιγράφει μιὰ ἐντελῶς ἀσήμαντη καθημερινὴ ἐμπειρία μὲ τὸν τρόπο μιᾶς ταινίας. Διηγεῖται πῶς προετοιμάζει κανεὶς μιὰ μικρὴ καθημερινὴ ἀπόλαυση, τὴν κατανάλωση μιᾶς σοκολάτας, γιὰ νὰ συνοδεύσει μιὰ καθημερινὴ ἀγγαρεία, μᾶλλον. Καὶ πῶς παράλληλα μὲ τὴν ἀγγαρεία ἀπολαμβάνει κανεὶς καὶ τὴν μικρὴ του γευστικὴ ἁμαρτία. Ἀλλὰ στὸν τελευταῖο, ἀριστοτεχνικὰ δομημένο, στίχο, ἀποκαλύπτεται ὅτι πίσω ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια τῆς ἀσήμαντης καθημερινότητας, γινόταν λόγος γιὰ τὸ μεῖζον, τὸ θέμα τοῦ ποιήματος δὲν ἦταν πῶς τρώει κανεὶς μιὰ σοκολάτα ὁδηγώντας, ἀλλὰ τὸ ὁριστικὸ τέλος τῆς ἀπόλαυσης˙ ὁ καταληκτήριος στίχος φωτίζει τὸ ποίημα καὶ ἀναγκαζόμαστε νὰ δοῦμε τὴν σοκολάτα ΙΟΝ ἁμυγδάλου μὲ τρόπο καινούριο, σὰν νὰ τὴν βλέπουμε γιὰ πρώτη φορά.

Ὁ ποιητὴς ἔχει προφανῶς πραγματοποιήσει τὴ φιλοδοξία του. Ἀνυπομονῶ νὰ δῶ πῶς ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα θὰ διαχειριστεῖ τὸ πεπρωμένο του.

Αἴρει, σὰν τὸ τσιγκέλι, τὸ ἄχθος τῶν μελῶν του: γιὰ μιὰ μετάφραση τῆς Πλὰθ

ariel

 

 

Ἕνα ἀπὸ τὰ προβλήματα τῆς σύγχρονης νεοελληνικῆς ποίησης εἶναι ἡ προθυμία πολλῶν ποιητῶν νὰ διδαχθοῦν ἀπὸ αὐτὸ ποὺ νομίζουν ὅτι ἀποτελεῖ τὴν παγκόσμια ποιητικὴ παραγωγή. Καὶ ἡ προθυμία αὐτὴ δὲν εἶναι βέβαια προβληματικὴ ἀπὸ μόνη της, δημιουργεῖ ὅμως σοβαρὰ προβλήματα ὅταν οἱ ποιητὲς δὲν εἶναι πραγματικὰ σὲ θέση νὰ διαβάσουν τὴν παγκόσμια ποιητικὴ παραγωγὴ λόγῳ πλημμελοῦς γνώσης ξένων γλωσσῶν καὶ λόγῳ μιᾶς ἰδιαίτερα διαδεδομένης ἀνάμεσα στοὺς ποιητὲς ἀλαζονείας ποὺ δὲν τοὺς ἐπιτρέπει κἂν νὰ ὑποψιασθοῦν ὅτι ἡ ἀνάγνωσή τους τῆς παγκόσμιας ποίησης μπορεῖ νὰ εἶναι πλημμελὴς λόγῳ ἄγνοιας.

Διαβάζοντας μεταφράσεις ποίησης καμωμένες ἀπὸ νεοέλληνες ποιητές, συχνὰ διαπιστώνω πὼς οἱ μεταφραστὲς ἔχουν τόσο ἀνεπαρκὴ γνώση τῆς γλώσσας ἀπὸ τὴν ὁποία μεταφράζουν ὥστε ἡ κατανόησή τους τῶν πρὸς μετάφραση ποιημάτων εἶναι τὸ λιγότερο ἐλλιπής,  μὲ συχνὰ κωμικοτραγικὲς παραναγνώσεις. Τὸ χειρότερο, ὅμως, εἶναι ὅτι δὲν τοὺς φαίνονται περίεργες οἱ συχνὲς ἀσυνέπειες καὶ ἀσυναρτησίες ποὺ προκύπτουν στὰ μεταφράσματά τους, ἀλλὰ φαντάζονται ὅτι οἱ ἐν λόγῳ ἀσυναρτησίες καὶ ἀσυνέπειες ἀποτελοῦν στοιχεῖα τῆς ποίησης τοῦ πρωτοτύπου. Φυσικά, παίρνουν ἔτσι καὶ ἄλλους στὸ λαιμό τους, τοὺς ἀναγνῶστες τῶν ἐν λόγῳ μεταφρασμάτων, οἱ ὁποῖοι, δεδομένης τῆς ὀμερτὰ τῶν κριτικῶν, βασίμως ὑποθέτουν ὅτι οἱ ἀσυναρτησίες, οἱ ὑφολογικὲς ἀκροβασίες, οἱ ἀκατανόητες φράσεις, οἱ ἀσαφεῖς εἰκόνες καὶ τὰ ἀλλοπρόσαλλα σχήματα λόγου ἀποτελοῦν στοιχεῖα τοῦ πρωτοτύπου καὶ ὄχι ἀποτυχίες τῶν μεταφραστῶν. Ἐν συνεχείᾳ, τόσο οἱ μακάριοι μεταφραστὲς ὅσο καὶ κάποιοι ἀφελεῖς ἀναγνῶστες ποὺ γράφουν καὶ οἱ ἴδιοι ποιήματα ἀναπαράγουν παρόμοιες ἀσυνέπειες καὶ ἀσυναρτησίες στὴ δική τους ποίηση, πιστεύοντας μάλιστα ὅτι αὐτὲς ἀποτελοῦν ἔμμεσες ἀναφορὲς στὴν ξενόγλωσση ποίηση καὶ ἀκκιζόμενοι σὲ κείμενά τους καὶ συζητήσεις περὶ τῆς ποιήσεως ὅτι αὐτοὶ ἔχουν ἀφομοιώσει τὰ διδάγματα, ξερωγώ, τῆς Κάρσον καὶ τῆς Ἄρμαντραουτ, ἐνῶ οἱ ἐπικριτές τους, τοὺς ὁποίους θεωροῦν ἐπαρχιῶτες τῆς ποιητικῆς ψωροκώσταινας, ἁπλῶς τόσο ξέρουν τόσο λένε, διότι δὲν ἔχουν ἰδέα, οἱ ἀδαεῖς, τί πρόοδο ἔχει κάνει ἡ ποίηση ἀλλοῦ, δηλαδὴ στὴν κακοχωνεμένη καὶ κακομεταφρασμένη Ἑσπερία.

Σὰν δεῖγμα τῆς μεταφραστικῆς ἀποτυχίας καὶ τῆς ψευδοποιητικῆς οἴησης στὴν ὁποία ἀναφέρομαι, θὰ ἤθελα νὰ ἐξετάσω ἕνα ποίημα ἀπὸ τὴ μετάφραση τοῦ ἀποκατεστημένου Ἄριελ τῆς Σύλβιας Πλάθ, ποὺ ἐξέδωσαν ἠ Ἑλένη καὶ ἡ Κατερίνα Ἡλιοπούλου ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Μελάνι τὸν Νοέμβριο τοῦ 2012. Γιὰ τὴν ἔκδοση αὐτὴ ἔχουν γραφτεῖ ἤδη ἀρκετά, καὶ αὐτὰ ποὺ ἔχουν γραφτεῖ ἀναφέρονται κυρίως στὸ μεγαλεῖο τῆς ποίησης τῆς Πλὰθ καὶ ἐλάχιστα στὴ μετάφραση, ἡ ὁποία, ὑπονοεῖται (ὅταν δὲν δηλώνεται ἀπερίφραστα) ὅτι εἶναι ἐπιτυχημένη. Δὲν ἔχει πέσει στὰ νύχια μου, ὡστόσο, καμμιὰ κριτικὴ ἢ ἔστω παρουσίαση τοῦ ἐν λόγῳ βιβλίου ποὺ νὰ ἐπικεντρώνεται, ὅπως πιστεύω θὰ ὤφειλε, στὴν ποιότητα καὶ τὴν ἀποτελεσματικότητα τῆς μετάφρασης τῶν ἀδελφῶν Ἡλιοπούλου. Μπορεῖ ὅσοι ἔγραψαν γιὰ τὸ βιβλίο νὰ ἦσαν ἁπλῶς εὐγενεῖς καὶ γι᾽ αὐτὸ νὰ ἀπέφυγαν τὸν σχολιασμὸ τῆς μετάφρασης˙ μπορεῖ, ὅμως, καὶ νὰ θεωροῦνται ψιλὰ γράμματα ὅλα αὐτὰ καὶ σημασία γι᾽ αὐτοὺς νὰ ἔχει μόνο τὸ ἴδιο τὸ γεγονὸς τῆς ἔκδοσης, σὲ ὁποιαδήποτε μετάφραση, τοῦ ἀποκατεστημένου Ἄριελ.

Ἐπέλεξα νὰ ἐξετάσω ἐδῶ ἕνα μόνο ποίημα, ἐπειδὴ θεωρῶ δίκαιο νὰ ἐξετασθεῖ ἡ συνολικὴ λειτουργία τοῦ ποιήματος καὶ ὄχι μεμονωμένες λέξεις, φράσεις ἢ στίχοι. Καὶ διάλεξα ἕνα ποίημα σχετικὰ περιορισμένης ἔκτασης, δεκαοκτὼ στίχων, στὸ ὁποῖο νομίζω ὅτι δειγματίζονται τὰ περισσότερα ἀπὸ τὰ μεταφραστικὰ προβλήματα τοῦ βιβλίου τῶν ἀδελφῶν Ἡλιοπούλου. Ἂς διαβάσουμε, λοιπόν, τὴ μετάφραση τοῦ ποίηματος You’re, ὅπως ἐμφανίζεται στὴ σελίδα 110 τῆς ἔκδοσης:

 

ΕΙΣΑΙ

Σαν κλόουν ολόχαρος, στηριγμένος στα χέρια σου.

Πόδια στ᾽ αστέρια, φεγγαροκέφαλος,

με βράγχια σαν ψάρι. Θρίαμβος της κοινής λογικής

ενάντια στη χαζομάρα του ντόντο.

Τυλιγμένος στον εαυτό σου σαν καρούλι,

αγρεύεις το σκοτάδι σου όπως οι κουκουβάγιες.

Μουγγός σαν γογγύλι από την 4η Ιουλίου ως την Πρωταπριλιά,

ω εσύ ανερχόμενε, καρβελάκι μου.

 

Ασαφής σαν ομίχλη και πολυαναμενόμενος σαν γράμμα.

Από την Αυστραλία κι ακόμη πιο μακριά.

Σκυμμένος Άτλας, πολυταξιδεμένη μας γαρίδα.

Στη φωλίτσα σου ζεστός σαν μπουμπούκι και βολεμένος

σαν γαύρος παστός μέσα στο βάζο.

Ένα καλάθι χέλια, όλο κυματισμούς

χοροπηδηχτός σαν μεξικάνικο φασόλι.

Σωστός, σαν επιτυχημένο άθροισμα.

Ένα λευκό μητρώο, με το δικό σου πρόσωπο.

 

Παρατηρῶ ὅτι σὲ γενικὲς γραμμές, ἡ μετάφραση εἶναι πιστή. Εἶναι προφανὲς ὅτι ἔχουν ἐπιλέξει νὰ μεταφράσουν στίχο στίχο, μὲ ὅση ἀκρίβεια μποροῦν, ἀποδίδοντας κάθε λέξη, μὲ λιγότερη ἢ περισσότερη ἐπιτυχία. Παρατηρῶ, ὅμως, ἐπίσης, ὅτι ὅταν οἱ μεταφράστριες δυσκολεύονται, ὅταν δηλαδὴ δὲν κατανοοῦν, δὲν διστάζουν νὰ ἀποδώσουν μὲ ἀρκετὰ μεγάλη ἐλευθερία αὐτὸ ποὺ φαντάζονται ὅτι λέει ἡ φράση.

Στὸ “Εἶσαι” μερικὲς ἀπὸ τὶς δυσκολίες κατανόησης ποὺ φαίνεται ὅτι προέκυψαν ἐντοπίζονται στὰ ἑξῆς σημεῖα:

  • Στὸν δεύτερο στίχο, ὅπου τὰ πόδια στὰ ἀστέρια μᾶς κάνουν νὰ φανταζόμαστε ἕναν γαλαξιακῶν διαστάσεων γίγαντα, ἐνῶ τὸ to the stars τοῦ πρωτοτύπου ὑποδηλώνει ἁπλῶς τὴ στάση τοῦ σώματος, μὲ τὰ χέρια κάτω καὶ τὰ πόδια νὰ κοιτάζουν τὰ ἀστέρια.
  • Στὸν τρίτο καὶ τέταρτο στίχο, ὅπου ἡ ἀκατανόητη φράση περὶ τοῦ θριάμβου τῆς κοινῆς λογικῆς καὶ τῆς χαζομάρας τοῦ ντόντο ἀποδίδει τὸ a common-sense /Thumbs-down on the dodo’s mode. Δὲν γνωρίζω ποῦ εἶδαν τὸν θρίαμβο τῆς κοινῆς λογικῆς καὶ τὴν χαζομάρα οἱ μεταφράστριες, ὑποψιάζομαι ὅμως ὅτι μᾶλλον δὲν ἔχουν ἀντιληφθεῖ τὸ συγκείμενο τοῦ ποιήματος.
  • Στὸν ἕβδομο στίχο, ὅπου οἱ μεταφράστριες μᾶλλον θεώρησαν παράδοξο νὰ ψαρεύει μιὰ κουκουβάγια καὶ ἐπέλεξαν νὰ ἀποδώσουν τὸ trawl μὲ τὸ εὐπρεπὲς καὶ ἀσαφὲς ἀγρεύω˙ καὶ πάλι, φαίνεται πὼς δὲν ἔχουν ἀντιληφθεῖ γιὰ ποιό λόγο θὰ ἔπρεπε τὸ πλάσμα αὐτὸ νὰ ψαρεύει καὶ ὄχι, βεβαίως, νὰ ἀγρεύει!
  • Στὸν ἑνδέκατο στίχο, ὅπου οἱ μεταφράστριες ὰποφάσισαν ὅτι τὸ γράμμα τοῦ δέκατου στίχου προέρχεται ἀπὸ τὴν Αὐστραλία, καὶ ὄχι ὅτι τὸ πρόσωπο στὸ ὁποῖο τὸ ποίημα ἀπευθύνεται βρίσκεται ἀκόμη πολὺ μακρυά.
  • Στὸν δωδέκατο στίχο, ὅπου οἱ μεταφράστριες δὲν ἦσαν σίγουρες σὲ τί ἢ σὲ ποιόν ἀναφερόταν τὸ Atlas στὸ πρωτότυπο, καὶ ἀποφάσισαν νὰ τὸν ἀφήσουν ἔτσι ἀσαφὴ καὶ χωρὶς ἄρθρο (γενικῶς μὲ τὰ ἄρθρα δὲν φαίνεται νὰ τὰ πηγαίνουν πολὺ καλά), προφανῶς μὴ ἀντιλαμβανόμενες ὅτι ἐδῶ πρόκειται γιὰ τὸν μυθικὸ Ἄτλαντα.
  • Στὸν δέκατο ὄγδοο στίχο, ὅπου οἱ μεταφράστριες ἐπέλεξαν νὰ ἀποδώσουν τὸ clean slate μὲ γραφειοκρατικὴ γλώσσα καὶ νὰ μιλήσουν γιὰ λευκὸ μητρῶο.

Στὴν πραγματικότητα, τὰ λάθη αὐτὰ δὲν θὰ εἶχαν ἰδιαίτερη σημασία καὶ οἱ δασκαλίστικες ἐπισημάνσεις μου θὰ ἦσαν ἁπλῶς ἀνόητα σχολαστικές, ἐὰν παρὰ τὶς μικρὲς αὐτὲς “ἀπιστίες”, ἔβγαινε κάποιο νόημα. Τὸ πρόβλημα, ὅμως, εἶναι ὅτι νόημα δὲν βγαίνει. Καί, τὸ χειρότερο, ἐξαιτίας αὐτῶν τῶν λαθῶν καθὼς καὶ κάποιων ἄστοχων, τὸ λιγότερο, ὑφολογικῶν ἐπιλογῶν, εἶναι ἀδύνατο νὰ δεῖ ὁ ἀναγνώστης πῶς συνδέονται ὅλα αὐτὰ καὶ σὲ ποιόν ἢ σὲ τί, τέλος πάντων, ἀπευθύνεται τὸ ποίημα˙ ἄν, ὅμως, διαβάσει κανεὶς τὸ πρωτότυπο, τὰ πράγματα ξεκαθαρίζουν, τὸ νόημα τοῦ ποιήματος ἀποκαθίσταται καὶ ἡ μετάφραση ἀποκαλύπτεται ἀκόμη πιὸ ἀποτυχημένη.

Διότι τὸ ποίημα ἀπευθύνεται σὲ ἕνα ἕμβρυο ποὺ βρίσκεται, προφανῶς, ἀκόμη στὴν κοιλιὰ τῆς μητέρας του. Αὐτὸ εἶναι τὸ στοιχεῖο ποὺ δίνει νόημα καὶ συνέπεια στὸν φαινομενικὰ ἀσύνδετο κατάλογο περιγραφῶν ποὺ παρατίθενται στὶς δύο ὄχι τυχαῖα ἐννεάστιχες στροφές. Ἂν ξαναδιαβάσει κανεὶς τὸ ποίημα μὲ αὐτὸ τὸ δεδομένο, ἀντιλαμβάνεται πόσο ταιριαστὲς εἶναι οἱ ἡμερομηνίες στὸν ὄγδοο στίχο, ἀλλὰ καὶ οἱ περιγραφὲς καὶ οἱ μεταφορές, συμπεριλαμβανομένων αὐτῶν ποὺ ἔχουν χαθεῖ ἢ ἀκυρωθεῖ στὴ μετάφραση. Ἀντιλαμβάνεται ἐπίσης κανεὶς καὶ ἄλλα λάθη τῆς μετάφρασης, ὅπως κάποιες ὑφολογικὲς ἐπιλογὲς ποὺ προφανῶς δὲν ταιριάζουν ὅταν ἀπευθύνεται κανεὶς σὲ ἀγέννητο παιδί (ὅπως οἱ λέξεις ἀγρεύεις, ἀνερχόμενε, ἄθροισμα καὶ μητρῶο). Τέλος, παρατηρεῖ κανεὶς καὶ λάθη στὴ σύνταξη: τὸ ὑποκείμενο καὶ τὸ ρῆμα (you’re) ὑπονοεῖται στὴν ἀρχὴ κάθε φράσης καὶ ἐπιβάλλει στὴ μετάφραση νὰ ἀκολουθηθεῖ σύνταξη κατηγορουμένου, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἔχει γίνει προφανῶς ἀντιληπτὸ καὶ δυσχεραίνεται ἀκόμη περισσότερο ἡ ἀνάγνωση τοῦ ποιήματος.

 

Γι᾽αὐτὸ ἐπιμένω ὅτι πρὶν ἀκόμη ἀνοίξει ἡ συζήτηση γιὰ ζητήματα ὕφους ἢ μουσικότητας, θὰ πρέπει νὰ τεθοῦν ζητήματα πιὸ οὐσιώδη ἀκόμη: προβλήματα στοιχειώδους κατανόησης λέξεων, ἐκφράσεων καὶ συντακτικῶν δομῶν, προβλήματα στοιχειώδους κατανόησης ὕφους καὶ ροῆς τοῦ λόγου. Διότι ὅση ποιητικὴ ἄδεια κι ἂν σοῦ ἐπιδαψιλεύσει ἡ μούσα σου, ὅποια μεταφραστικὴ θεωρία κι ἂν ἐπικαλεσθεῖς, ὅσες ἀνάγκες τοῦ ρυθμοῦ κι ἂν χρησιμοποιήσεις ὡς ἄλλοθι, τὰ λεξιλογικὰ λάθη παραμένουν λάθη, οἱ συντακτικὲς παρανοήσεις παραμένουν παρανοήσεις καὶ ἡ ἀδιαφορία γιὰ τὰ ὑφολογικὰ ἐπίπεδα τῆς γλώσσας παραμένει τραγική. Τὸ χειρότερο, ὅμως, εἶναι ὅτι τὸ μεταφρασμένο ποίημα δὲν βγάζει νόημα, ὅσο ξεκάθαρο κι ἂν εἶναι τὸ πρωτότυπο.

Λάθη σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα μπορεῖ νὰ βρεῖ κανεὶς σὲ σχεδὸν ὅλα τὰ ποιήματα τῆς ἔκδοσης αὐτῆς τοῦ  Ἄριελ. Ἐντελῶς ἐνδεικτικά, ὅσο ἀφορᾶ τὸ λεξιλόγιο, state of repair δὲν εἶναι ἡ ἀποκατάσταση (οὔτε ἡ ἐπισκευή, παρεμπιπτόντως), shift δὲν σημαίνει ἐπιδεικνύω, freakish δὲν σημαίνει φρικτός, suck breath (καὶ μάλιστα like mileage) δὲν σημαίνει ἀγκομαχῶ (καὶ μάλιστα σὰν μηχανή!), καὶ κάτι ποὺ περιγράφεται ὡς unasked for μπορεῖ νὰ μὴν εἶναι εὐπρόσδεκτο, ἀλλὰ σίγουρα δὲν εἶναι ἀπρόσμενο.

Ὡς πρὸς τὴ γραμματικὴ καὶ τὴ σύνταξη, ἂς σημειώσουμε, καὶ πάλι ἐνδεικτικά, ὅτι στὰ ἑλληνικά, τὰ ποιητικὰ αἴτια δὲν εἰσάγονται μὲ γιά, ὁ παρακείμενος δὲν ἐκφράζει ἀόριστο παρελθοντικὸ χρόνο, καὶ τὸ ἀόριστο ἄρθρο τῆς ἀγγλικῆς δὲν μεταφράζεται πάντα (γιὰ τὴν ἀκρίβεια, σπανίως μεταφράζεται) ὡς ἕνας, μιά, ἕνα, ἐνῶ ἀντίθετα τὸ ὁριστικὸ ἄρθρο εἶναι ἀπαραίτητο πρὶν ἀπὸ τὰ κύρια ὀνόματα στὴ γλώσσα μας.

Βεβαίως, θὰ μποροῦσε κανεὶς μὲ θρασύτητα νὰ ἰσχυρισθεῖ ὅτι ἐπιλέγει ἀμφίβολες ἢ σόλοικες μεταφράσεις σὲ κάποιες περιπτώσεις διότι τὸν ἐνδιαφέρει περισσότερο ἡ ἀπόδοση τοῦ ὕφους τοῦ πρωτοτύπου καὶ ὅτι στὸ βωμὸ τοῦ ὕφους ἀναγκάστηκε νὰ θυσιάσει τὴν ὀρθότητα˙ ὅταν, ὅμως, στὴ μετάφρασή του ἐμφανίζεται καὶ τὸ τσιγκέλι ποὺ αἴρει ἄχθος καὶ τὸ ἐπεξεργασμένο χιόνι καὶ ἡ γυμνὴ ὀξείδωση τοῦ κόνδορα, τότε οἱ ἀξιώσεις νὰ χτίσει ὕφος ἔχουν πάει περίπατο πρὸ πολλοῦ.

Τέλος, περιμένει κανείς, ἰδιαίτερα ὅταν μιὰ μετάφραση ποιητικοῦ ἔργου συνοδεύεται ἀπὸ περισπούδαστη εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ καὶ σημειώσεις, ὅτι κάποιες στοιχειώδεις πραγματολογικὲς ἀναφορὲς εἶναι γνωστὲς στὸν μεταφραστὴ καί, ἂν δὲν ἐπισημαίνονται στὶς σημειώσεις, τοὐλάχιστον ἀποδίδονται μὲ τρόπο ποὺ νὰ δείχνει ὅτι ἔγιναν κατανοητὲς καὶ κυρίως ποὺ νὰ ἐπιτρέπει στὸν ἀναγνώστη νὰ τὶς ἐπισημάνει: δὲν ἔχει ἰδιαίτερο νόημα, ἂς ποῦμε, νὰ ἀναφέρεσαι στὰ “μαντίλια τῆς Ἰσιδώρας”, ὅταν ἡ ἀναφορὰ εἶναι στὴν Ἰσιδώρα Ντάνκαν καὶ στὸν φρικτὸ θάνατό της˙ οὔτε νὰ ἀναφέρεσαι σὲ “ναζιστικὰ” ἀμπαζούρ, ὅταν πρόκειται γιὰ τὰ ἀμπαζοὺρ ἀπὸ ἀνθρώπινο δέρμα θυμάτων τῶν ναζιστικῶν στρατοπέδων συγκέντρωσης.

Ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο γιὰ μετάφραση ἑνὸς σημαντικοῦ ἔργου τῆς παγκόσμιας γραμματείας ποὺ συνυπογράφει γνωστὴ ποιήτρια τῆς νεότερης ἑλληνικῆς γραμματείας, ἴσως δὲν θὰ ἄξιζε τὸν κόπο νὰ ἀσχοληθεῖ κανείς. Ἀλλὰ σὲ μιὰ χώρα ὅπου ἀκόμη καὶ καλοὶ ποιητὲς μεταφράζουν προχείρως καὶ πλημμελῶς σπουδαῖα ἔργα τῆς παγκόσμιας ποίησης (ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν ἀείμνηστο Ἀριστοτέλη Νικολαΐδη καὶ τὴ φαιδρὴ μετάφρασή του τῶν Ἁπάντων τοῦ Ἔλιοτ), ὅπου ἔχουμε φθάσει νὰ μεταφράζει ἄλλη ποιήτρια τὸ “a case of dog food” περίπτωση σκυλοτροφῆς, καὶ νὰ θεωρεῖται, παρ᾽ ὅλα αὐτά, σπουδαία μεταφράστρια τῆς Sexton, νομίζω ὅτι θὰ πρέπει ἐπιτέλους νὰ ἀρχίσουν νὰ ἐπισημαίνονται τὰ ὀλισθήματα. Ἂν μή τι ἄλλο, ὤστε νὰ πάψει νὰ διαιωνίζεται ἡ ἐντύπωση ὅτι ἡ μετάφραση τῆς ποίησης εἶναι ἕνας εὔκολος τρόπος νὰ αὐξηθεῖ ἡ ἀνταλλακτικὴ ἀξία τοῦ ποιητῆ – μεταφραστῆ στὸ χρηματιστήριο τοῦ λογοτεχνικοῦ πεδίου. Καὶ κυρίως, ὥστε νὰ σταματήσουν οἱ ἀθῶοι ἀναγνῶστες νὰ πιστεύουν ὅτι ἡ Πλὰθ καὶ ἡ Σέξτον, γιὰ παράδειγμα, ἔγραφαν ἀσυναρτησίες ἢ ὅτι οἱ ἀσυναρτησίες ποὺ πράγματι γράφουν οἱ ὑποτιθέμενοι ἐπίγονοί τους ἐν Ἐλλάδι βαδίζουν στὰ χνάρια σπουδαίων ποιητῶν καὶ ποιητριῶν.